Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ο

ὀρλάδες (οἱ)

ὀρλάδες (οἱ): σανίδες πλάτους περίπου δεκαπέντε ἑκατοστῶν, οἱ ὁποῖες καρφώνονταν στόν τοῖχο στό ὕψος τῶν τρα­πεζιῶν, τῶν καθισμάτων, καναπέδων κ.λπ. ὥστε νά μήν φθείρεται ὁ τοῖχος ἀπό τά ἔπιπλα, (IT. orlare).

ὁρμ(η)νεύω

Ὁρμ(η)νεύω (ἑρμηνεύω) = νουθετῶ, συμβουλεύω, κάμνω συστάσεις. ὁρμνεύω / ὁρμηνεύω

ὁρμήνεια

Ὁρμήνεια /ἡ/ (ἑρμηνεία) = νουθεσία, συμβουλή, σύστασις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ορμήνεια, η : (ρ. ορμηνεύω, αρχ. ερμηνεύω) = η συμβουλή.Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

όρμπο

ας γίνει ο,τι θέλει, στάχτη και κουρνιαχτός να γίνουν όλα, χτυπήματα στα τυφλά, στα στραβά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὅρμπο /ἐπίρ. ἢ ἐπιφών./ (Λ. orbus) = εἰς ὀρφανείαν, εἰς ὄλεθρον, εἰς ἀφανισμόν, «γαῖα πυρὶ μιχθήτω». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ορνιθόκωλος

Είναι ο κοινώς τριχοφάγος ή επιστημονικά αλωπεκία (μερική ή ολική). Παλιά η πάθηση αυτή του τριχωτού της κεφαλής αντιμετωπιζότανε από τους κουρείς με γιατροσόφια, όπως σκόρδα κ.λπ. Αποτελεσματική όμως θεραπεία θεωρούνταν η γυμνή επαφή του πάσχοντος τριχωτού με τον πισινό της κότας. Η «επέμβαση» αυτή έδωκε το όνομα ορνιθόκωλος!

ὀρνικὸ

Ὀρν(ι)κὸ /τὸ/ (ὄρνυμι, Ἰ. ornare) = προσόν, προτέρημα, καλωσύνη, αἴσθημα, χάρις. «δὲν ἔχει ὀρνικὸ ἀπάν’ του».

όρσε (επίρρ.)

επιφώνημα οργής συνοδευόμενο από φασκέλωμα: αλλιώς: Να πάρε. φράση: «όρσε, κουμπάρε κουφέττα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄρσε (ὁρίζω, ὄρνυμι) = πρόσταξε, εὐαρεστήσου, πᾶρε, νά. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ὀρτζάδα

Ὀρτζάδα /ἡ/ (Γαλλ. orange, Ἰ. arancia) = χυμὸς πορτοκαλιοῦ, πορτοκαλάδα.

όρτη (η)

η κανονική, η ορθή όψη του υφάσματος. Το αντίθετο της όρτης είναι η ανάποδη. «Όταν φοράς τα ρούχα σου απ΄ την ανάποδη σε κοροϊδεύουν, σε λένε αφηρημένο και γρουσούζη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄρτη /ἡ/ (ὀρθὴ) = ἡ ὀρθὴ ὄψις ὑφάσματος, ἐνδύματος κ.λπ. «γιὰ γύρσέ το . . . Περισσότερα

ὀρτός -ή-ό

Ὀρτὸς -ὴ -ὸ = ὀρθός, ὄρθιος. «σήκω ὀρτός», ὀρθοστάτης τῆς θύρας ἐκ πελεκητῶν λίθων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Είναι ο όρθιος. Λέμε: Αυτός πλααίνει (κοιμάται) ορτός! Το ίδιο κι όταν λέμε για ις δυο όψεις του υφάσματος: «Όρτ κι ανάποδη». Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης ὀρτός -ή-ό: ὀρθός, ὀρθοστάτης . . . Περισσότερα

ορτοστήμονο (το)

το ύφασμα που ράβεται, ως συμπληρωματικό κομμάτι, με κάθετο στημόνι. Όταν αγόραζαν οι παλαιές γυναίκες, ένα φόρεμα χωριάτικο και δεν έφτανε η «πέτσα» του καταστήματος, τότε έβαναν συμπλήρωμα ένα κομμάτι με το στημόνι διαφόρου φοράς.  Κι έλεγαν: «Ας είναι κι ορθοστημένο, δεν πειράζει». Επίσης οι γυναίκες στα χωριά έκαναν και . . . Περισσότερα

ὀρτοστήμονος -η -ο

Ὀρτοστήμονος -η -ο (ὀρθός, ὄρθιος-στήμων) = ὁ ἐρραμένος καὶ φερόμενος μὲ κάθετον τὸ στημόνι τῆς ὑφάνσεως.

όρτσα (επίρρ.)

