Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Π

πάγρα (η)

δροσόπαγο, η πάχνη, παγωνιά. Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. ΙΙΙ, 735: «… Να ο αμπελώνας γύρα  μου / που οι ρώγες του ελαγάριζαν στην πάγρα βυθισμένες …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πάγρα /ἡ/ (πάγος) = παγωμένη δρόσος, παγωνιά, κρῦο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

παγυρίτσιο

Παγυρίτσιο = στρῶμα ἀπό λεπτά φύλλα καρποῦ τοῦ καλαμποκιοῦ, πού τοποθετεῖται κάτω ἀπό τό στρῶμα, γιά μεγαλύτερη μαλακωσιά.

παδέλα (η)

μαγειρικό σκεύος (χύτρα) πήλινο, χάλκινο ή μαντεμίσιο, λέγεται και π(ι)νιάτα και κατσαρόλα. Κανονικά, παραδοσιακά, παδέλα έλεγαν μόνο την πήλινη. Οι παδέλες είχαν και χερούλια, «ατροφικά», σαν μικρά αυτιά, οι πήλινες, και κανονικά χερούλια οι άλλες. Πάντως όλες είχαν το καπάκι τους, εκτός από τις πήλινες. Οι πινιάτες είναι γνωστές από . . . Περισσότερα

παδελούλα

η πινιατούλα, η μικρή παδέλα Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

παδίρω και παδέρνω

υποφέρω, έχω ανάγκη. φράσεις: «παδίρομε από νερό» – από ψωμί δεν παδίρω, από γεια παδίρω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παδίρω (Ἰ. patire) = πάσχω, ὑποφέρω, δεινοπαθῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Παδέρνω = πάσχω, ὑποφέρω ἀπό κάτι, ἤ γιά κάτι, δέν παδέρνω ἀπό λεφτά (δέν πάσχω γιά . . . Περισσότερα

παδουβάνα (η)

είδος υφάσματος ή φορέματος που προέρχεται από την Πάντοβα της Ιταλίας: «ποδιά ρούχινη παδουβάνα κόκκινη» ( Η λαϊκή φορεσιά της Λευκάδας, σελ. 154).

παθιακά (τα)

στον πληθ.: Τα βάσανα, η τυραγνία, η δυστυχία. «Ετράβηξα όλα τα παθιακά της μοίρας μου».

παθὸς

Παθὸς /ὁ/ (παθὼν) = ὁ ὑποστὰς παθήματα, ὁ πολύπειρος «ὁ παθὸς εἶναι μαθός».

παθούκλι (το)

το πάθος, η αιτία που με καταθλίβει Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παθοῦκλι /τὸ/ = πάθος, νόσημα, αἰτία θλίψεως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

παιδοκομάω

κάνω παιδιά, ανατρέφω παιδιά. φράσεις: «κοντεύει να πενηνταρίσει και παιδοκομάει ακόμα» – «Μπα, ξ΄τιανή μ΄, κειο γέρασε και παιδοκομάει ακόμα;»

παιδοκούτσουλο (το)

πολλά παιδιά μαζεμένα. «Εμαζώχ΄κε όλο και το παιδοκούτσουλο της γειτονιάς» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παιδοκούτσ(ου)λο /τὸ/ (παιδίον, Ἰ. cucciolo) = πλῆθος νηπίων, νήπιον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

παιδολάσι

Παιδολάσι /τὸ/ (παιδίον, ἔλασις, Ἰ. lassare, lassa) = πλῆθος ἀσυνοδεύτων παιδίων.

παίρνομαι

Παίρνομαι (ἐπαίρομαι) = παραλαμβάνομαι, συνάπτομαι διὰ γάμου. (παρίημι, πάρεσις) = ὑφίσταμαι πάρεσιν, παραλύω.

παίρνω

γκαστρώνομαι. φράσεις: «η γίδα μας επήρε», δηλ. γκαστρώθηκε. παίρνομαι = πιάνομαι, παραλύω, «επάρθηκε η μέση μου» – «Επάρθηκα τελείως».

παιωνία (η)

αγριολούλουδο, βότανο του αγρού, γνωστό και ως «βοτάνι της Παναγιάς» που φυτρώνει σε ορισμένες περιοχές της ορεινής Λευκάδας, όπως σε τοποθεσίες της Εγκλουβής, των Χορτάτων, του Αλάτρου, του Μεγανησίου κ.α χωριών. Οι χωρικοί εκεί τη λένε «κούκκο» ή «γλυκόσκαμνο» ή «παπαρούνα». Είναι ένα βότανο που σέρνει την καταγωγή του από . . . Περισσότερα

πακτώνω

Πακτώνω /ἀρχ./ (Λ. pango, pactum) = μισθώνω ἀκίνητον μὲ μίσθωμα εἰς καρπούς.

παλαβόνω

Παλαβόνω § καθιστῶ τινα παλαβόν, ἐπισκοτίζω τὸν νοῦν τινος. Π. τὸν ἐπαλάβωσε μὲ τσὴ φωναίς του. ΚΝ. Σημ. Ὁ Βυζ. μόνον τὸ παλαβὸς σημειοῖ (ὅπερ καὶ ἰδέ).

παλάδα

Παλάδα /ἡ/ (Ἰ. palla -are) = πρόσκαιρος ἔντασις τῆς κωπηλασίας εἰς τὸ τρατοκάϊκο.

παλαιά, η

Παλαιά, η: (εννοείται) η παλαιότατη βελονιά κεντήματος, ή όπως συνηθίζεται σήμερα να λέγεται, η «Λευκαδίτικη» ή και «Καρσάνικη» βελονιά, με μεταξοκλωστή επί λινού υφάσματος, σε διάταξη μετρητών πλήρως αρμονικών γεωμετρικών σχημάτων.

παλαμάρι

Παλαμάρι /τὸ/ (παλάμη-αἴρω, Ἰ. palamare, Τ. παλαμὰρ) = κάλως, χονδρὸν σχοινίον, πρυμνήσιον.

παλαμίζω

βάφω τα ύφαλα της βάρκας ή του πλοίου με στεατώδη αδιάβροχη ουσία. Επαλείφω με πίσσαν χρησιμοποιώντας για τις ρωγμές στουπί. βάνω την παλάμη μου: όρκος: «Παλαμίζω το Ευαγγέλιο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παλαμίζω (παλάμη) = ἅπτομαι διὰ τῆς παλάμης, ἐπιθέτω τὴν παλάμην, ἐπαλείφω τὰ ὕφαλα πλοίου ἢ . . . Περισσότερα

παλαμωνίδα (η)

είδος σκληρού αγκαθιού. Το φυτό όνωνις των αρχαίων. ΒΑΛ. Αθανάσιος Διάκος Δ΄: «Ξεραίς παλαωνίδαις / του στρώνει μέσα στη σπηλιά και τόνε ρίχνει απάνω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παλαμωνίδα /ἡ/ (Ἰ. paglia; –ὀνωνὶς) = ἡ ὀνωνὶς ἡ ἀκανθώδης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

παλατανιό

η λέξη συνάνταται σε διήγημα της Ανδρομάχης Φίλιππα Χαριτωνίδου, αλλά πιθανόν να είναι τυπογραφικό λάθος και η σωστή λέξη να είναι «παλατιανό» (<παλάτι) ή «πλατανιό» (,πλατάνι).

Click to listen highlighted text!