Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ο

ομπλιγκατζόνε

(obligazione) = η δέσμευση, η υποχρέωση. (Γεωργικά της Λευκάδας, σελ 176-77). Παραθέτομε απόσπασμα μισθωτηρίου εγγράφου συνταγμένου στην Αμαξική (τότε πρωτεύουσα της Λευκάδας) στα 1711, που περιλαμβάνει τις παραπάνω λέξεις: » … και όσα παλιά κλίματα είναι να τα καταβολιάζει και να τα χιόνι στης γης, και λίποντας από τες άνοθεν . . . Περισσότερα

ομπλός -ή -ό

απαλός, αραιός στο πλέξιμο. «το ζυμάρι έγινε πολύ ομπλό», απαλό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀμπλὸς -ὴ -ὸ (ἐμβελής, ἔμβολος, ἀμβλύς, Λ. amplus) = ἀραιὸς εἰς τὸ πλέξιμον ἢ τὴν ὕφανσιν, τραχείας ὑφάνσεως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ὀνάδα

Ὀνάδα /ἡ/ (ὁμηρ. ὄγχνη-ὰς) = ποικιλία ἀχλαδιοῦ Λευκάδος, σηκοτάπιδο.

ονόρο (το)

όρος στο χαρτοπαίγνιο: άσσος, ρήγας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀνόρο /τὸ/ (Ἰ. onore) = παιγνιόχαρτον συμβατικῆς ἀξίας εἰς τὸ χαρτοπαίγνιον (ἄσσος, ρήγας). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ὄντας

Ὄντας (Σ. ὄνdα) = ὅτε, ὅταν, ὁσάκις, τότε πού. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ὅντα καὶ Ὅντας ἴδε ἀφόντας. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

όξ΄κι όξ΄

πέρα για πέρα. «Η πρόγκα βγήκε όξ΄κι όξ΄» = απ΄ τη μια άκρη ως την άλλη.

όξου και …

έξον και, εκτός κι αν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄξου = ἔξω, ἐκτός, ἐκτὸς ἂν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

όξω

αποτρεπτικό παρακέλευσμα. Το λέμε όταν θέλομε να αποθαρρύνουμε ή να απομακρύνουμε ένα σκυλί: όξ΄- όξ΄όξ΄από δω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄξω = ἔξω, μακρυά, πήγαιν’ ἀπ’ ἐδῶ. (παράγγελμα ἀποδιώξεως εἰς κῦνα ἢ ἐνθαρρυντικὴ παρακέλευσις εἰς ὀλισθῆσαν ὑποζύγιον). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

οξωτέρα, η

Οξωτέρα, η: η εξωτέρα, η εξωτερική εργασία στους αγρούς. Το έξω λέγεται και όξου ή όξω.

όπ΄λα

(παρακελευστικό επιφώνημα) = εμπρός, χοπ. Η λέξη συνοδεύεται και από το σκάσιμο των δακτύλων του δεξιού μας χεριού. Το ό(ου)λα είναι κυρίως ενθαρρυντικό-παρορμητικό κέλευσμα στον πρώτο χορευτή. Το λέει δε κι ο ίδιος: όπ΄λαα … ‘οπ΄λα, χοπ, χοπ. (όπλα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὄπ(ου)λα -τα /ἠχητ./ . . . Περισσότερα

ὀπιστόκληρα

’Οπιστόκληρα, § οὕτω καλοῦνται τὰ ἐρίφια, τὰ φέροντα εἰς τὸ ὄπισθεν μέρος τῶν ὠτίων σημεῖά τινα τεχνητὰ πρὸς διάκρισιν. Καλοῦνται δὲ καὶ ἐμπροστόκληρα, ὅταν φέρωσιν αὐτὰ εἰς τὸ ἔμπροσθεν μέρος τῶν ὠτίων.

οργιά

Είναι η αρχαία ελληνική «οργυιά» από το ρήμα ορέγω (όρεξη) και σημαίνει κατά πρώτο, απλώνω τα χέρια. «Μονάδα μήκους αποστάσεων» … ίση περίπου με το μήκος που έχουν τα χέρια τεντωμένα. Στο χωριό λέμε: «Ξύπνα, ο ήλιος είναι δυο οργιές απάνου …», πέρασε δηλ. η ώρα, άργησες. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα . . . Περισσότερα

ὀργίζομαι

Ὀργίζομαι, § ὀργίζομαι. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀρχ. ὀργιάω ἄλλου τύπου τοῦ ὀργίζομαι

ὄργος

Ὄργος /ὁ/ (ὀργάω-ἐργάω) = ὁ τόπος τῆς ἀγροτικῆς καλλιεργείας καὶ ἰδίᾳ ἡ περιοχὴ τοῦ σκαψίματος ἢ τῆς ἀρόσεως.

οργοτόμος (ο)

ο επιστάτης αγροτικών εργασιών. ΒΑΛ. Αθανάσιος Διάκος, στα σχόλια σημειώνει: «οργοτόμος» = ο διευθύνων τους θεριστάς και εν γένει ταις αγροτικαίς εργασίαις, ο προπορευόμενος σκαπανεύς. Ο χαράττων την γραμμήν, ήτις τίθεται ως ώριον εις τας γινομένας ανασκαφάς». Όργος ή οργός ο ανορυττόμενος αύλαξ, αυτή η γραμμή. στίχος: «Χιλιάδες ήρθαν θερισταί . . . Περισσότερα

ὄργωμα

Ὄργωμα /τὸ/ (ὀργάω, ἐργάω) = σκάψιμον δι’ ἀρότρου ἢ ἀξίνης.

ὀργώνω

Ὀργώνω (ὀργάω, ἐργάω) = ἀνασκάπτω, καλλιεργῶ, διεξέρχομαι ἐπιμόχθως.

ορδινάριος (ο)

ο κοινός άνθρωπος, ο ευτελής, ο πρόστυχος, ο λαϊκός τύπος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὀρδ(ι)νάριος /ὁ/ (Ἰ. ordinario) = τῆς σειρᾶς, λαϊκός, εὐτελής. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ορίζω

είμαι κύριος κτήματος, σπιτιού κ.λπ. φράσεις: «δεν ορίζω την περιουσία μου;» = δεν εξουσιάζω; – «τα παιδιά μου τα ορίζω εγώ». Επίσης σημαίνει = περάστε, ορίστε κοπιάστε μέσα στο φτωχικό μας κ.λπ.

ὅριο

Ὅριο § τὸ σύνορον. Π. ὅριο μονοπάτι. (ἰδ. ᾆσμ. 5) = ὁδὸς συνορεύουσα μὲ τὸ μέρος, πρὸς ὃ διευθύνεταί τις. Ἡ λ. εἶναι εὔχρ. μόνον εἰς τὰ ᾄσματά μας. Σημ. Ἐκ τοῦ ὅριον. Φυσικώτερον ὥρῃο μονοπάτι. Σ.Φ.Ε.

ορκέλλα (η)

η ξύλινη κουβαρίστρα. «δώσε μου μια ορκέλλα μαύρη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξύλινη κουβαρίστρα. Η λέξη είναι ιταλικής προελεύσεως. Το ιταλικό rocca που είναι η γνωστή μας ρόκα για το γνέψιμο (η ηλακάτη των αρχαίων) και το υποκοριστικό του ροκέλλα, μας έδωσαν την ορκέλλα (με αναγραμματισμό) . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!