Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Π

παθὸς

Παθὸς /ὁ/ (παθὼν) = ὁ ὑποστὰς παθήματα, ὁ πολύπειρος «ὁ παθὸς εἶναι μαθός».

παθούκλι (το)

το πάθος, η αιτία που με καταθλίβει Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παθοῦκλι /τὸ/ = πάθος, νόσημα, αἰτία θλίψεως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

παιδοκομάω

κάνω παιδιά, ανατρέφω παιδιά. φράσεις: «κοντεύει να πενηνταρίσει και παιδοκομάει ακόμα» – «Μπα, ξ΄τιανή μ΄, κειο γέρασε και παιδοκομάει ακόμα;»

παιδοκούτσουλο (το)

πολλά παιδιά μαζεμένα. «Εμαζώχ΄κε όλο και το παιδοκούτσουλο της γειτονιάς» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παιδοκούτσ(ου)λο /τὸ/ (παιδίον, Ἰ. cucciolo) = πλῆθος νηπίων, νήπιον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

παιδολάσι

Παιδολάσι /τὸ/ (παιδίον, ἔλασις, Ἰ. lassare, lassa) = πλῆθος ἀσυνοδεύτων παιδίων.

παίρνομαι

Παίρνομαι (ἐπαίρομαι) = παραλαμβάνομαι, συνάπτομαι διὰ γάμου. (παρίημι, πάρεσις) = ὑφίσταμαι πάρεσιν, παραλύω.

παίρνω

γκαστρώνομαι. φράσεις: «η γίδα μας επήρε», δηλ. γκαστρώθηκε. παίρνομαι = πιάνομαι, παραλύω, «επάρθηκε η μέση μου» – «Επάρθηκα τελείως».

παιωνία (η)

αγριολούλουδο, βότανο του αγρού, γνωστό και ως «βοτάνι της Παναγιάς» που φυτρώνει σε ορισμένες περιοχές της ορεινής Λευκάδας, όπως σε τοποθεσίες της Εγκλουβής, των Χορτάτων, του Αλάτρου, του Μεγανησίου κ.α χωριών. Οι χωρικοί εκεί τη λένε «κούκκο» ή «γλυκόσκαμνο» ή «παπαρούνα». Είναι ένα βότανο που σέρνει την καταγωγή του από . . . Περισσότερα

πακτώνω

Πακτώνω /ἀρχ./ (Λ. pango, pactum) = μισθώνω ἀκίνητον μὲ μίσθωμα εἰς καρπούς.

παλαβόνω

Παλαβόνω § καθιστῶ τινα παλαβόν, ἐπισκοτίζω τὸν νοῦν τινος. Π. τὸν ἐπαλάβωσε μὲ τσὴ φωναίς του. ΚΝ. Σημ. Ὁ Βυζ. μόνον τὸ παλαβὸς σημειοῖ (ὅπερ καὶ ἰδέ).

παλάδα

Παλάδα /ἡ/ (Ἰ. palla -are) = πρόσκαιρος ἔντασις τῆς κωπηλασίας εἰς τὸ τρατοκάϊκο.

παλαμάρι

Παλαμάρι /τὸ/ (παλάμη-αἴρω, Ἰ. palamare, Τ. παλαμὰρ) = κάλως, χονδρὸν σχοινίον, πρυμνήσιον.

παλαμίζω

βάφω τα ύφαλα της βάρκας ή του πλοίου με στεατώδη αδιάβροχη ουσία. Επαλείφω με πίσσαν χρησιμοποιώντας για τις ρωγμές στουπί. βάνω την παλάμη μου: όρκος: «Παλαμίζω το Ευαγγέλιο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παλαμίζω (παλάμη) = ἅπτομαι διὰ τῆς παλάμης, ἐπιθέτω τὴν παλάμην, ἐπαλείφω τὰ ὕφαλα πλοίου ἢ . . . Περισσότερα

παλαμωνίδα (η)

είδος σκληρού αγκαθιού. Το φυτό όνωνις των αρχαίων. ΒΑΛ. Αθανάσιος Διάκος Δ΄: «Ξεραίς παλαωνίδαις / του στρώνει μέσα στη σπηλιά και τόνε ρίχνει απάνω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παλαμωνίδα /ἡ/ (Ἰ. paglia; –ὀνωνὶς) = ἡ ὀνωνὶς ἡ ἀκανθώδης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

παλεύω

επιπλήττω, κοπιάζω, αγωνίζομαι. φράσεις: «Μη με παλεύεις, μωρή μάνα, δε φταίω εγώ» – «εδώ παλεύω με τα χώματα» – «κάτι  παλεύω να κάμω …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παλεύω (πάλη) = ἀγωνίζομαι, μοχθῶ, λογομαχῶ, ἐπιπλήττω, ἐπικρίνω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Παλεύω = μαλώνω, ἐπιπλήττω, μή παλεύεις . . . Περισσότερα

παλιορούτι (το)

