Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ν

νερομπάζω

μπάζω νερό, τραβάω υγρασία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νερομπάζω (ναρὸς-ἐμβάζω) = ἀπορροφῶ ὑγρασίαν, διαποτίζομαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νερομπάμπαλη (η)

φαγητό πολύ πρόχειρο και φτωχό των πεινασμένων χωρικών: κομμάτια ψωμί σε ζεστό νερό με λίγο λάδι από πάνω, λίγη ρίγανη και αλάτι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νερομπάμπαλη /ἡ/ (ναρὸς-παιπάλη) = πρόχειρον φαγητὸν ἐκ τεμαχίων ἄρτου εἰς θερμὸν ὕδωρ μετ’ ἐλαίου κ.λπ. Καρυκευμάτων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος . . . Περισσότερα

νερόμυλος

Νερόμυλος, § ὁ διὰ τοῦ ὕδατος κινούμενος μύλος. Σημ. Τὰ συστατικὰ αὐτοῦ εἶνε: 1) ἀδράχτι, ἐφ᾿ οὗ στηρίζεται ἡ φτερωτή· 2) ἀλευρωθήκη), τὸ μέρος, ἔνθα συνάζεται τὸ ἄλευρον, 3) βελόνι ἢ κεντρί, τὸ σημεῖον, ἐφ᾿ οὗ ἐρείδεται ἡ φτερωτή· 4) βραχιόλια, σίδηρα στρογγύλα, δι᾿ ὧν συσφίγγεται ἡ φτερωτὴ καὶ ὁ . . . Περισσότερα

νερόπιασμα (το)

ο δρόπικας, κοινώς δροπίκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νερόπιασμα /τὸ/ (ναρὸς-πιάζω) = ὕδρωψ, δρόπικας, δροπίκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νεροπλούτς

Φαγητό με πολύ νερό. «Το κανες, λέμε, νεροπλουτς». Το δεύτερο μισό της ιδιωματικής αυτής λέξης, το πλούτς, είναι ηχομιμητικό. Πρβλ. και «πλάτσα-πλούτσα» ( ήχος του νερού).  

νεροσταλίδα

Νεροσταλίδα φλύκταινα γινομένη ἐκ καύματος καὶ εἶδός τι μυκήτων λίαν ὑδαρῶν.

νεροσυρμὴ

Νεροσυρμὴ § τόπος κατατριβόμενος ὑπὸ τοῦ ὕδατος. Σημ. Ἐκ τοῦ νερὸν – σύρω.

νεροτρουλίδα (η)

ο φλύαρος άνθρωπος, ο ενοχλητικός πολυλογάς. φράση: «Είσαι μια νεροτρουλίδα, μας εσαμπάτισες. Δε σταματάς τώρα; το πουλί νεροτρουλίδα, που ζει στα έλη και τις ακτές, εξ ου και ακτίτης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νεροτρ(ου)λίδα /ἡ/ (ναρός, Ἰ. trillare) = τὸ ἐλόβιον πτηνὸν ἀκτίτης, φαλαρόπους, οἰδίκνημος, ἄνθρωπος . . . Περισσότερα

νερωμένο, το

Νερωμένο, το: (εννοείται το κρασί), ο κεκραμένος οίνος με νερό. Μτχ. παθ. παρακ. του νερώνω, αρχ. νηρόν, νερό.

νέσπολα

Νέσπολα /ἡ/ (Ἰ. nespolo) = τὸ ὀπωρικὸν μέσπιλον, μέσκουλα. βλ. και μεσπολιά

νετάρω

τελειώνω, εξοφλώ, «ενετάρισα τις δουλειές μου» ή «πάει αυτός, ενετάρισε …», δηλ. δεν έχε ελπίδες, εφτώχυνε, χρεοκόπησε.

νέτος -α -ο

άδειος, τελειωμένος, ηττημένος, εξοφλημένος. φράσεις: «Είμαι νέτος» – «έμεινα νέτος-σκέτος», δηλ. έμεινα χωρίς ελπίδα. επίρρ.: νέτα = τέλειωσαν όλα, οριστικά στα καράβια: «είμαστε νέτα» = ξεφορτώσαμε (ιτ. netto = καθαρός, σκέτος).

νευροχαλαστικόν (το)

όνομα αλοιφής στη λαϊκή ιατρική: «αλοιφή λεγόμενη νευροχαλαστικόν, γίνεται από ρίζα δεντρομολόχας, λινόσπορο και σκυλοκρέμμυδα». (η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 177).

