Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ν

νόβελο (το)

φόρος, δεκάτη. Στην εποχή της Βενετοκρατίας και Αγγλοκρατίας πλήρωναν για όλα τα προϊόντα τους ιδίως δημητριακά και λάδι, 10% της σοδειάς. Ακόμη και οι μυλωνάδες πλήρωναν τη δεκάτη για το ξάι που έπαιρναν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόβελο /τὸ/ (Ἰ. livello -are, novale) = ἐδαφονόμιον, ἐδαφονομή. . . . Περισσότερα

νοβιτάντες

Νοβιτάντες /ὁ/ (Ἰ. novita) = εἰδησεολόγος, μαντατοφόρος, κομιστὴς εἰδήσεων.

νογάω

νιώθω, καταλαβαίνω, έχω καλή αντίληψη. φράση: «νογάς τι σου λέω;» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νογάω = ἐννοῶ, ἀντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Νογάω = νοῶ, καταλαβαίνω, νογάω τί θές νά πεῖς, (καταλαβαίνω τί θές νά πεῖς). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής  Νοέω→νοώ, . . . Περισσότερα

νοδάρος (ο)

ο συμβολαιογράφος (νοτάριος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοδάρος /ὁ/ (Ἰ. notare, notaio) = ὁ συμβολαιογράφος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νόημα (το)

συνθηματική χειρονομία, γνέψιμο. φράσεις: «κάμε του νόημα να γυρίσει» – «Δεν πάνε τα νοήματα», εδώ λέμε δεν ισχύουν τα παιγνίδια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόημα /τὸ/ = ἐννόημα, ἔννοια, σημασία, νεῦμα, συνθηματικὴ κίνησις, γνέψιμο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νοητὸ

Νοητὸ /τὸ/ (νοῶ) = ζῷον ἰδιαζούσης ἀντιλήψεως, λογικὸν ζῷον.

νόμ΄

Δόμ, δος μου. Κατ΄ εξοχήν ιδίωμα του χωριού μας, όπως εξελίσσεται σε δος μου.

νόμ΄(ου)

δώσ΄μου: «νόμ΄λεπτά να αγοράσω παπούτσια» – «νόμου κι εμένα κουλούρι ..». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόμ(ου) (Ἀ. νὲμ) = δός μου, δῶσε μου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νομᾶτοι -αῖοι

Νομᾶτοι -αῖοι /οἱ/ (ὄνομα -ατός, Ἰ. nomato) = ἄτομα, ἄνθρωποι, πρόσωπα. «θὰ νάταν ἴσα μὲ τριάντα νοματαῖοι», «δύο νομᾶτοι». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    (Και νομάτοι). Από το όνομα. Από τη γενική πληθυντικού «ονομάτοι» κι απ΄ αυτήν οι «νομάτοι, οι νοματαίοι» (Ν. Βαρδιάμπασης, Ε, 291). Να θυμηθούμε και το . . . Περισσότερα

νόνα (η)

η γιαγιά ο άνθρωπος ο πολύ λεπτολόγος και συντηρητικός, ο δυσμετακίνητος. «Έλα νόνα … μας έπρηξες τα σκώτια» – «παρά είσαι νόνα». νόνος = παππούς. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόνα /ἡ/ (Ἰ. nonna) = ἡ μάμμη, ἡ γιαγιά, ἄνθρωπος ὑπεράγαν συντηρητικός. Νόνος /ὁ/ (Ἰ. nonna) = . . . Περισσότερα

νοστάει (απρόσ.)

επιθυμώ κάτι. Αρνητικά: «δεν μ΄ νοστάει τίποτα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοστάω (νόστος) = νοσταλγῶ, ἐπιποθῶ. «δὲ μὲ νοστάει νὰ φύγω». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νοτάριος (ο)

ο συμβολαιογράφος (νοδάρος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοτάριος /ὁ/ ἀρχ. (Ἰ. notaio) = συμβολαιογράφος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νότια (η)

η υγρασία, ο υγρός καιρός. φράση: «μας εμάρανε η νοτιά», «Η νοτιά εσκέβρωσε τα παραθύρια». μτφ: νότια λέμε τον ιδιότροπο και παράξενο άνθρωπο. φράση: «Ω ψ΄χή μ΄, νότια λέμε τον ιδιότροπο και παράξενο άνθρωπο. φράση: «Ω ψ΄χή μ, νότια που ΄ναι …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης . . . Περισσότερα

νοτίζω

υγραίνω -ομαι. φράση: «ο καιρός ενότισε», δηλ, είναι νοτιάς, έχει υγρασία.  » ο καιρός δε λέει να νοτίσει». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοτίζω (νοτιάω -ίζω) = ὑγραίνομαι, διαποτίζομαι, ἀπορροφῶ ὑγρασίαν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νοτίφικα

επίδοση δικαστικού δικογράφου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοτίφ(ι)κα /ἡ/ (Ἰ. notificare) = γνωστοποίησις, δηλοποίησις, δικόγραφον, ἐπίδοσις ἐγγράφου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νότσολος (ο)

ο νεωκόρος, ο ευταξίας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νόντσολος /ὁ/ (Ἰ. nunzio -ale) = ὁ κλητὴρ τοῦ ἐπισκόπου, εὐταξίας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ντα πάπα

Ντα πάπα /ἐπίρ./ (Ἰ. da pappa) = ἄνετος καὶ ἄφροντις βίος, καλοπέρασις, εὐζωΐα. «τὴν περνάει ντα-πάπα».

ντάβανος (ο)

έντομο που τσιμπάει κυρίως τα χοντρά, λεγόμενα, ζώα, γνωστό ως βροχομάντης Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ντάβανος /ὁ/ βλ. λ. τάβανος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νταβαντούρι (το)

φασαρίες, καυγάδες, θορυβώδεις παλικαρισμοί. φράσεις: «είχαμε νταβαντούρια εχτές στο χωριό. Πιαστήκανε στο μαγαζί … » – «όπως φαίνεται, θα ΄χομε νταβαντούρια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νταβαντοῦρ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. τεβατúρ) = παλληκαρισμός, φιλονεικία, συμπλοκὴ θορυβώδης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νταβλαρᾶς

Νταβλαρᾶς /ὁ/ (Τ. dαοὺλ) = ὑπερτροφικὸς καὶ ὀκνηρὸς (σἂν νταοῦλι), μαγκλαρᾶς, μαντράχαλος.

ντακάπο (επίρρ.)

επανάληψη, από την αρχή. Η λέξη χρησιμοποιείται στη μουσική (Φιλαρμονική) αλλά και στις κοινωνικές σχέσει και ανταλλαγές. Επίσης, σε ορισμένα χαρτοπαίγνια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ντακάπο /ἐπίρ./ (Ἰ. da capo) = ἐξ ἀρχῆς, πάλι τὰ ἴδια. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ντάκος

Ντάκος /ὁ/ (τακερός, Ἰ. tacca) = εὐτραφής, σεξολογικῶς προκλητικός.

Click to listen highlighted text!