Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Π

προτσέσο

Προτσέσο /τὸ/ (Ἰ. processo) = δίκη, δικογραφία, δικόγραφον, προχώρησις, πρόοδος.

προυτσαλλίζω

Προυτσαλλίζω (Ἰ. prizzare, procellare) = παίζω ἐκτινάσσων ὕδωρ εἰς τὰ πέριξ, παίζω μὲ τὰ νερά.

προφαντ(ι)κό (το)

η λέξη χρησιμοποιείται ειρωνικά και μειωτικά και σημαίνει τον ασήμαντο άνθρωπο, τον αχαΐρευτο, τον άσκημο κ.λπ. «Τέτοιο προφαντικό πούναι …» _ «Χαρά στο προφαντ΄κό». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Προφαντ(ι)κὸ /τὸ/ (πρὸ-φαίνω) = πρόσωπον ἐξέχον, προδεδηλωμένον, προβαδίζον (λέγεται εἰρωνικῶς ἐπὶ ἀσημάντων ἀτόμων). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Προφαντικό . . . Περισσότερα

προφτασίδι

Κάτι που βιάζεται κανείς να το προφτάσει (φαγητό κυρίως). Το ρήμα προφτάνω και προφταίνω, Αλλά και προκάνω (συνηθέστερα). Παράγωγο του ρήματος αυτού είναι το προφτασίδι, κάτι ανάλογο (εννοιλογικά) με το ζεστοφούρνι (προφουρνιά των βυζαντινών).

προφύσουνο (το)

εξάρτημα της μηχανής του νερόμυλου: είναι ένα κομμάτι σκληρό ξύλο με μια διαμπερή τρύπα στη μέση. Το ΄βαναν μπροστά στο προκάναλο, δηλ. σ΄έναν ξύλινο κορμό – στόμιο- πελεκημένο εσωτερικά, με χοντρά τοιχώματα, που εφάρμοζε στο κάτω μέρος – έξοδο της κρέμασης του νερόμυλου, κι έτσι το νερό που έπεφτε μ΄ . . . Περισσότερα

πρύμα

Πρύμα (πρύμνα) = μὲ οὔριον ἄνεμον, αἰσίως, εὐνοϊκῶς, πρὸς τὴν πρύμνην.

πρωτολάτης (ο)

ο πρώτος καρπός που ωριμάζει την εποχή του. Λέγεται και πρωτόλουβος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρωτολάτης /ὁ/ (πρωτόλειος, πρῶτος, Λ. latum) = ὁ πρῶτος καρπὸς τῆς ἐποχῆς (δι’ ἕκαστον εἶδος). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πρωτοσήφερος -η -ο

ο νιοφερμένος, ο αρχάριος, ο πρωτόφερτος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πρωτοσήφερος -η -ο (πρῶτος, Ἀ. Τ. σεφὲρ) = νεοφερμένος, πρωτοτάξειδος, πρωτόπειρος, ἀρχάριος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πύλωμα (το)

ασθένεια του ανθρώπου στο εντερικό σύστημα, εντεροκολίτιδα. Πώς το θεράπευαν; «Περί δυσεντερίας και πυλώματα: Έπαρε σαλιάγκους ή τους κοχύλους και βάλε τέσσαρα μερδικά από αυτήν την σκόνην και δύο μερδικά γάλα και ένα πιπέρι άσπρο, να τα ενώσεις και ας πίνει απ΄ αυτό ο ασθενής πολλές φορές και υγιαίνει».

πύρη

Πύρη /ἡ/ = πυρά, φλόγα, θερμότης ἐξ ἀντανακλάσεως. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Πύρη (η). «Η εκ της πυράς θερμότης. Εντεύθεν λέγεται πύρη και η εκ του πυρετού φλόγωσις (βαλαωρίτης, 365). Λέμε: «Με πήρε η πύρη στο πρόσωπο» (από τη φωτιά). Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

πύρια

Πύρια = χωνάκι τοῦ λαδιοῦ καί ἐν γένει ἐκ λευκοσιδήρου.

πυροστιά (η)

σιδερένιος τρίποδας όπου τοποθετούσαν την πινιάτα μαγειρέματος. Λέγεται και σιδεροστιά: παλιό κουζινικό σύνεργο που το βρίσκομε σε κτγρφ. του 1697: «πυροστιά μία» (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Π(υ)ροστιὰ /ἡ/ (πῦρ-ἑστία, ἵστημι) = μικρὸς σιδηροῦς τρίπους ἐπὶ τοῦ ὁποίου τοποθετεῖται ὑπὲρ τὴν πυρὰν ἡ χύτρα ἢ . . . Περισσότερα

πύρωμα (το)

το κάψιμο. θεραπευόταν ως εξής: «Τα καρύδια να τα τρίψει ο άνθρωπος και να αλείφει τα πυρώματα». (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ 122).

πυρωμάδα (η) και πυρομάδα

φέτες χωριάτικου ψωμιού πυρωμένες στη φωτιά και αλειμμένες (παπαρωμένες) με λάδι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πυρομάδα = καψαλισμένη στή φωτιά φέτα ψωμιοῦ πασπαλισμένη μέ λάδι. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

πυρωμάδα και προμάδα

Π(υ)ρωμάδα καί Προμάδα  /ἡ/ (πῦρ -ωμα) = τεμάχιον ἄρτου μόλις ξηρανθὲν εἰς τὴν πυράν, φρυγανιὰ ἐκ κοινοῦ ἐγχωρίου ἄρτου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Π(υ)ρωμάδες, οι, (θηλ) = (εκ του ρ. πυρώνω) πυρωμένες φέτες ψωμιού αντικριστά της φωτιάς, ποτισμένες με λάδι. Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

πυρώνω

θερμαίνω στη φωτιά τα χέρια μου, τα βρεγμένα ρούχα μου κ.ά. πράγματα. φράση: «Πήγαινε, παιδί μου, στη φωτιά να πυρωθείς, τα χέρια σου είναι ξυλιασμένα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Π(υ)ρώνω (πῦρ) = θερμαίνω εἰς τὴν πυράν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

πυτιά (η), αρχ. πυτία

η γουλιάστρα (το πρωτόγαλα) των μηρυκαστικών, το περιεχόμενο του στομάχου αρνιών και κατσικιών, που το ξεραίνουν κρεμασμένο στη κουζίνα και το χρησιμοποιούν διαλυμένο για να πήζουν το γάλα και να το κάμουν τυρί. ΒΑΛ. Φωτεινός, Α’ : «και μια κρεμάθα με πυτιές σιμά στον καπνοδόχο». Το περιεχόμενο του στομάχου, αφού . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!