Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μυτριόποδας

Η λέξη κοινή στο χωριό, απουσιάζει απ΄ όλα τα λευκαδίτικα λεξικά, Πρόκειται για το γνωστό ζωάκι μυριόπους -ποδος και ανήκει στην ομοταξία των μυριόποδων, σαρανταποδαρούσες. Κατά την προφορά προστέθηκε πριν το -ρ- ενα -τ- κι έτσι έγινε μυτριόποδας.

μώκος (ο)

κοπάδι μικρών ψαριών, όπως το μαριδάκι, ο γαύρος και το σαρδελάκι, αλλιώς αθερίνα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μῶκος /ὁ/ (Ἰ. muchio) = πλῆθος μικροσκοπικῶν ἰχθύων, μαριδάκι, σαρδελάκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρη

μώλος (ο)

η προκυμαία του λιμανιού, η αποβάθρα, η προβλήτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μῶλος /ὁ/ (Τ. μόλοζ, Ἰ. mola) = λιμενοβραχίων, προβλής, κυματοθραύστης, προστατευτικὴ λιθορριπὴ ἐν τῇ θαλάσσῃ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μωλώνω

με πρόχειρη κατασκευή χώμα, πέτρες, λάσπες, ξύλα, βουλώνω ένα αυλάκι με τρεχούμενο νερό. – «Εμώλωσε ο νεροχύτης» – » Πήγα να μωλώσω το αυλάκι».

μώρα

Μώρα /ἡ/ βλ. λ. μόρα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Μώρα § ἀδιαθεσία, χαύνωσις, ἀκαταμάχητος πρὸς ὕπνον διάθεσις. Π. μ᾿ ἔπιασ᾿ ἡ μώρα = εἶμαι καταβεβλημένος ἢ βαρέως νυστάζω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

μωρὲ -ὴ

Μωρὲ -ὴ (μόρος, μορόεις, Ἀλ. ὀρὲ) = βρέ, μπρέ. (ἀνώνυμος κλητικὴ προσφωνήσεως ἐξ οἰκειότητος ἢ περιφρονήσεως).

μωροκαμπιὰ

Μωροκαμπιὰ /ἡ/ (μωρός -ιος, Ἰ. campo) = ἄνδενδρον καὶ ἔρημον πεδίον, ἐρημότοπος, ξηρότοπος.

Click to listen highlighted text!