Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ψ

ψωμοζώ

ζω φτωχικά, μόλις και μετά βίας καταφέρνω «να οικονομήσω» το ψωμί μου. «Ψωμοζούν» πότε μαζεύοντας μισακές ξένες ελιές, πότε κάνοντας κάνα μεροδούλι στ΄ αμπέλια, τι αν κάμουν οι φτωχοφαμελίτες….

ψωμόλυσσα (η)

η στέρηση του ψωμιού, η «λύσσα» για ψωμί. Κατάρα: «ψωμόλυσσα να σε πιάσει» , λέει η μάνα χαϊδευτικά στο παιδί της που της ζητάει κι άλλο ψωμί. «το έφαγες κιόλας μωρές ξεπατωμένο; Ψωμόλυσσα να σε πιάσ΄».

ψωμοπάτης (ο)

ο αχάριστος στον ευεργέτη του ή σ΄ αυτόν που τον φιλοξενεί. Στο τοπικό δημ. τραγούδι. «Του Αργύρη» συναντάμε: «Μ΄ έφαγες Κούρτη κερατά, Πατράλα ψωμοπάτη!» (Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας, σελ. 237).

ψωμόπετρα (η)

πέτρα μαλακή, που σκαλίζεται εύκολα χωρίς και να διαλύεται. Με τέτοιες μεγάλες μονοκόμματες πέτρες πολλοί παλιοί Λευκαδίτες έφκιαναν τις πέτρινες πίλες (=αποθήκη λαδιού), όπου έβαναν ολοχρονίς το λάδι τους. Τις χρησιμοποιούσαν πολύ και οι λαδέμποροι της Χώρας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψωμόπετρα /ἡ/ (ψωμὸς-πέτρα) = εὔθριπτον . . . Περισσότερα

ψωμώνω

μεστώνω, δυναμώνω, παχαίνω. φράση: «Τα σιτάρια εψώμωσαν», εμέστωσαν. Σε ανθρώπους: «εψώμωσε τώρα το παιδί», δηλ. δυνάμωσε, πάχυνε.

ψωριάρικος (ο)

ο ψωριάρης. Η λέξη είναι εύχρηστη για ζώα κυρίως «ψωριάρικο σκυλί», «ψωριάρικο άλογο» κ.λπ. με τη σημασία του κοκκαλιάρικου, του πειναλέου, αποδιοπομπαίου.

Click to listen highlighted text!