Όταν η πλώρη του καραβιού είναι γυρισμένη προς την κατεύθυνση του ανέμου. Αστειολογική έννοια, απάνω τους, εμπρός… Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄρτσα /ἐπίρ./ (Ἰ. orza) = προσηνέμως, ἐπὶ τὸν ἄνεμον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

ορφανοκοίλης (ο)

όποιος μένει ορφανός, προτού να ιδεί το φως του κόσμου, πριν βγει απ΄την κοιλιά της μάνας του.

οσκρός (ο)

το δηλητήριο μερικών φιδιών, του σκορπιού, της μέλισσας κ.α. Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. Ι, 713: «κεντρώστε με τον οσκρό / κάθε φιδιού που από το ντύμα βγαίνει». Σε περίπτωση  που ο οσκρός προερχόταν από σκορπιό, δάγκωνε δηλ. ο σκορπιός κάποιον, τότε σκότωναν έναν σκορπιό, τον καίγανε, βράζανε τη στάχτη του με . . . Περισσότερα

οτρά (η)

[πριν από άλλη λέξη] χρωματιστό γαϊτάνι, μεταξοκλωστή. Τις οτρές τις λένε και μανάδες. Το πλέξιμο της οτράς από μεταξοκλωστές γινόταν μαστορικά, με τέχνη απ΄ τους φραγκοράφτες. Με τις οτρές διακοσμούσαν τις παραδοσιακές φορεσιές, ιδίως τα κοντέσια και τα γελέκια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀτρὰ /ἡ/ (Τ. . . . Περισσότερα

οὐγγιά (ἡ)

οὐγγιά (ἡ): ὑποδιαίρεση τῆς γιάρδας [1]. [1]  Τά μέτρα καί σταθμά στήν ἑπτάνησο ἐπί ἀγγλικῆς «Προστασίας» καθωρίστηκαν μέ τήν πρά­ξη 9/24-4-1828 τοῦ Γ΄ Κοινοβουλίου. Μέ τό ἄρθρο 3 ὡρίσθηκε τό μέτρο μήκους νά εἶναι ἀπό τήν 1-2-1829, ἴσο μέ τήν αὐτοκρατορική Ἀγγλική Γιάρδα, καί νά ὀνομάζε­ται Ἰονική Γιάρδα: (1 γιάρδα = . . . Περισσότερα

ούλτιμο (το)

το τελευταίο, το έσχατο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Οὔλτ(ι)μο /τὸ/ (Ἰ. ultimo) = τὸ ὕστατον, ἡ ἐσχάτη ὥρα, τὸ τελειωτικόν, τὸ μοιραῖον, ὁ θάνατος. «αὐτὸ θὰ νἆναι τὸ οὔλτιμο». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ούλτιμος -η -ο

ο τελευταίος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Οὔλτ(ι)μος -η -ο (Ἰ. ultimo) = ὕστατος, τελευταῖος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ούργια (επίρρ.)

επιθετική παρόρμηση εναντίον κάποιου – «ούργια απάνω του …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Οὔρ(γ)ια /ἐπίρ./ (οὔριος -α, Τ. οὐγούρ, Σ. jούρις) = κατ’ εὐθεῖαν, ἀκαθέκτως. «ἐρχόνταν’ οὔρια κατ’ ἀπάν’ μου». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

οφίτζιον

το αξίωμα, η εξουσία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀφίτζιον /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. ufficio) = ἐξουσία, δικαίωμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

οφφίκιον (το)

εκκλησιαστική υπηρεσία, αξίωμα που δίνεται από την εκκλησία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀφίκκιον /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. officio) = ἐκκλησιαστικὸν ἀξίωμα, καθῆκον, ὑπηρεσία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

οχιά (η)

το γνωστό φαρμακερό φίδι, έχιδνα. μτφ. : η κακόγλωσση γυναίκα. Παροιμία: «Αν σε φάϊ τ΄ ακονάκι, το τσαπί και το φκιαράκι / κι αν σε φάω ΄γω η οχιούλα, έχεις μιαν απαντοχούλα«. ΒΑΛ. Κυρά Φροσύνη Α’ 304: «Καθώς τα τέκνα της οχιάς ξεσχίζουνε και τρώγουν». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος . . . Περισσότερα

οχνάδα

Ιδιωματικός τύπος της λέξης αχνάδα, που σημαίνει θαμπάδα. Στο χωριό λέμε: του πήρε μια οχνάδα, είπε κάτι «μέσα σ΄ άκρες», ή «να πάρ΄ς μια οχνάδα».

ὄχτος (ὁ)

ὄχτος (ὁ): ὄχθη, φυσική ἤ τεχνητή κατακόρυφος τομή ἐδάφους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄχτος -ιὰ /ὁ, ἡ/ (ὄχθη) = φυσικὴ ἢ τεχνητὴ κατακόρυφος τομὴ τοῦ ἐδάφους, κατακόρυφον ἀνάχωμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

όψομαι

Όψομαι: Εκ του ρ. οράω ή ορόω, παρ. εώρων, αόρ. είδον, μέλ. όψομαι (εκ του ΟΠ-, παρακ. όπωπα) = βλέπω, παρατηρώ, θεώμαι, κοιτάζω.

Click to listen highlighted text!