Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ο

ὄργος

Ὄργος /ὁ/ (ὀργάω-ἐργάω) = ὁ τόπος τῆς ἀγροτικῆς καλλιεργείας καὶ ἰδίᾳ ἡ περιοχὴ τοῦ σκαψίματος ἢ τῆς ἀρόσεως.

οργοτόμος (ο)

ο επιστάτης αγροτικών εργασιών. ΒΑΛ. Αθανάσιος Διάκος, στα σχόλια σημειώνει: «οργοτόμος» = ο διευθύνων τους θεριστάς και εν γένει ταις αγροτικαίς εργασίαις, ο προπορευόμενος σκαπανεύς. Ο χαράττων την γραμμήν, ήτις τίθεται ως ώριον εις τας γινομένας ανασκαφάς». Όργος ή οργός ο ανορυττόμενος αύλαξ, αυτή η γραμμή. στίχος: «Χιλιάδες ήρθαν θερισταί . . . Περισσότερα

ὄργωμα

Ὄργωμα /τὸ/ (ὀργάω, ἐργάω) = σκάψιμον δι’ ἀρότρου ἢ ἀξίνης.

ὀργώνω

Ὀργώνω (ὀργάω, ἐργάω) = ἀνασκάπτω, καλλιεργῶ, διεξέρχομαι ἐπιμόχθως.

ορδινάριος (ο)

ο κοινός άνθρωπος, ο ευτελής, ο πρόστυχος, ο λαϊκός τύπος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀρδ(ι)νάριος /ὁ/ (Ἰ. ordinario) = τῆς σειρᾶς, λαϊκός, εὐτελής. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ορίζω

είμαι κύριος κτήματος, σπιτιού κ.λπ. φράσεις: «δεν ορίζω την περιουσία μου;» = δεν εξουσιάζω; – «τα παιδιά μου τα ορίζω εγώ». Επίσης σημαίνει = περάστε, ορίστε κοπιάστε μέσα στο φτωχικό μας κ.λπ.

ὅριο

Ὅριο § τὸ σύνορον. Π. ὅριο μονοπάτι. (ἰδ. ᾆσμ. 5) = ὁδὸς συνορεύουσα μὲ τὸ μέρος, πρὸς ὃ διευθύνεταί τις. Ἡ λ. εἶναι εὔχρ. μόνον εἰς τὰ ᾄσματά μας. Σημ. Ἐκ τοῦ ὅριον. Φυσικώτερον ὥρῃο μονοπάτι. Σ.Φ.Ε.

ορκέλλα (η)

η ξύλινη κουβαρίστρα. «δώσε μου μια ορκέλλα μαύρη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξύλινη κουβαρίστρα. Η λέξη είναι ιταλικής προελεύσεως. Το ιταλικό rocca που είναι η γνωστή μας ρόκα για το γνέψιμο (η ηλακάτη των αρχαίων) και το υποκοριστικό του ροκέλλα, μας έδωσαν την ορκέλλα (με αναγραμματισμό) . . . Περισσότερα

ὀρλάδες (οἱ)

ὀρλάδες (οἱ): σανίδες πλάτους περίπου δεκαπέντε ἑκατοστῶν, οἱ ὁποῖες καρφώνονταν στόν τοῖχο στό ὕψος τῶν τρα­πεζιῶν, τῶν καθισμάτων, καναπέδων κ.λπ. ὥστε νά μήν φθείρεται ὁ τοῖχος ἀπό τά ἔπιπλα, (IT. orlare).

ὁρμ(η)νεύω

Ὁρμ(η)νεύω (ἑρμηνεύω) = νουθετῶ, συμβουλεύω, κάμνω συστάσεις. ὁρμνεύω / ὁρμηνεύω

ὁρμήνεια

Ὁρμήνεια /ἡ/ (ἑρμηνεία) = νουθεσία, συμβουλή, σύστασις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ορμήνεια, η : (ρ. ορμηνεύω, αρχ. ερμηνεύω) = η συμβουλή.Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

όρμπο

ας γίνει ο,τι θέλει, στάχτη και κουρνιαχτός να γίνουν όλα, χτυπήματα στα τυφλά, στα στραβά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὅρμπο /ἐπίρ. ἢ ἐπιφών./ (Λ. orbus) = εἰς ὀρφανείαν, εἰς ὄλεθρον, εἰς ἀφανισμόν, «γαῖα πυρὶ μιχθήτω». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ορνιθόκωλος

Είναι ο κοινώς τριχοφάγος ή επιστημονικά αλωπεκία (μερική ή ολική). Παλιά η πάθηση αυτή του τριχωτού της κεφαλής αντιμετωπιζότανε από τους κουρείς με γιατροσόφια, όπως σκόρδα κ.λπ. Αποτελεσματική όμως θεραπεία θεωρούνταν η γυμνή επαφή του πάσχοντος τριχωτού με τον πισινό της κότας. Η «επέμβαση» αυτή έδωκε το όνομα ορνιθόκωλος!

