Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ψ

ψήστ(η)ς

Ψήστης /ὁ/ (ἔψω) = τὸ κυλινδρικὸν μετ’ ἄξονος σκεῦος ἐντὸς τοῦ ὀποίου διὰ περιστροφῆς ἄνωθεν ἀνθρακιᾶς ψήνεται ὁ καφές, καφοσοῦβλι, καβουρδιστῆρι.

ψηφί (το)

προφέρεται ψ΄φί = ο χαρακτήρας, ο τρόπος συμπεριφοράς. φράση: «Είναι το ψ΄φί του τέτοιο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(η)φὶ /τὸ/ (ψηφίς, ψηφίον) = εἶδος, τεχνοτροπία, ποικιλία (χρώματος, ὑφάνσεως κ.τ.τ.). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψηχαλίζει

Ψηχαλίζει ἀπρόσ. § βρέχει ὀλίγον, ψεκάζει. Μ. νυστάζει. Π. ψυχαλίζουσι τὰ ᾿μάτια μου = νυστάζουν. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ ψεκάζω = ψηκάζω = ψηχάζω καὶ ἐπενθέσει τῆς συλλαβῆς λι ψηχαλίζω κατὰ τὰ ἀλλήλων ἐκ τοῦ ἄλλων ἀλαλκτήριον ἐκ τοῦ ἀλκτήριον κτλ.

ψίδι (το)

κομμάτι δουλεμένου δέρματος, που χρησιμοποιούν οι μπαλωματήδες «για να βάνουν ψίδια», δηλ. μπαλώματα. «Βάλε μου ένα ψίδι εδώ». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψίδ(ι) /τὸ/ (ψίω) = τεμάχιον κατειργασμένου δέρματος (ἐκ τοῦ χρησιμοποιουμένου διὰ τὸ ἄνω μέρος τῶν ὑποδημάτων). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν σχετίζεται . . . Περισσότερα

ψιδιάζω

Ψιδιάζω (ψίω, «ψίδι») = ἐπισκευάζω ὑποδήματα δι’ ἀλλαγῆς τοῦ πρόσω καὶ ἄνω μέρους των.

ψιλογνέστρα (η)

επιτήδεια στο γνέσιμο γυναίκα, που κάνει πολύ καλό νήμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(ι)λογνέστρα /ἡ/ (ψιλὸς-νήθω) = γυνὴ δεξιοτέχνις εἰς τὸ γνέσιμον (δυναμένη νὰ γνέθῃ ψιλὸ νῆμα). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψιμάδι

Ψιμάδι § κυρίως τὸ ὑστρογέννητον ἐρίφιον. Σημ. Ἐκ τοῦ ὄψιμος (Σύλλ. 38).

ψιμάρνι (το)

το όψιμα γεννημένο αρνί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(ι)μάρν(ι) /τὸ/ (ὄψιμος-ἀρνίον) = ἀρνίον ὀψίμως γεννηθὲν (τρυφερὸν κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψίχα (η)

τα μύγδαλα, το μέσα μέρος τους που τρώγεται. το μαλακό μέρος του ψωμιού.

ψόφιο (το)

ο καλόγερος, ο ψευδάνθρακας που θεραπευόταν με ρεμέντια: «Όταν παρουσιάζεται ψόφιο στον άνθρωπο κοπανίζουμε σταφίδα ξερή ανακατωμένη με μέλι και τη βάνουν απάνω». «‘Εβαναν και ψητό κρεμμύδι – την καρδιά του- με σαπούνι μπουγάδας και λίγο γάλα για τους καλόγηρους». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψόφιο /τὸ/ . . . Περισσότερα

ψοφολογάω

Ψοφολογάω § κοιμῶμαι. Λέγεται δ᾿ ἡ λ. ἐπ᾿ ὀνειδισμῷ, ὅταν τις κοιμᾶται ὑπὲρ τὸ δέον, ἢ ἐν καιρῷ ἐργασίας. Σημ. Ἐκ τοῦ ψόφος (= φθόρος, θάνατος)· ἄπορον δἐ ἡμῖν τὸ τελευταῖον μέρος τῆς λ. (-λογάω) τίνα σημασίαν ἔχει· μἠ ἆρά γε ἐκ τῦ ἄλογον (= κτῆνος, ζῶον) διότι τὸ ψοφάω . . . Περισσότερα

ψόφος (ο)

ασθένεια των οικόσιτων ζώων, επιζωστία. φράση: «Να σε φάει κακός ψόφος». τσουχτερό κρύο. «Αυτό δεν είναι κρύο, είναι ψόφος» – «κάνε ψόφο».

ψύλληθρο (το) και ψύλιθρο

το φυτό κόνιζα. Με σκούπα, καμωμένη από ψύλληθρο, οι γυναίκες τα χωριά σκουπίζουν κατά διαστήματα τις αυλές και κάποιους εσωτερικούς χώρους του σπιτιού. Πιστεύουν ότι στα ψίλλυθρα κολλάνε οι ψύλλοι και τους μαζεύουν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψύλ(ι)θρο /τὸ/ (ψύλλα -ος) = τὸ ποῶδες φυτὸν ἰνούλη . . . Περισσότερα

ψύχα

Ψύχα /ἡ/ (ψύα, ψὶξ) = τὸ μαλακὸν ἔσω μέρος τοῦ ἄρτου, τὸ τρωγόμενον σπέρμα τῶν ἀμυγδαλοειδῶν.

