Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Σ

΄σκαντάλι

᾿Σκαντάλι. (σκάνδαλον)  τὸ μικρὸν σίδηρον τῶν πυροβόλων, ὅπερ κινηθὲν ῥίπτει τὸν λύκον.

σ΄διαλέω

διαλέγω, μαζεύω (ελιές π.χ.) επιλεκτικά κάτι. σδιάλεμα = το μάζεμα του καρπού.

σ΄κομαΐδα (η)

αποξηραμένο σύκο. Έλιαζαν τα σύκα καλά μέσα σ΄ ένα ταψί, ανοίγοντας τα στη μέση, κι ύστερα τα ζύμωναν και τα ΄καναν μικρές μπάλες, τις οποίες έτρωγαν το χειμώνα, κυρίως. (σκομαΐδα)

σ΄κώστρα (η)

το εργαλείο που μας βοηθάει να βάνομε εύκολα τη φτέρνα του ποδιού στο παπούτσι. (σκώστρα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(η)κώστρα /ἡ/ (σηκόω – ῶ) = τὸ κοῖλον ἐργαλεῖον διὰ τοῦ ὁποίου εὐοδοῦται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς πτέρνης εἰς τὸ ὑπόδημα, πτερνωστήρ, πτερνοδηγός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

σ΄κωτάς (ο)

ηπατίτιδα των πουλερικών. Κατάρα στις κότες όταν κακαρίζουν ενοχλητικά: «Σου, π΄να σε φάει κακός σκωτάς …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)κωτᾶς  καί Σ(η)κοτᾶς  /ὁ/ (συκωτὸς) = ἡπατῖτις ἢ χολέρα τῶν ὀρνίθων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

σ΄λατσάρω

κάνω σουλάτσο, δηλ. άσκοπο περίπατο. σουλατσαδόρος = ο αργόσχολος βολταριστής. «τοκιστής και σλατσαδόρος». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(ου)λατσάρω (Ἰ. sollazzare) = πηγαινοέρχομαι ἀργοσχόλως. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Σουλατσάρω. Κάνω βόλτες πάνω κάτω. Από το ιταλικό sollazzare (διασκεδάζω, ξεσκάω). Συλατσαδόρος μεταφορικά ο αργόσχολος. Από δω και . . . Περισσότερα

σ΄μπάω ή σ΄μπίζω

ανακατεύω τη φωτιά να ξανανάψει (συδαυλίζω). Το συμπίεσμα της φωτιάς γίνεται με πρόχειρα μέσα. «Σύμπα τη φωτιά μη μας σβηστεί». μτφ.: όταν κανείς υποσκάπτει, δουλεύει ύπουλα, ρίχνει λάδι στη φωτιά. «σμπας κι εσύ …λίγο…». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)μπάω (σὺν-παίω) = ἀναμοχλεύω, ὑποδαυλίζω τὴν πυράν. Τα . . . Περισσότερα

σ΄ναδειάζω (συναδειάζω)

αδειάζω το περιεχόμενο βαρελιού ή σακιού σε άλλο όμοιο. Μ΄σναδειάζω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)ναδειάζω (σὺν-ἀ-δέομαι, δεὴς) = μισοαδειάζω τὸ περιεχόμενον σάκκου εἰς ἄλλον κενόν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

σ΄νεβγάνω (συνεβγάνω)

κατευοδώνω, συνοδεύω κάποιον, ως ένα σημείο: «Πήγαινε να τον συνεβγάλεις μη χάσει το δρόμο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)νεβγάνω (σὺν-ἐκ-βάλλω) = προπέμπω, συνοδεύω ἐν ἀρχῇ τὸν ἀπερχόμενον, ἀπομακρύνω εὐσχήμως ἀνεπιθύμητον. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Συνεβγάνω = συνοδεύω κάποιον ἔξω ἀπ᾿ τό σπίτι. Το Γλωσσάρι της . . . Περισσότερα

σ΄νεμπαίνω

μπαίνω ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν έχουν διαφορές, παρεμβαίνω (σνεμπαίνω) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)νεμπαίνω (σύν, εἰς-ἐμβαίνω) = παρεισέρχομαι, ἐπεμβαίνω, παρεμβαίνω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

σ΄νέμπασμα (το)