ὀρνικὸ

Ὀρν(ι)κὸ /τὸ/ (ὄρνυμι, Ἰ. ornare) = προσόν, προτέρημα, καλωσύνη, αἴσθημα, χάρις. «δὲν ἔχει ὀρνικὸ ἀπάν’ του».

όρσε (επίρρ.)

επιφώνημα οργής συνοδευόμενο από φασκέλωμα: αλλιώς: Να πάρε. φράση: «όρσε, κουμπάρε κουφέττα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄρσε (ὁρίζω, ὄρνυμι) = πρόσταξε, εὐαρεστήσου, πᾶρε, νά. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ὀρτζάδα

Ὀρτζάδα /ἡ/ (Γαλλ. orange, Ἰ. arancia) = χυμὸς πορτοκαλιοῦ, πορτοκαλάδα.

όρτη (η)

η κανονική, η ορθή όψη του υφάσματος. Το αντίθετο της όρτης είναι η ανάποδη. «Όταν φοράς τα ρούχα σου απ΄ την ανάποδη σε κοροϊδεύουν, σε λένε αφηρημένο και γρουσούζη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄρτη /ἡ/ (ὀρθὴ) = ἡ ὀρθὴ ὄψις ὑφάσματος, ἐνδύματος κ.λπ. «γιὰ γύρσέ το . . . Περισσότερα

ὀρτός -ή-ό

Ὀρτὸς -ὴ -ὸ = ὀρθός, ὄρθιος. «σήκω ὀρτός», ὀρθοστάτης τῆς θύρας ἐκ πελεκητῶν λίθων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Είναι ο όρθιος. Λέμε: Αυτός πλααίνει (κοιμάται) ορτός! Το ίδιο κι όταν λέμε για ις δυο όψεις του υφάσματος: «Όρτ κι ανάποδη». Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης ὀρτός -ή-ό: ὀρθός, ὀρθοστάτης . . . Περισσότερα

ορτοστήμονο (το)

το ύφασμα που ράβεται, ως συμπληρωματικό κομμάτι, με κάθετο στημόνι. Όταν αγόραζαν οι παλαιές γυναίκες, ένα φόρεμα χωριάτικο και δεν έφτανε η «πέτσα» του καταστήματος, τότε έβαναν συμπλήρωμα ένα κομμάτι με το στημόνι διαφόρου φοράς.  Κι έλεγαν: «Ας είναι κι ορθοστημένο, δεν πειράζει». Επίσης οι γυναίκες στα χωριά έκαναν και . . . Περισσότερα

ὀρτοστήμονος -η -ο

Ὀρτοστήμονος -η -ο (ὀρθός, ὄρθιος-στήμων) = ὁ ἐρραμένος καὶ φερόμενος μὲ κάθετον τὸ στημόνι τῆς ὑφάνσεως.

όρτσα (επίρρ.)

Όταν η πλώρη του καραβιού είναι γυρισμένη προς την κατεύθυνση του ανέμου. Αστειολογική έννοια, απάνω τους, εμπρός… Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄρτσα /ἐπίρ./ (Ἰ. orza) = προσηνέμως, ἐπὶ τὸν ἄνεμον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

ορφανοκοίλης (ο)

όποιος μένει ορφανός, προτού να ιδεί το φως του κόσμου, πριν βγει απ΄την κοιλιά της μάνας του.

οσκρός (ο)

το δηλητήριο μερικών φιδιών, του σκορπιού, της μέλισσας κ.α. Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. Ι, 713: «κεντρώστε με τον οσκρό / κάθε φιδιού που από το ντύμα βγαίνει». Σε περίπτωση  που ο οσκρός προερχόταν από σκορπιό, δάγκωνε δηλ. ο σκορπιός κάποιον, τότε σκότωναν έναν σκορπιό, τον καίγανε, βράζανε τη στάχτη του με . . . Περισσότερα

οτρά (η)

[πριν από άλλη λέξη] χρωματιστό γαϊτάνι, μεταξοκλωστή. Τις οτρές τις λένε και μανάδες. Το πλέξιμο της οτράς από μεταξοκλωστές γινόταν μαστορικά, με τέχνη απ΄ τους φραγκοράφτες. Με τις οτρές διακοσμούσαν τις παραδοσιακές φορεσιές, ιδίως τα κοντέσια και τα γελέκια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀτρὰ /ἡ/ (Τ. . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!