Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ν

ν(ι)ζάμ(ι)

Νιζάμ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. νιζὰμ) = τάξις, διευθέτησις, στοῖχος. (Ἀ. Τ. ἐνσὰμ) = σῶμα ἀνθρώπου, ἀνάστημα.

ν(ι)καστράδος -α -ο

Ν(ι)καστράδος -α -ο (Ἰ. incastrare) = συνηρμοσμένος παρεισακτικῶς, προσηρμοσμένος κατὰ μῆκος μὲ εἰσχώρησιν (ἀρσενικὸ-θηλυκό).

ν(ι)κάστρο

Νικάστρο /ἐπίθ. ἄκλ./ (Ἰ. incastro) =  /ἐπίθ. ἄκλ./ (Ἰ. incastro) = ἐγγόφωσις, ἐναρμογή, ἐνεισαγωγή, συνάρθρωσις δι’ εἰσχωρήσεως κατὰ μῆκος (ἀρσενικὸ-θηλυκό).

ν(ι)σαντήρι (το)

«αμμωνιακόν άλας» υλικό σε σκόνη που το μεταχειρίζονται οι λευκοσιδηρουργοί σε συνδυασμό με καλάι για να κάμουν τις κολλήσεις με το καμινέτο. Το χρησιμοποιούν επίσης οι γύφτοι και οι αλογοσύρτες που βάνουν νισαντήρι στον πισινό των αλόγων ή ων γαϊδάρων που πουλάνε, για να τρέχουν γρηγορότερα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

ν(ι)τερεσάδος -α – ο

εκείνος που νοιάζεται και επιδιώκει μόνο το συμφέρον του. (νιτερεσάδος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ν(ι)τερεσάδος -α -ο (Ἰ. interessato) = ἄνθρωπος τοῦ συμφέροντος, συμφεροντολόγος, φιλάργυρος, ἐνδιαφέρων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ν(οι)κοκύρ(η)ς -α

Νοικοκύρης -α (οἶκος-κύριος) = ὁ ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας, σύζυγος, ἐξουσιαστής, ἰδιοκτήτης, εὔπορος.

ναίσκε

βέβαια, ναι, μάλιστα. Προϋποθέτει οικειότητα. Ενίοτε δηλώνει και ειρωνεία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ναῖσκε = ναί, μάλιστα, βεβαίως. (μὲ πνεῦμε στοργῆς ἢ εἰρωνείας). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νάοντας

Νάοντας /ὁ/ = ἐνάγων, διώκτης, ἀντίδικος, ἀντίζηλος, ἐχθρός.

νεγότσιο (το)

το εμπόριο, η πάρεργη ασχολία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νεγότσιο /τὸ/ (Ἰ. negozio) = ἀσχολία, ἔργον, ἐπικερδὴς πάρεργος ἀπασχόλησις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νείρη (η)

η επιθυμία, η λαχτάρα, η προσδοκία. φράσεις: «Έχω τη νείρη μου στο παιδί» – «Έχεις τη νείρη σου όλο στο φαΐ σου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νείρη /ἡ/ (ἱμείρω -ομαι) = ἔφεσις, σφοδρὰ ἐπιθυμία, διαρκὴς προσδοκία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Νείρ (η), η έννοια . . . Περισσότερα

νείρομαι

επιθυμώ πολύ, ονειρεύομαι, λαχταρώ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νείρομαι (ἱμείρω -ομαι) = ἐπιθυμῶ σφοδρῶς, προσδοκῶ συνεχῶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Νείρωμαι = ὀρέγομαι, ἐπιθυμῶ κάτι σφοδρά, λιγορεύομαι, λαχταρῶ, (κάτι πού ποθεῖ κανείς καί δέν εἶναι εὔκολο νά τό ἀπολαύσει). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας . . . Περισσότερα

νέκρα (η)

ερημιά, απόλυτη ησυχία ανάλατο φαγητό όταν μας λένε «ναι» με αυθάδεια, απαντάμε: «νέκρα ή νέκρα και κωλιάντσα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νέκρα = ἀντίλογος τοῦ ναί, λέγεται: …ναί – νέκρα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

