Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Π

πριόβολος (ο)

το χαλύβδινο έλασμα που σπινθηρίζει καθώς κρούει την πέτρα (πυρόλιθο) ν΄ ανάψει το φιτίλι ή ίσκα, κοινώς τσακμάκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πυριόβολος /ὁ/ (πῦρ-βάλλω) = χαλύβδινον ἐλασμάτιον ὅπερ κρουόμενον ἐπὶ πυρολίθου παράγει σπινθῆρας, τσακμάκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πριολίθι (το)

τρίμματα πέτρας από λιθάρια του μύλου στο άλεσμα των πελατών. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν έχουν πρόσφατα «χαράξει» τα λιθάρια του μύλου. Υπάρχει όμως και το ενδεχόμενο το «πριολίθι» να προέρχεται από το αλώνι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πριολίθι /τὸ/ (πυρός, πρίων-λίθος) = μόρια λίθου ἐντὸς τοῦ ἐγχωρίου . . . Περισσότερα

πρίσμα

Πρίσμα, § εἶδ. λαχάνου, ὅπερ πρισμάκι καὶ προζυμάκι καλεῖται.

πριτσαλάω και πριτσαλίζω

βατεύω, ασελγώ. μτφ.: γίνομαι φορτικός, ενοχλητικός. φράση: «Μη μου πριτσαλάς την κουβέντα», λέει κάποιος αστειλογώντας σε παρακείμενο πρόσωπο, που του διέκοψε την κουβέντα του. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πριτσαλίζω (Ἰ. prezzolare, prizzare) = ἐπιβατεύω, συνουσιάζομαι (ἐπὶ μηρυκαστικῶν) βλ. καὶ λ. μπρουτσαλίζω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πρίτσολας (ο)

παιδικό αθλητικό παιχνίδι, που παίζεται από ομάδα παιδιών. Στόχος του παιγνιδιού είναι η κατάρριψη ενός λίθου – του λεγόμενου τσιρκάλι – που στήνεται όρθιος σε μεγάλη πέτρα. Ο παίχτης που θα γκρεμίσει τον πρίτσολα σημαδεύοντας τον από μακριά με μια πέτρα, είναι ο νικητής. Η αποκάτω μεγάλη πέτρα λέγεται τσίρκαλος. . . . Περισσότερα

πρίτσουλας

Πρίτσουλας = παιδικό παιχνίδι μέ εὔστοχη βολή διά πέτρας ἐπί ἄλλης πού εἶναι στημένη κάπου. βλ μπρίτσολας και πρίτσολας (ο)

προαίρεση

προαιρετικό «φιλοδώρημα» – οικονομική ενίσχυση προς τον ιερέα και τους ψάλτες του ναού των πιστών το Πάσχα, τα Θεοφάνεια και τα Χριστούγεννα, όταν στις εκκλησίες έβγαινε δίσκος και ο καθένας έριχνε ο,τι προαιρείτο

προβάζα (η)

η κορνίζα εικόνας. Σε vedimonio (καταγραφή περιουσίας) του 1718, Νο 2 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας), βλέπομε: «ένα εικόνισμα, ιστορισμένη εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου και του Αγίου Νικολάου με προβάζα ηνταγιάδα (=σκαλισμένη, ξυλόγλυπτη).

προβαίνω

Προβαίνω μόνον ὁ Ἐνεστ. τῆς Ὁριστ. ἐν χρήσει· οἱ δὲ λοιποὶ χρόνοι ἐκ τοῦ προβάλλω. Φρ. τώρα προβαίνω – γιὰ πρόβαλλε – ἐπρόβαλα νὰ γιδῶ – γιατὶ δεμπροβαίνεις;

πρόβαλμα (το)

το ξάγαντο, η βίγλα, τόπος με μεγάλη θέα. «Για δες εδεκεί στο πρόβαλμα να ιδείς αν έρχεται ο πατέρας σου». «Εβήκατε στο πρόβαλμα; έχετε δίκιο, είναι πολύ ωραία η θέα από δω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρόβαλμα /τὸ/ (πρὸ-βαίνω) = θέσις ἀποπτική, τόπος ἐξέχων πρὸς θέαν. Τα . . . Περισσότερα

προβολή (ἡ)