νια

μια. «νια βολά κι έναν καιρό» – «νια δεκάρα φαΐ» – «δεν αξίζεις νια δεκάρα» – νια πεντάρα δ΄λειά δεν κάνεις». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νιὰ = μία, μιά, ἅπαξ καί, ἀφοῦ, ἐφόσον: «νιὰ βολά», «νιὰ πατάϊα», «νιὰ κι’ ἦρτες», «νιὰ κιὸ» = καὶ ὅμως, μάλιστα . . . Περισσότερα

νιάζω

νιαουρίζω, μιμούμαι τη φωνή της γάτας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νιάζω /ἠχητ./ = νιαουρίζω, κλαίω μὲ λεπτὴν φωνὴν σἂν γάτα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νιάνιαρο (το)

το μικρό και αδύνατο, το καχεκτικό παιδί. «Θα μας μάθει το νιάνιαρο, τώρα, γράμματα;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νιάνιαρο /τὸ/ (Ἰ. gnagnera) = νήπιον, μικρόσωμος, καχεκτικός. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Έχει σχέση με τη λέξη νινί, που προέρχεται από το μεσαιωνικό νήνιον ή νηνίον, . . . Περισσότερα

νικαστράρω

Ν(ι)καστράρω (Ἰ. incastrare) = συναρμόζω παρεισακτικῶς, συνάπτω μὲ εἰσχώρησιν (ἀρσενικὸ-θηλυκὸ) κατὰ μῆκος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης νικαστράρω: συναρμόζω μέ εἰσχώρηση (ἀρσενικό-θηλυκό), (IT. incastrare). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

νιόκος (ο)

ζυμαρικόν σε μέγεθος κόκκου ρυζιού ή φακής, αλλιώς κριθαράκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νιόκκος /ὁ/ (Ἰ. nocciolo;) = τὸ ζυμαρικὸν κριθαράκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Νιόκος = τό ζυμαρικό (κριθαράκι). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

νισάφι (το)

αρκετά, ως εδώ, φτάνει πια. φράσεις: «α-κειό, ν΄σάφ΄ τόσες ώρες, δε βαρέθηκες παιγνίδι;» – «κάμε ν΄σάφ΄ παιδί μου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(ι)σάφ(ι) /ἐπίρ./ (Ἀ. Τ. ἰνσὰφ) = ἀρκετά, μὴ περαιτέρω, μὴ χειρότερα, ἐπιείκεια, δικαιοσύνη. «κάμε νσὰφ μωρέ». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νισεστὲς

Νισεστὲς ΚΝ. § λεπτότατον σιτάλευρον, κατασκευαζόμενον διὰ τῆς συνθλίψεως ἐβρεγμένου σίτου· τοιουτοτρόπως ἀποβάλλει ὁ σῖτος γαλακτώδη τινὰ οὐσίαν, ἥτις κατακρημνιζομένη εἰς ἀγγεῖον, παράγει τὸν καλούμενον νισεστέ. Σημ. ἡ λ. φαίνεται ἔκφυλος. Σημ. Ἡ λ. αὕτη κατὰ μέν τινας εἶνε Τουρκικἠ (Βυζ. ἐν λ. καταστατὸν) κατὰ δέ τινας Ταρταρικὴ (Γ. Κρομμ. . . . Περισσότερα

νιτερέσο (το)

το συμφέρον, το ενδιαφέρον, το κέρδος. Παροιμ. : «για το ξένο νιτερέσο, άφ΄κε τ΄ μπόρτα της περέσι«. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(ι)τερέσο /τὸ/ (Ἰ. interesse) = ἐνδιαφέρον, συμφέρον, κέρδος, δοσοληψία, ὑπόθεσις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Και ν(ι)τερεσάδα. Το συμφέρον, ιταλιστί interesso από το λατινικό . . . Περισσότερα

νιτζάνα (η)

ιαματικό βότανο, που το βρίσκει κανείς στα βουνά. Έχει ρίζα  πικρή. Σε γιατροσόφι χργρ. διαβάζομε: » … Και δια γυναικός οπού δεν μπορεί να κάμει παιδί, είναι αληθινή ιατρειά … Το ζουμί από τα φύλλα του έχει την ιδίαν σοφίαν και δια το ανεμοπύρωμα και δια την μύτη …» (Η . . . Περισσότερα

νιτράδα (η)

η κτηματική περιουσία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νιτράδο /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. entrata) = μικρὸς ἀγρός, ἀγροτεμάχιον, λαχίδι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νιτσεράδα (η)

αδιάβροχο από ειδικό ύφασμα διαποτισμένο με λινόλαδο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(ι)τσεράδα /ἡ/ (Ἰ. incerata) = κηρωτόν, λαϊκὸς ἀδιάβροχος ἐπενδύτης ἐξ ὑφάσματος διαποτισθέντος διὰ λινελαίου καὶ ἐπαλειφθέντος δι’ ἀσφάλτου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αδιάβροχο κερωμένο ένδυμα ναυτικών συνήθως. Αντιδάνειο από το ιταλικό incerata (cera, . . . Περισσότερα

νοβ(ι)τά

αλήθ. νοβιτές = μαντάτα ε διάθεση κουτσομπολιού. Αφηγήσεις με πολύ αλάτι και υπονοούμενα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νοβιτὰ /ἡ/ (Ἰ. novita) = καινοφανές, νέον, γεγονός, εἴδησις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    νοβτές. Ο Κοντομίχης αποδίδει μαντάτα με διάθεση κουτσομπολιού. Είναι η ιταλική novita, ουσιαστικό θηλυκό, . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!