Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ν

ντριτσαδοῦρο

Ντριτσαδοῦρο /τὸ/ (ad-dirizzare) = τὸ δρύφρακτον (ξύλινο κάγκελο) διὰ τοῦ ὁποίου ἀσφαλίζεται τὸ ἄνοιγμα ἐσωτερικῆς κλίμακος ἄνωθεν καὶ πέριξ, τὸ πέρβολο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ντριτσαδοῦρο(τό) : τό ξύλινο κάγκελο σέ ἐσωτερική σκάλα, τό πέρβολο, (ΙΤ. drizzare). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

ντρουβάς (ο)

μικρός σάκος, σακούλι μέσα στο οποίο βάνουν την τροφή (βρώμη – κριθάρι) των φορτηγών ζώων και το κρεμάμε απ΄ το κεφάλι του. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ντρο(υ)βᾶς /ὁ/ (Τ. τορbᾶ) = σακκίδιον (πήρα) ἐντὸς τοῦ ὁποίου τίθεται ἡ ἐκ καρπῶν τροφὴ τοῦ ὑποζυγίου ἀναρτώμενον ἀπὸ τῆς . . . Περισσότερα

νύλακας (ο)

θάμνος, αρχ. σμίλαξ. Είναι πουρνάρι χωρίς αγκάθια στα φύλλα του. ΒΑΛ. Φωτεινός, Β΄: «οπού επρασίνιζε πυκνός ο νύλακας, το μύρτο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νύλακας /ὁ/ = ὁ θάμνος μίλαξ ἢ σμίλαξ, εἶδος δρυός, πουρνάρι χωρὶς ἀγκάθια. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νυμφαία (η)

νυμφαία η μαδωναίς. κοινώς νούφαρο Η νυμφαία έχει ιαματικές ιδιότητες.: «Η νυμφαία γίνεται μέσα εις το νερό και έχει τα φύλλα της τρανά … και στέκονται επάνω εις το νερό. Η ρίζα της είναι τρανή και τα λουλούδια της άσπρα. Η ρίζα του στεγνή να την πίνουν με κρασί από . . . Περισσότερα

νυχτολουλουδιά (η)

το ευώδες φυτό «δειλινό». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(υ)χτολουλ(ου)διὰ /ἡ/ (νύξ, Ἀλ. λjούλjε) = ἡ νυκτοκαλλίς, θαυμασία ἡ ἰαλάπη, τὸ «δειλινό». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νυχτοπούλι (το)

πουλί που πετάει τη νύχτα. μτφ: = άνθρωπος ξενύχτης, νυκτόβιος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(υ)χτοποῦλι /τὸ/ (νὺξ-πῶλος; Ἰ. pollo) = νυκτόβιον πτηνόν, ἄνθρωπος νυκτόβιος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νώμος

Ο ώμος. Η αιτιατική «τον ώμον μας» μας έδωσε το λαϊκό τύπο νώμος. Κι αν ανεβάσουμε τον τόνο γίνεται ωμός (άψητος).

νώπη (η)

υγρασία, νότια ΒΑΛ. Φωτεινός. Α΄: «δυο μήνες έρεψα τελείως εδεδώ εσάπησα στη νώπη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νώπη /ἡ/ (νέος-ὢψ) = νωπότης, χλωρότης, ὑγρασία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!