Προβολὴ /ἡ/ = ἐξέχουσα προθήκη καταστήματος πρὸς πεζοδρόμιον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης προβολή (ἡ): μεγάλο παράθυρο σέ ἰσόγεια καταστήματα ἤ ἐργα­στήρια, ἐκ τοῦ προβάλλω Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου Ξύλινο παράθυρο-πορτάκι στο κατώγι, που άνοιγε προς τα πάνω σαν καταρράκτης, στηριζόμενο σε καδνέλλα (ξύλινο πήχη).  Από το γνωστό ρήμα προβάλλω . . . Περισσότερα

προγιαστός ή

ο γέρος, η γριά. «Τι κάνεις προγιαστή;» – «Είσαι προγιαστός και σε σέβομαι». βλ. και προϊαστός

προγκάω

διώχνω με φωνές και χερονομίες κάποιον – παίρνω δρόμο εξ αιτίας φόβου ή θορύβου. φράσεις: «Ήρθε αλλά τον επρόγκησα με τις φωνές» – «Τ΄ άλογο εφοβήθηκε και επρόγκηξε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Προγκάω (Ἰ. brigare) = ἀποδιώκω, κάμνω τινὰ νὰ φύγῃ, τρέπομαι εἰς φυγὴν ἐκ τρόμου: «ἐπρόγκιξαν . . . Περισσότερα

προγκίδι -ια

δύο σιδερένια ελάσματα παράλληλα και οδοντωτά στις άκρες που τα τοποθετούν το ύφασμα του αργαλειού κατά την ύφανση για να μένει καλά τεντωμένο. Παλιά σύνεργα τα προγκίδια τα βρίσκομε σε καταγραφές ακίνητων στο 16ο και 17ο αιώνα, «και ένα ζευγαρι προυγγίδια για τον αργαλειό», κατγρφ, 1750 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας). Λεξικό . . . Περισσότερα

πρόγκος (ο)

η φυγή ,το λάκισμα. φράση: «Καλά πηγαίναμε με το μουλάρι, αλλά σε κάποια στιγμή επήρε πρόγκο και με πέταξε κάτω» = «Έριξα μια πέτρα στο σκύλο κι επήρε πρόγκο κι έφυγε».

προζυμομολόγος (ο)

μικρό, πήλινο κατά προτίμηση, δοχείο όπου βάζουν μέσα οι γυναίκες το προζύμι. Από πάνω ρίχνουν λάδι και αλάτι για να διατηρείται ξινό και να μην πετσιάζει. το καλοκαίρι σκεπάζουν το προζύμι με ένα πλατύ φύλλο – αμπελόφυλλο, π.χ. – για να μένει δροσερό.

προίκα (η)

χρησιμοποιούμε εδώ την πασίγνωστη αυτή λέξη όχι ως ιδιωματική, αλλά για μερικές φράσεις που αποτελούν προεκτάσεις της. Αγοράζομε ένα πράγμα από μαγαζί και ρωτάμε το μπακάλη: «Πόσο έχει η προίκα του;» = πόσο κάνει. Στο φούρνο: «Δώσε μου μια φρατζόλα ψωμί – Πόσο κάνει η προίκα της;».

πρόκα (ἡ) καί πρόγκα

Πρόγκα /ἡ/ (Ἰ. brocca) = βιομηχανικὴ καρφίς, καρφάκι. (Ἰ. brigare) = ἀποπομπή, διώξιμο, καταδίωξις, ἐπιτίμησις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης πρόκα (ἡ): καρφί, (ΒΕΝ. broca). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

προκάναλο

μέρος του νερόμυλου. Είναι ένας κορμός ξύλινος πελεκημένος εσωτερικά με χοντρά τοιχώματα, που εφάρμοζε σαν στόμιο στην κάτω άκρη της κρέμασης. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

προκόβω

Προκόβω § καὶ προκόπτω, εὐδοκιμῶ. ΚΝ. Σημ. Οἱ πρωτόθ. τῶν ῥ. χαρακτῆρες ἐν πολλοῖς εὐχρηστοῦσι παρὰ τοῖς Λευκαδίοις. Ὁ Βυζ. γρ. προκόπτω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου Προκόβω: αρχ. ρ. προ-κόπτω, παρατ. προέκοπτον και προΰκοπτον = ως μεταβατ. κυρ. αποκόπτω και απομακρύνω τα έμπροσθεν τινος, ή καθαρίζω την οδόν την ανοιγομένην: . . . Περισσότερα

προλαβόν (επίρρ.)

προτού να συμβεί ο,τι συνέβη. φράσεις: «Εγώ ήμουνα προλαβόν εκεί και τα είδα όλα» – «Άργησες, έπρεπε να ΄σαι προλαβόν εκεί».

Click to listen highlighted text!