η ώρα που επιστρέφουν από τη δουλειά, το σούρουπο. Με την ευκαρεία θυμίζουμε πως οι παλιοί είχαν ορισμένα χρονικά σημάδια – μέτρα – ελλείψει ωρολογίων και κανόνιζαν εμπειρικά τις δουλειές: 1) Το ξέβγαλα, όταν έβγαιναν τα ζώα για βοσκή το πρωί 2) νια οργυιά ήλιος ή ο ήλιος ανέβαινε ένα . . . Περισσότερα

σ΄χνουδιάζει (συχνουδιάζει)

Λέγεται για τον προσδιορισμό της ώρας, όταν φεύγει η μέρα και αρχίζει να σκοτεινιάζει (σχνουδιάζει) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)χνουδιάζει (σὺν-γνόφος, χνοάζω, «χνοῦδι») = συγχέεται ἡ ἀπερχόμενη ἡμέρα μὲ τὴν ἐπερχόμενη νύκτα, βραδυάζει. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

σ΄χνούδιασμα (το) , σχνούδιασε

σουρούπωμα (σχνούδιασμα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Άρχισε να σκοτεινιάζει. Το σ (όχι συν) κόλλησε στη λέξη «χνοώδη» = ομιχλώδης θολός (Δημητράκος) και σχηματίσθηκε το ρήμα σχνουδιάζω. Εδώ απρόσωπο. Το «χνούδι» μεταφορικά μας οδηγεί στο απαλό (σα το χνούδι) σκοτάδι!. Που σιγά-σιγά θα γίνει σκότος και δε . . . Περισσότερα

σ(ζ)βουρδάλα

σβουρδάλα / ζβουρδάλα. Μου ΄ρθε ζβουρδάλα, γύρισε ο τόπος. Φαινόμενο της στιγμής ενός ιλίγγου. Κατά την γραμματική, ονοματοποιημένο επίρρημα από το ηχητικό σβουρ, που μας δίνει η σβούρα (περιστρεφόμενο κωνικό όργανο, ξύλινο ή μεταλλικό, παιδικό παιχνίδι, ηχομιμητικό -Κριαράς). Σχετικό είναι και το ιταλικό volta του Λάζαρη, που σημαίνει στροφή. Στο . . . Περισσότερα

σ(η)μάδ(ι)

Σημάδ(ι) /τὸ/ (σῆμα -άτιον) = σῆμα, σημεῖον, σύνθημα, σκοποβολή, στίγμα.

σ(η)μαδεύω

Σημαδεύω (σῆμα -τεύω) = σκοπεύω, κατευθύνω τὴν βολήν, ἐπιθέτω διακριτικόν σῆμα, καθιστῶ εὐδιάκριτον, στιγματίζω. β. λ. σιμαδεύω.

σ(ι)κιαγέτ(ι)

Σικιαγέτι /τὸ/ (Ἀ. Τ. σικιαγιὲτ) = ἐπεισόδιον, ἔκτροπον, σκηνὴ θορυβώδης, ῥῆξις μεταξὺ προσώπων.

σ(ι)μαδέυω

Σ(ι)μαδέυω (σιμὸς) = ἐμφανίζω διογκωμένην κοιλίαν ἐξ ἐγκυμοσύνης (λέγεται μόνον ἐπὶ κτηνῶν).

σ(ι)μούριο (το)

μικροσκοπικός και ασχημομούρης. φράση: «χαρά στο σιμούριο …!». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σιμούριο (σιμός, Ἰ. sommario;) = μικροσκοπικός, βρεφώδης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Σιμούριο = ἀτροφικός καί ἄσχημος στήν ἐμφάνιση, αὐτό τό σιμούριο (αὐτό τό ξόανο). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

σ(ι)ναπιδιάζω

Σ(ι)ναπιδιάζω (σίναπι) = προσβάλλομαι ἀπὸ τὴν παρασιτικὴν νόσον τῶν φυτῶν «σιναπίδι».

σ(υ)γκράτ(ι)

Συγκράτ(ι) / σ(υ)γκράτ(ι)  /ἐπίρ./ (σὺν-κρατέω -ῶ)  = ἐν συνεχείᾳ, κατ’ ἐπαφήν, συνεχομένως.

Click to listen highlighted text!