ψυχή

Ψυχή, § ψυχὴ § τὸ ἄτομον τοῦ ἀνθρώπου. Π. Σήμερα δὲν ἤτανε ψυχὴ ᾿ς τὴν ἐκκλησιά – Τὸ ᾿σπίτι μας δὲ χωράει ἀπὸ τρεῖς ψυχαῖς. ΚΝ.

ψυχογιός (ο)

ο υπηρέτης, ο τσοπάνος, ο ακόλουθος, ο πιστός μαντάτορας. Το θηλ. ψυχοκόρη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χογυὸς /ὁ/ (ψυχὴ-υἱὸς) = θετὸς υἱός, ψυχοπαῖδι, ὑπηρέτης ἀγροτικῆς οἰκογενείας, ποιμὴν οἰκοσίτων μισθωτός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψυχοπιάνω -ομαι

συνέρχομαι, δυναμώνω σιγά σιγά, παίρνω θάρρος. «Έφαγα και ψ΄χοπιάστηκα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χοπιάνομαι (ψυχὴ-πιάζω) = ἀναλαμβάνω ἀπὸ ἐξάντλησιν, συνέρχομαι ἀπὸ ἀτονίαν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ψυχοπιάνω = 1. δυναμώνω, 2. βοηθῶ τό νεογέννητο νά πρωτοθηλάσει γιά νά πάρει ζωή. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – . . . Περισσότερα

ψυχοπόνεση ή ψυχοπονιά (η)

συμπόνεση. «Μ΄  πονεί η ψυχή μ΄ έτσ΄ που τόνε βλέπω» = πόνος ψυχής, λύπηση. «Να σε ιδώ να σ’ερνεσαι κι η ψ΄χή να μην πονέσ΄». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χοπόνεση /ἡ/ (ψυχὴ-πόνος) = ἰλασμός, εὐσπλαχνία, συμπόνια. Ψ(υ)χοπόνια /ἡ/ βλ. λ. ψ(υ)χοπόνεση. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψυχοπονιέμαι

ευσπλαχνίζομαι κάποιον, είμαι ψυχοπονιάρης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χοπονιῶμαι (ψυχὴ-πόνος) = οἰκτείρω, εὐσπλαγχνίζομαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψυχούδι ή πρόσφορο (το)

μικρή λειτουργιά (=άρτος σφραγισμένος) που μοιράζουν σε περιπτώσεις πένθους. Τα ψυχούδια τα λένε και Σαββατιάτικα γιατί τα πήγαιναν στην εκκλησία κάθε Παρασκευή για να διαβαστούν απ΄ τον παπά το πρωί του Σαββάτου. Ψυχούδια έστελναν μετά το μνημόσυνο, «στις 40». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χοῦδ(ι) /τὸ/ (ψυχαῖον) . . . Περισσότερα

ψωλιόγκος

Ψωλιόγκος /ὁ/ (ψωλὴ) = τὸ ἀλαντοειδὲς θαλάσσιον ὀλοθουρία, κατουρίλας.

ψωμοζώ

ζω φτωχικά, μόλις και μετά βίας καταφέρνω «να οικονομήσω» το ψωμί μου. «Ψωμοζούν» πότε μαζεύοντας μισακές ξένες ελιές, πότε κάνοντας κάνα μεροδούλι στ΄ αμπέλια, τι αν κάμουν οι φτωχοφαμελίτες….

ψωμόλυσσα (η)

η στέρηση του ψωμιού, η «λύσσα» για ψωμί. Κατάρα: «ψωμόλυσσα να σε πιάσει» , λέει η μάνα χαϊδευτικά στο παιδί της που της ζητάει κι άλλο ψωμί. «το έφαγες κιόλας μωρές ξεπατωμένο; Ψωμόλυσσα να σε πιάσ΄».

ψωμοπάτης (ο)

ο αχάριστος στον ευεργέτη του ή σ΄ αυτόν που τον φιλοξενεί. Στο τοπικό δημ. τραγούδι. «Του Αργύρη» συναντάμε: «Μ΄ έφαγες Κούρτη κερατά, Πατράλα ψωμοπάτη!» (Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας, σελ. 237).

ψωμόπετρα (η)

πέτρα μαλακή, που σκαλίζεται εύκολα χωρίς και να διαλύεται. Με τέτοιες μεγάλες μονοκόμματες πέτρες πολλοί παλιοί Λευκαδίτες έφκιαναν τις πέτρινες πίλες (=αποθήκη λαδιού), όπου έβαναν ολοχρονίς το λάδι τους. Τις χρησιμοποιούσαν πολύ και οι λαδέμποροι της Χώρας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψωμόπετρα /ἡ/ (ψωμὸς-πέτρα) = εὔθριπτον . . . Περισσότερα

ψωμώνω

μεστώνω, δυναμώνω, παχαίνω. φράση: «Τα σιτάρια εψώμωσαν», εμέστωσαν. Σε ανθρώπους: «εψώμωσε τώρα το παιδί», δηλ. δυνάμωσε, πάχυνε.

ψωριάρικος (ο)

ο ψωριάρης. Η λέξη είναι εύχρηστη για ζώα κυρίως «ψωριάρικο σκυλί», «ψωριάρικο άλογο» κ.λπ. με τη σημασία του κοκκαλιάρικου, του πειναλέου, αποδιοπομπαίου.

Click to listen highlighted text!