Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ρ

ρείκη – τα ρείκια

θαμνώδες φυτόν που έχει, κατά τη λαϊκή αντίληψη ιαματικές ιδιότητες. Συνταγή από γιατροσόφι (Η λαϊκή ιατρική της Λευκάδας): «Δια το πάθος της σπλήνας, έπαρε κορυφές της ρείκης και βράσε τες με ξίδι ή κρασί και ας πίνει ταχύ και βράδυ, 40 ημέρας». Παροιμία: «Το γύφτο κάναν βασιλιά κι εκείνος γύρευε . . . Περισσότερα

ρείπιος και ρίπιος -α -ο

χαλασμένος, ερειπωμένος. Σκορπισμένος κάτω, χυμένος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρείπιος -α -ο (ἐρείπιος) = ἠρειπωμένος, χαλασμένος, κρημνισμένος. Ρίπιος -α -ο (ριπίζω, ριπτάζω) = ἀπερριμένος, χυμένος, σκορπισμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ρείπιος (ὁ): ἐρειπωμένος. Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου Ρήμα, ερρίπ(η)σα. Σκόρπιος κάτω. Από το αρχαίο . . . Περισσότερα

ρειποθέμελο

εγκαταλειμμένα, ερειπωμένα θεμέλια σπιτιού. μτφ.: «να μη μείνει ρειποθέμελο» – «με το σεισμό δεν έμ΄νε ρ΄ποθέμελο …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρ(ει)ποθέμελο /τὸ/ (ἐρείπιον-θεμέλιον) = ἠρειπωμένον θεμέλιον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ρειπωθέμελο (τό): ἐρειπωμένα θεμέλια σπιτοῦ. Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

ρεκάζω

φωνάζω δυνατά ένεκα πόνου ή φόβου. ΒΑΛ. Αθ. Διάκος Γ΄: «Ερέκαξε ο δερβίτσης / απλώθηκε τ΄ απίστομα …» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκάζω (ἐρι-κλάζω) = κραυγάζω ἐκ πόνου, φωνάζω ἐξαντλητικῶς. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Σκούζω, κλαίω δυνατά. Συνήθως τα νήπια ρεκάζουν (ουσιαστικό ρέκος). Κατά . . . Περισσότερα

ρεκαμάδος -α -ο

ο κεντητός, ο διακοσμημένος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκαμάδος -α -ο (Ἰ. ricamato) = κεντητός, πεποικιλμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεκατίκι (το)

βαριά και δυνατή φωνή, ανθρώπου ή ζώου, από φόβο ή πόνο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκατίκι /τὸ/ (ἐρι-κλάζω) = κραυγή πόνου ἢ φόβου, κραυγαλέα ἐπίκλησις ἐπαναλαμβανομένη. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεκλιάζω

Ρεκλιάζω (ρικνόομαι-ρικνοῦμαι, Σ. ρέκλα) = πτύσσομαι, ζαρώνω, ἀρχίζω νὰ μαραίνομαι ἐλλείψει ὑγρασίας.

ρεκλούτης (ο)

ο ρακένδυτος, ο ξεσκλιάρης, ο εξαθλιωμένος. Εξ ου και «ρέκλα» : είμαι σε κακά χάλια, δεν μπορώ να κουνηθώ (μτφρ.) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκλούτης -α (Λ. recludo, Σ. ρέκλα, ρικνοῦμαι) = ρακένδυτος, κουρελῆς, ξεσκλιάρης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρέκο (το)

κραυγή απελπισίας, πόνου ή φόβου (βλ. ρεκάζω) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρέκο /τὸ/ (βλ. λ. «ρεκάζω») = κλαυθμός, κλάμμα, κραυγὴ πόνου ἢ φόβου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

ρεκούλτα

Ρεκούλτα /ἡ/ ἀρχ. (Ἰ. raccolta) = σύνοψις, συλλογή, ἔσοδον, συγκομιδή.

