Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ο

οὐγγιά (ἡ)

οὐγγιά (ἡ): ὑποδιαίρεση τῆς γιάρδας [1]. [1]  Τά μέτρα καί σταθμά στήν ἑπτάνησο ἐπί ἀγγλικῆς «Προστασίας» καθωρίστηκαν μέ τήν πρά­ξη 9/24-4-1828 τοῦ Γ΄ Κοινοβουλίου. Μέ τό ἄρθρο 3 ὡρίσθηκε τό μέτρο μήκους νά εἶναι ἀπό τήν 1-2-1829, ἴσο μέ τήν αὐτοκρατορική Ἀγγλική Γιάρδα, καί νά ὀνομάζε­ται Ἰονική Γιάρδα: (1 γιάρδα = . . . Περισσότερα

ούλτιμο (το)

το τελευταίο, το έσχατο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Οὔλτ(ι)μο /τὸ/ (Ἰ. ultimo) = τὸ ὕστατον, ἡ ἐσχάτη ὥρα, τὸ τελειωτικόν, τὸ μοιραῖον, ὁ θάνατος. «αὐτὸ θὰ νἆναι τὸ οὔλτιμο». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ούλτιμος -η -ο

ο τελευταίος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Οὔλτ(ι)μος -η -ο (Ἰ. ultimo) = ὕστατος, τελευταῖος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ούργια (επίρρ.)

επιθετική παρόρμηση εναντίον κάποιου – «ούργια απάνω του …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Οὔρ(γ)ια /ἐπίρ./ (οὔριος -α, Τ. οὐγούρ, Σ. jούρις) = κατ’ εὐθεῖαν, ἀκαθέκτως. «ἐρχόνταν’ οὔρια κατ’ ἀπάν’ μου». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

οφίτζιον

το αξίωμα, η εξουσία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀφίτζιον /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. ufficio) = ἐξουσία, δικαίωμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

οφφίκιον (το)

εκκλησιαστική υπηρεσία, αξίωμα που δίνεται από την εκκλησία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀφίκκιον /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. officio) = ἐκκλησιαστικὸν ἀξίωμα, καθῆκον, ὑπηρεσία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

οχιά (η)

το γνωστό φαρμακερό φίδι, έχιδνα. μτφ. : η κακόγλωσση γυναίκα. Παροιμία: «Αν σε φάϊ τ΄ ακονάκι, το τσαπί και το φκιαράκι / κι αν σε φάω ΄γω η οχιούλα, έχεις μιαν απαντοχούλα«. ΒΑΛ. Κυρά Φροσύνη Α’ 304: «Καθώς τα τέκνα της οχιάς ξεσχίζουνε και τρώγουν». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος . . . Περισσότερα

οχνάδα

Ιδιωματικός τύπος της λέξης αχνάδα, που σημαίνει θαμπάδα. Στο χωριό λέμε: του πήρε μια οχνάδα, είπε κάτι «μέσα σ΄ άκρες», ή «να πάρ΄ς μια οχνάδα».

ὄχτος (ὁ)

ὄχτος (ὁ): ὄχθη, φυσική ἤ τεχνητή κατακόρυφος τομή ἐδάφους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄχτος -ιὰ /ὁ, ἡ/ (ὄχθη) = φυσικὴ ἢ τεχνητὴ κατακόρυφος τομὴ τοῦ ἐδάφους, κατακόρυφον ἀνάχωμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

όψομαι

Όψομαι: Εκ του ρ. οράω ή ορόω, παρ. εώρων, αόρ. είδον, μέλ. όψομαι (εκ του ΟΠ-, παρακ. όπωπα) = βλέπω, παρατηρώ, θεώμαι, κοιτάζω.

Click to listen highlighted text!