Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ψ

ψ(η)λοκάγκανος

Ψηλοκάγκανος /ὁ/ (ὑψηλὸς-κάγκανος) = ἀκόμψως πανύψηλος, ὑψηλὸς χωρὶς χάριν, ὑψηλὸς καὶ ἰσχνός.

ψ(υ)χόπιασμα

Ψυχόπιασμα /τὸ/ (ψυχὴ-πιάζω) = ἀναληπτικὸν κατὰ τῆς ἐξαντλήσεως, τονωτικόν.

ψάλι (το)

εξάρτημα του σαμαριού. Τα ψάλια είναι δύο κεκαμμένα μπρατσόλια, που ενώνονται στην κορυφή και πάνω σ΄ αυτά καρφώνονται τα κολιτσάκια (δίδυμο άγγιστρο).

ψαλιδόχορτο (το)

το φυτό πολυτρίχι ή αγριαγγουριά. Έχει ιαματικές ιδιότητες. «Αυτό το βοτάνι μα το βράσει με νερό εις τρίτον και να το πίνωσιν εκείνοι οπού έχουν δύσκολην ανάσαν».

ψαλλίδα

Ψαλλίδα /ἡ/ = τὸ ἔντομον σκολόπενδρα ἢ σαρανταποδαροῦσα, τὸ ἔντομον χηλήουρος, ἡ πιστευομένη πάθησις τῶν τριχῶν τῆς γυναικείας κόμης ὁσάκις διχοτομοῦνται κατὰ τὸ ἄκρον.

ψάνη (η)

μεστωμένα στάχυα, χλωρά ακόμα που τα μαζεύουν στην κατάλληλη εποχή και τρώνε τον μεστωμένο καρπό σιταριού καψαλίζοντας τα γένια των σταχυών στην φωτιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψάνη /ἡ/ (πτίσσω, ἔψω) = δέσμη χλωρῶν σταχύων μεστοῦ σίτου ψηνομένη ἐλαφρῶς εἰς τὴν πυρὰν πρὸς βρῶσιν. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

ψανή (η)

τα βραστερά όσπρια, αλλιώς κάλοψα. η μαλακή γη, αλλιώς ψανότοπος.

ψάρα (η)

ψυχανθές φυτό αυτοφυές, κοινώς αγριόμπιζο. Φυτρώνει στις ορεινές περιοχές του νησιού και το μαζεύουν σε δύσκολες εποχές και το μαγειρεύουν. Ο καρπός του είναι σας του αρακά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψάρα /ἡ/ = ἄγριον ὄσπριον τρωγόμενον ἐν χλωρᾷ καταστάσει. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψαρονέφρι (το)

το τρυφερό κρέας του σφαχτού κοντά στα νεφρά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψαρονέφρι /τὸ/ (ψόα-νεφρὸς) = τὸ παρὰ τοὺς νεφροὺς ἐσωτερικὸν τρυφερὸν κρέας, τὸ μπὸν φιλέ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψαροπούλι (το)

το χρυσοπούλι, θαλασσοπούλι ή αλκυώνα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψαροποῦλ(ι) /τὸ/ (ὀψάριον, Ἰ. pollo) = ἀλκυών, χρυσοποῦλι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψαχουλεύω και ψαχαλεύω

ψάχνω να βρω κάτι στηριζόμενος στην αφή των δακτύλων μου. «Τι ψαχουλεύεις εκεί;» – «Τα ψαχούλεψα όλα, αλλά δεν βρήκα τίποτα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψαχαλεύω καί ψαχ(ου)λεύω (ψόα, ψαύω-χηλεύω) = ἀναζητῶ διὰ τῆς ἀφῆς, ψάχνω μὲ τὰ δάκτυλα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψειρίζω

Ψειρίζω (φθεὶρ) = συλλέγω τὶς ψεῖρες ἄλλου, ἐρευνῶ τὸ τριχωτὸν τῆς κεφαλῆς κ.τ.λ. πρὸς ἐξόντωσιν ψειρῶν.

ψειροκοῦτι

Ψειροκοῦτι /τὸ/. Ἐπὶ φθειριῶντος νεκροῦ λέγεται ἡ φράσις: «ἄνξε τὸ ψειροκοῦτι» = ἡνοίχθη ἀόρατον καὶ μυστηριῶδες κυτίον (φωλεὰ) ψειρῶν.

ψηλουρανίς ή ψηλουρανού (ψηλαρνοῦ)

ψηλά ως τον ουρανό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(η)λουρανὶς καί ψ(η)λαρνοῦ /ἐπίρ./ = πολὺ ὑψηλὰ πρὸς τὸν οὐρανόν, μέχρις οὐρανοῦ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψήμα (το)

το ψήσιμο του ψωμιού στον οικογενειακό φούρνο. φράση: «Είχα ψήμα σήμερα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψῆμα /τὸ/ (ἔψω) = τὸ ψήσιμον τοῦ ἄρτου εἰς τὸν σπιτικὸν φοῦρνον. «αὔριο ἔχομε ψῆμα». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψήστ(η)ς

Ψήστης /ὁ/ (ἔψω) = τὸ κυλινδρικὸν μετ’ ἄξονος σκεῦος ἐντὸς τοῦ ὀποίου διὰ περιστροφῆς ἄνωθεν ἀνθρακιᾶς ψήνεται ὁ καφές, καφοσοῦβλι, καβουρδιστῆρι.

ψηφί (το)

προφέρεται ψ΄φί = ο χαρακτήρας, ο τρόπος συμπεριφοράς. φράση: «Είναι το ψ΄φί του τέτοιο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(η)φὶ /τὸ/ (ψηφίς, ψηφίον) = εἶδος, τεχνοτροπία, ποικιλία (χρώματος, ὑφάνσεως κ.τ.τ.). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψίδι (το)

κομμάτι δουλεμένου δέρματος, που χρησιμοποιούν οι μπαλωματήδες «για να βάνουν ψίδια», δηλ. μπαλώματα. «Βάλε μου ένα ψίδι εδώ». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψίδ(ι) /τὸ/ (ψίω) = τεμάχιον κατειργασμένου δέρματος (ἐκ τοῦ χρησιμοποιουμένου διὰ τὸ ἄνω μέρος τῶν ὑποδημάτων). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν σχετίζεται . . . Περισσότερα

ψιδιάζω

Ψιδιάζω (ψίω, «ψίδι») = ἐπισκευάζω ὑποδήματα δι’ ἀλλαγῆς τοῦ πρόσω καὶ ἄνω μέρους των.

ψιλογνέστρα (η)

επιτήδεια στο γνέσιμο γυναίκα, που κάνει πολύ καλό νήμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(ι)λογνέστρα /ἡ/ (ψιλὸς-νήθω) = γυνὴ δεξιοτέχνις εἰς τὸ γνέσιμον (δυναμένη νὰ γνέθῃ ψιλὸ νῆμα). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψιμάρνι (το)

το όψιμα γεννημένο αρνί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(ι)μάρν(ι) /τὸ/ (ὄψιμος-ἀρνίον) = ἀρνίον ὀψίμως γεννηθὲν (τρυφερὸν κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!