το ξεσκισμένο, το τελειωμένο ρούχο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παληοροῦτι /τὸ/ (παλαιὸς-ρυτίς, ρύτισμα) = παληόρουχο μπαλωμένο, ξεσκλίδι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Παλιό μπαλωμένο ρούχο. Μια αξιόλογη ιδιωματική πλην αρχαιοπρεπή λέξη. Αποτελείται από δύο μέρη. Από το επίθετο παλιός (με -ι- αρχ. παλαιός) και τη λέξη . . . Περισσότερα

παλιούρι (το)

ακανθώδης θάμνος, παλιούρος ο ακανθώδης. Παροιμία: «Θ΄ αφήσομε το γάμο να πάμε για παλιγούρια;» ΒΑΛ. Αθανάσιος Διάκος Γ΄: «…έβαψε τα παλιούρια / η ξεσχισμένη φτέρνα μου …»

παλκοσένικο

Η σκηνή. Από το ιταλικό palco-scenico. Στο χωριό (και σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής, μια κοπέλα που «ξεπόρτιζε», έβγαινε απ΄ το σπίτι, λέγανε: «βγήκε στο παλκοσένικο». Θεωρήθηκε μέγα τόλμημα -θυμάμαι- όταν κάποτε η τότε ΕΠΟΝ ανέβασε κοπέλες στη σκηνή λαϊκού θεάτρου στο χωριό. Ο όρος παλκοσένικο θεωρούνταν μειωτικός (ξεστράτισμα) . . . Περισσότερα

πάλος (ο)

σιδερένιος λοστός απαραίτητος στους γεωργούς για ποικίλες χρήσεις, όπως στο ξεχώνιασμα, στο αμπελοφύτι, στο ξερίζωμα ή σπάσιμο μεγάλης πέτρας κ.ά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πάλος /ὁ/ (Ἰ. palo) = πάσσαλος, στυλεός, μοχλός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης πάλος (ὁ): πάσσαλος, στύλος, (ΒΕΝ. palo). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — . . . Περισσότερα

παλουκόφραχτη (η)

φράχτης με παλούκια και στα ενδιάμεσα με θαμνόκλαδα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παλ(ου)κόφραχτη /ἡ/ (Ἰ. paloccio-φράχτης) = φράκτης ἐκ πασσάλων καὶ φρυγάνων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

παλούμπα (η)

είδος Χριστόψωμου μικρού μεγέθους, άλλως βλάχα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παλούμπα = ἐπίμηκες ἀρτοσκεύασμα μέ διάφορα σχέδια ἐκ ζύμης πού φτιάχνουν τά Χριστούγεννα γιά τά κορίτσια. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής βλ. και μπαλούμπα (η)

πάνα (η)

χοντρό μπαμπακερό πανί δεμένο στην άκρη ραβδιού, για το σκούπισμα του φούρνου – αφαίρεση στάχτης και άλλων καταλοίπων της φωτιάς – πριν φουρνίσουν το ψωμί. κομμάτι υφάσματος που τοποθετείται στα βρέφη για να μη «βρέχουν» με τα ούρα τους εκείνον που τα κρατεί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης . . . Περισσότερα

πανάδα (η)

ξερά κομμάτια ψωμιού μαγειρεμένα: μούσκευαν ελαφρά το ψωμί, το ΄ριχναν στη πινιάτα χωμένο στο νερό, κι όταν έπαιρνε «βράση», έριχναν μέσα λίγο ντοματοπολτό, κρεμμύδι, πιπέρι, αλάτι και τα ΄φηναν «να γίνει». Ύστερα το κένωναν στα πιάτα και το ΄τρωγαν με πολύ ψωμί. Η πανάδα μοιάζει με το «αγιοζούμιν» των βυζαντινών . . . Περισσότερα

πανέλι

Πανέλι /τὸ/ (Ἰ. piana -ello) = κινητὴ σανὶς τοῦ ἐσωτερικοῦ πυθμένος ἐφολκίου.

πανὶ

Πανὶ § ὕφασμα, ὀθώνη. Φ. ἔγινε ’σὰν τὸ πανὶ = ἐφοβήθη. Σημ. Ἡ λέξις ἐὰν δὲν εἶναι ἔκφυλος (ἐκ τοῦ Ἰταλ. pano) πιθανῶς νὰ παρήχθη ἐκ τοῦ Πηνίου, ὡς λέγει καὶ ὁ Δάρβ. (γραμμ. σ. 415). Ὁ Βυζ. ἀγνοεῖ τὴν φράσιν ταύτην.

πανιάζω

κιτρινίζω, χλομιάζω, τα χάνω αιφνιδίως αλλάζοντας κι το χρώμα του προσώπου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πανιάζω (πηνίον, πανὶ) = παίρνω τὸ χρῶμα τοῦ πανίου, χλωμιάζω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Πανιάζω § Μέσ. Φοβοῦμαι, ὠχριῶ. Σημ. ἰδ. Πανί.

Click to listen highlighted text!