ρεκούμπερο (το)

πράγμα εξυπηρετικό και απαραίτητο σου σπιτιού. «Το σπίτι μας έχει όλα του τα ρεκούμπερα» = όλα τα χρειαζούμενα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεκούμπερο /τὸ/ (Ἰ. recuperare) = ἀπόκτημα, ἀνάκτημα, πρᾶγμα εὔχρηστον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης βλ. και ρεκούμπουρο

ρεκούμπουρο

Ρεκούμπουρο = πρόχειρο καί προσωρινό στέγαστρο γιά νά ξενυχτοῦν σ᾿ αὐτό λίγα ζῶα, ἀλλά καμιά φορά καί ἄνθρωποι. βλ. και ρεκούμπερο (το)

ρέλα (η)

σιδερένιο δοκάρι, σιδεροτροχιά ο ευρισκόμενος σε λιποθυμική παραλυσία. «Φτάνει στ΄ αχούρι, βλέπει τη γίδα ρέλα απ΄ τον αβασκαμό«. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρέλα βλ. λ. ραΐλα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρελιάζω

κάνω αναδίπλωση με ραφή σε ύφασμα, κρασπεδώνω στριφώνω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρελιάζω (Ἰ. orlare) = ἀναστρέφω, περιράπτω, στριφώνω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρέλιασμα (το)

ταινία διπλωμένη. και όχι σπάνια κεντημένη, που τη ράβουν στο λαιμό και στα μανίκια του αντρικού παραδοσιακού πουκάμισου των χωρικών. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρέλιασμα /τὸ/ (Ἰ. orlare) = κρασπέδωσις ἐνδύματος, περιραφή. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεματίζω -ζει

μέρος όπου δημιουργείται ρεύμα αέρος. «Μην κάθεσαι αυτού, παιδί μου, γιατί ρεματίζει και θα κρυώσεις» – «Αυτό το σοκάκι ρεματίζει πάντα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεματίζω (ἔρυμα, ῥῦσις) = προστατεύω, ἐξυπηρετῶ, περιποιοῦμαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρεμέντζο

Ρεμέντζο /τὸ/ (Ἰ. remegio) = ἐρετικὸν σκεῦος, ἄρμενον, ὄργανον, ἐργαλεῖον, ἐφόδιον κινήσεως, λειτουργίας ἢ ἀσφαλείας.

ρεμέντιο (το)

πρόχειρη νοσηλεία, πρώτες, κατά τη λαϊκή ιατρική πάντοτε, γιατροσόφια, ξόρκια, διάβασμα απ΄ τον παπά κ.λπ. μπαλώνω, διορθώνω φθαρμένα ρούχα ή άλλο μισοκατεστραμμένο αντικείμενο. μτφ.: «η υπόθεση χωράει ρεμέντιο», δηλ. δεν μπορεί να τακτοποιηθεί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμέντιο /τὸ/ (Ἰ. rimedio) = φάρμακον, θεραπεία, νοσηλεία. Τα . . . Περισσότερα

ρεμεσιέρης (ο)

ο επιπλοποιός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμεσιέρ(η)ς /ὁ/ (Ἰ. re-mestiere) = ξυλουργός, ἐπιπλοποιός Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ρεμεσιέρης (ὁ): ἐπιπλοποιός-ἐπεξεργαστής ξύλου, (<ΒΕΝ. remessèr) [1] [1]   http://www.dfstermole.net/piccio/dicty.php?l=a. Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

ρεμπάλτα (η)

το μπροστινό άνοιγμα του παντελονιού των αντρών όπου φέρει μια σειρά κουμπιά. Σήμερα βάνουν φερμουάρ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρεμπάλτα /ἡ/ (Ἰ. ribaltare) = ἡ προσθία πτύχωσις τῆς ἀνδρικῆς περισκελῖδος ἡ κρύπτουσα τὰ κομβία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!