Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Π

΄πίμυτα

᾿Πίμυτα, § πρινιδόν. Π. ἔπεσε ᾿πίμυτα = ἔπεσε πρηνής, οἱονεὶ ἐπὶ τῆς μύτης (ῥινός). Σημ. Ὁ Βυζ. γρ. προύμυτα (ἐν λ.), οἱ δὲ Μήλιοι λέγ. προύμουντα (ἐφ. Φιλομ. ἀρ. 792), οἱ δὲ Κρῆτες μπούμπουρα (Φιλίστ. Δ΄ 520).

΄ποδόχη

᾿Ποδόχη, § ἡ ὀριζόντιος πλὰξ ἡ κειμένη πρὸ τοῦ στομίου τοῦ κλιβάνου καὶ ὡρισμένη νὰ δέχηται τὰ θράκια. Σημ. Ἐκ τοῦ ὑποδοχή.

με έπιασε τ’αμάξι

«(Με) έπιασε τ’αμάξι»: (πιάνω, αρχ. ρ. πιάζω, παράλλ. του πιέζω) = με ζάλισε, με «ανακάτεψε», μου προξένησε τάση για εμετό, ναυτία.

π΄γεντάω και ἀναπιεντάω και πιεντάω

λογαριάζω, υπολογίζω, σέβομαι, υπακούω. φράση: «Έχω κι αυτόν τον κόνσολα, π΄δε με πγεντάει καθόλου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Π(ι)γεντάω (Ἰ. pieta) = εὐλαβοῦμαι, σέβομαι, ὑπακούω, ἀκούω, ἐννοῶ, ἀντιλαμβάνομαι (συμπλ/κῶς). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ἀναπιεντάω καί πιεντάω = δέν σέ ὑπολογίζω γι᾿ ἀντίπαλο, δέν σέ ἀναπιεντάω . . . Περισσότερα

π΄λιάφας (ο)

ο τεμπέλης, ο άπραγος, ο φυγόπονος (πλιάφας) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πιλιάφας /ὁ/ (Τ. Σ. πιλὰβ) = ὀκνηρός, ἀπράγμων, χαλβᾶς, λαπᾶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

π΄λικούκια (τα)

πολυκούκια ή πολυσπόρια: φαγητό από ποικιλία οσπρίων, που μαγειρεύεται κατά τα έθιμα την ημέρα της Παναγίας της Μισοσπορίτισσας (21 Νοεμβρίου – Τα Εισόδια της Θεοτόκου) (πλικούκια) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πιλυκούκια (Πιλκούκια) καί Π(ι)λ(ι)κούκια /τὰ/ (πολὺς-κόκκος) = φαγητὸν ἐξ ὀσπρίων ποικίλων ἀναμίξ, πολυσπόρια. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    . . . Περισσότερα

π΄όχ΄τ΄μα (το)

απόχτημα. Λέγεται κυρίως ειρωνικά για μερικούς ιδιόμορφους και ανάξιους ανθρώπους. «Τι πόχτμα είναι αυτός!» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πόχτημα / Πόχτμα/τὸ/ = ἀπόκτημα, πρόσωπον ἢ πρᾶγμα ἀξίας. (λέγεται καὶ εἰρωνικῶς μὲ ἀντίθετον ἔννοιαν). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

π΄ρι (το)

μικρή τρύπα, είδος πίρου, σε κρασοβάρελο, που κλείνεται με μικρό ξύλο ή πρόγκα, τυλιγμένη σε λινάρι. (πρι) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Π(ι)ρὶ καί Π(υ)ρὶ  /τὸ/ (πείρω, περῶ) = κάρφος (ξυλάριον) διὰ τοῦ ὁποίου πωματίζεται μικρὰ ὀπὴ ἀντλήσεως εἰς οἰνοβάρελλον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

π΄στρώνω

επιστρώνω – πιστρώνω. Τακτοποιώ τα σκεπάσματα ανθρώπου που κοιμάται, για να μη γλιστρήσουν και του φύγουν. φράσεις: «Έλα να με π΄στρώσεις, γιατί μου φύβγανε τα σκεπάσματα» – «Μια στιγμή να π΄στρώσω το κρεβάτι του παιδιού κι έφτασα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Π(ι)στρώνω (έπὶ-στρωννύω) = διευθετῶ τὰ σκεπάσματα . . . Περισσότερα

π΄σωκάπ΄λα (επίρρ.)

πισωκάπουλα = πίσω στα καπούλια του υποζυγίου. «Η μάνα μου κάθισε στο σαμάρι του αλόγου μας κι εγώ μπήκα πσωκάπλα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Π(ι)σωκάπ(ου)λα (ὀπίσω, Ἰ. copula) = ὄπισθεν τοῦ σάγματος ἐπὶ τῶν γλουτῶν τοῦ ὑποζυγίου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

π΄τόγαλο (το) και πυχτόγαλο

πηχτόγαλα, το πηγμένο γάλα (σα γιαούρτι) προτού γίνει τυρί. (πτόγαλο) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Πυχτόγαλο = τυρόγαλο, τό πηγμένο γάλα γιά τήν ἐξαγωγή τοῦ τυριοῦ. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

π’λάκια, τα

Π’λάκια, τα: (πουλάκια). Ρεβίθια ή καλαμπόκια ψημένα στα θράκια (κάρβουνα). Προφανώς λόγω του χαρακτηριστικού τους να ανοίγουν (να σκάνε) και να πετιούνται με την απότομη αύξηση της θερμοκρασίας.

π(ει)ράζω

Πειράζω (πράζω)= πειράζω, ἐνοχλῶ, καταθλίβω, «μὴν πράζεσ᾿ ἀφέντ᾿ μ». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Π(ει)ράξει: πειράξει, με την έννοια να φλερτάρει, να παρενοχλήσει. Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

π(η)δοῦλι

Πηδοῦλι /τὸ/ (πηδάω -ῶ) = τὸ πηδοῦλι, ὁ μικροσκοπικός λευκοσκώληξ τοῦ τυροῦ.

π(ι)διαλάζομαι

Πιδιαλάζομαι (Πδιαλάζομαι) (ἐπὶ-διὰ-ἀλάσσομαι) = ἐπιλαμβάνομαι, μεταχειρίζομαι, χειροδικῶ.

π(ι)θοκάρι

Πιθοκάρι /τὸ/ (ἀποτίθημι-καιρὸς) = χῶρος προφορος ἢ ἀσφαλὴς πρὸς φύλαξιν κινητῶν πραγμάτων.

π(ι)λιάφι καί πλιάφ(ι)

Π(ι)λιάφι καί Πλιάφ(ι) /τὸ/ (Τ. Σ. πιλὰβ) = πιλάφι, φαγητὸν ἐξ ὀρύζης μὲ ἐλάχιστον ὕδωρ ἀπορροφώμενον κατὰ τὴν βράσιν.

π(ι)σκέσ(ι)

Π(ι)σκέσ(ι) (Πισκέσι – Πσκέσ) /τὸ/ (Τ. πεσκὲς) = φιλοδώρημα ὡς εἶδος, δῶρον, ρεγάλο.

Click to listen highlighted text!