Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ρ

ρεκαμάδος -α -ο

ο κεντητός, ο διακοσμημένος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκαμάδος -α -ο (Ἰ. ricamato) = κεντητός, πεποικιλμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεκατίκι (το)

βαριά και δυνατή φωνή, ανθρώπου ή ζώου, από φόβο ή πόνο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκατίκι /τὸ/ (ἐρι-κλάζω) = κραυγή πόνου ἢ φόβου, κραυγαλέα ἐπίκλησις ἐπαναλαμβανομένη. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεκλιάζω

Ρεκλιάζω (ρικνόομαι-ρικνοῦμαι, Σ. ρέκλα) = πτύσσομαι, ζαρώνω, ἀρχίζω νὰ μαραίνομαι ἐλλείψει ὑγρασίας.

ρεκλούτης (ο)

ο ρακένδυτος, ο ξεσκλιάρης, ο εξαθλιωμένος. Εξ ου και «ρέκλα» : είμαι σε κακά χάλια, δεν μπορώ να κουνηθώ (μτφρ.) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκλούτης -α (Λ. recludo, Σ. ρέκλα, ρικνοῦμαι) = ρακένδυτος, κουρελῆς, ξεσκλιάρης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρέκο (το)

κραυγή απελπισίας, πόνου ή φόβου (βλ. ρεκάζω) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρέκο /τὸ/ (βλ. λ. «ρεκάζω») = κλαυθμός, κλάμμα, κραυγὴ πόνου ἢ φόβου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

ρεκούλτα

Ρεκούλτα /ἡ/ ἀρχ. (Ἰ. raccolta) = σύνοψις, συλλογή, ἔσοδον, συγκομιδή.

ρεκούμπερο (το)

πράγμα εξυπηρετικό και απαραίτητο σου σπιτιού. «Το σπίτι μας έχει όλα του τα ρεκούμπερα» = όλα τα χρειαζούμενα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκούμπερο /τὸ/ (Ἰ. recuperare) = ἀπόκτημα, ἀνάκτημα, πρᾶγμα εὔχρηστον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης βλ. και ρεκούμπουρο

ρεκούμπουρο

Ρεκούμπουρο = πρόχειρο καί προσωρινό στέγαστρο γιά νά ξενυχτοῦν σ᾿ αὐτό λίγα ζῶα, ἀλλά καμιά φορά καί ἄνθρωποι. βλ. και ρεκούμπερο (το)

ρέλα (η)

σιδερένιο δοκάρι, σιδεροτροχιά ο ευρισκόμενος σε λιποθυμική παραλυσία. «Φτάνει στ΄ αχούρι, βλέπει τη γίδα ρέλα απ΄ τον αβασκαμό«. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρέλα βλ. λ. ραΐλα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρελιάζω

κάνω αναδίπλωση με ραφή σε ύφασμα, κρασπεδώνω στριφώνω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρελιάζω (Ἰ. orlare) = ἀναστρέφω, περιράπτω, στριφώνω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρέλιασμα (το)

ταινία διπλωμένη. και όχι σπάνια κεντημένη, που τη ράβουν στο λαιμό και στα μανίκια του αντρικού παραδοσιακού πουκάμισου των χωρικών. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρέλιασμα /τὸ/ (Ἰ. orlare) = κρασπέδωσις ἐνδύματος, περιραφή. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεματίζω -ζει

μέρος όπου δημιουργείται ρεύμα αέρος. «Μην κάθεσαι αυτού, παιδί μου, γιατί ρεματίζει και θα κρυώσεις» – «Αυτό το σοκάκι ρεματίζει πάντα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεματίζω (ἔρυμα, ῥῦσις) = προστατεύω, ἐξυπηρετῶ, περιποιοῦμαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεμέντζο

Ρεμέντζο /τὸ/ (Ἰ. remegio) = ἐρετικὸν σκεῦος, ἄρμενον, ὄργανον, ἐργαλεῖον, ἐφόδιον κινήσεως, λειτουργίας ἢ ἀσφαλείας.

ρεμέντιο (το)

πρόχειρη νοσηλεία, πρώτες, κατά τη λαϊκή ιατρική πάντοτε, γιατροσόφια, ξόρκια, διάβασμα απ΄ τον παπά κ.λπ. μπαλώνω, διορθώνω φθαρμένα ρούχα ή άλλο μισοκατεστραμμένο αντικείμενο. μτφ.: «η υπόθεση χωράει ρεμέντιο», δηλ. δεν μπορεί να τακτοποιηθεί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμέντιο /τὸ/ (Ἰ. rimedio) = φάρμακον, θεραπεία, νοσηλεία. Τα . . . Περισσότερα

ρεμεσιέρης (ο)

ο επιπλοποιός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμεσιέρ(η)ς /ὁ/ (Ἰ. re-mestiere) = ξυλουργός, ἐπιπλοποιός Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ρεμεσιέρης (ὁ): ἐπιπλοποιός-ἐπεξεργαστής ξύλου, (<ΒΕΝ. remessèr) [1] [1]   http://www.dfstermole.net/piccio/dicty.php?l=a. Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

ρεμπάλτα (η)

το μπροστινό άνοιγμα του παντελονιού των αντρών όπου φέρει μια σειρά κουμπιά. Σήμερα βάνουν φερμουάρ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμπάλτα /ἡ/ (Ἰ. ribaltare) = ἡ προσθία πτύχωσις τῆς ἀνδρικῆς περισκελῖδος ἡ κρύπτουσα τὰ κομβία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεμπελεύω

είμαι ρέμπελος, δηλ. αμελής, αδιάφορος, άτακτος στις δουλειές μου. «Μάζεψε την κοπέλα σου για΄τι έχει ρεμπελέψει. Μην την αφήνεις ρέμπελη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμπελεύω (Ἰ. repellere) = ἀμελῶ τὰ ἔργα μου, ἐξωκέλλω, ἀλητεύω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεμπελιό (το)

αταξία, αδιαφορία. «Μεγάλο ρεμπελιό έχει αυτό το σπίτι» – «Τέτοιο ρεμπελιό δεν το ξανάειδα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμπελιὸ /τὸ/ (Ἰ. repellone) = ἀμέλεια, ὀκνηρία, ἀλητεία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεμπεσκές (ο)

ο ανυπόληπτος πολίτης ο αναξιόπιστος, η φαυλόβιος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμπε(σ)κὲς /ὁ/ (Γλ. rébèquer) = αὐθάδης, ἀργόσχολος, φαυλόβιος, ἀλήτης. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ρεμπεσκιές. Ο αχαΐρευτος, απρόκοφτος, άσωτος. Οι γλωσσολόγοι ο χαρακτηρίζουν «αγνώστου ετύμου». Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

ρεμπεύομαι

επιθυμώ πολύ κάτι. «Το ρεμπεύτηκε η νύφη μας». Οι νιόπαντρες γυναίκες, όταν μένουν έγκυες «ρεμπεύονται» ένα πράμα, μια λιχουδιά ένα γλυκό ένα μεζέ και τότε τρέχουν να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους γιατί διαφορετικά μπορεί να αποβάλουν. Δημ.τραγ.: «Μηλιά πού ΄σαι στον εγκρεμό τα μήλα φορτωμένη / τα μήλα σου ρεμπεύομαι . . . Περισσότερα

ρεμπότο (το)

το στενόμακρο περιφερειακό δέρμα παπουτσιού, πάνω στο οποίο ράβονται οι σόλες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμπότο /τὸ/ (Ἰ. ribottare) = φόρτι ὑποδήματος, περιπτέρνιον, ἐσωπτέρνιον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!