νεκρό (το)

ανάλατο, «το φαγητό είναι τελείως νεκρό», του λείπει το αλάτι, είναι άνοστο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νεκρὸ ἀνάλατον, ὡς ἂν ἔλλειπεν ἡ ψυχὴ τοῦ φαγητοῦ, φρ. ἔφαγα νεκρὰ λάχανα = νέκρα = (ἀνοστιά). Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

νεκροστολίστρα (η)

η γυναίκα που στολίζει το νεκρό. Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ.: «… πρώτα να νίβεις με κρασί / τον πεθαμένο, κι έπειτα / να σιάζεις το προσκέφαλο / με λεμονόφυλλα χλωρά / με δάφνη και με δυόσμο» (τ. Ι, 1175-79).

νεριάρης -ισσα

ο διανομέας ποιοτικού νερού στα περιβόλια. Στα Περιβόλια, περιοχή της Χώρας, επειδή το νερό που ερχόταν από τη Μεγάλη Βρύση ήταν λιγοστό, πότιζαν με τη σειρά. Κι επειδή γινόταν παραβάσεις συχνά και παρεξηγήσεις, ο Δήμος όρισε και διόρισε υδρονομέα, που οι περιβολαραίοι τον έλεγαν νεριάρη. Αυτός κανόνιζε τις μέρες και . . . Περισσότερα

νεροκόνιδα (η)

η χιονίστρα. αρχ.: χείμετλον Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νεροκόν(ι)δα /ἡ/ (ναρὸς-κονία) = χείμεθλον, χιονίστρα, μπουγάντσα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νεροκράτης (ο)

το πλατύ αυλάκι, η δεξαμενή νερού του νερόμυλου, κοινώς λόμπος. φυτό ιαματικό. Συνταγή από γιατροσόφι: «Εις αμπόδεμα. Να εύρεις το χορτάρι, όπου το λένε νεροκράτη, όπου είναι εις τες νεροσυρμές, να τηράξεις εις τις κορφές του και έχει σκουλήκια. Και μάσε τα και πότισε τον άντρα τρία από αυτά και . . . Περισσότερα

νερόκρινος (ο)

νερόκρινος ο γαλάζιος. Το φυτό νερόκρινος χρησιμοποιούνταν στη λαϊκή ιατρική. Η σχετική συνταγή (από γιατροσόφι) λέει: «Περί τον νερόκρινον τον γαλάζιον. Τη ρίζα του να τη βγάλει να τη στεγνώσει και κάμε την αλεύρι και ανακάτωσ΄ τη με μέλι ή με αυγό, ρούφα το. Όποιος έχει ζοχάδες, ας το φάγει πολλές . . . Περισσότερα

νερομπάζω

μπάζω νερό, τραβάω υγρασία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νερομπάζω (ναρὸς-ἐμβάζω) = ἀπορροφῶ ὑγρασίαν, διαποτίζομαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νερομπάμπαλη (η)

φαγητό πολύ πρόχειρο και φτωχό των πεινασμένων χωρικών: κομμάτια ψωμί σε ζεστό νερό με λίγο λάδι από πάνω, λίγη ρίγανη και αλάτι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νερομπάμπαλη /ἡ/ (ναρὸς-παιπάλη) = πρόχειρον φαγητὸν ἐκ τεμαχίων ἄρτου εἰς θερμὸν ὕδωρ μετ’ ἐλαίου κ.λπ. Καρυκευμάτων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος . . . Περισσότερα

νερόπιασμα (το)

ο δρόπικας, κοινώς δροπίκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Νερόπιασμα /τὸ/ (ναρὸς-πιάζω) = ὕδρωψ, δρόπικας, δροπίκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

νεροπλούτς

Φαγητό με πολύ νερό. «Το κανες, λέμε, νεροπλουτς». Το δεύτερο μισό της ιδιωματικής αυτής λέξης, το πλούτς, είναι ηχομιμητικό. Πρβλ. και «πλάτσα-πλούτσα» ( ήχος του νερού).  

Click to listen highlighted text!