Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μαζωχτικά (τα)

αμοιβή για το μάζεμα ελιών ή άλλων καρπών. «Θέλω τα μαζωχτικά μου!». Σε χειρόγραφο λογαριασμό εσόδων και εξόδων του 1745/16 Οκτωβρίου (ιστορικά Αρχείο Λευκάδας), διαβάζομε: «δια μαζοχτικά των ελεόνε λ(ίρες) 15».

μαθέ ή μαθές (επίρρ.)

λοιπόν, αλήθεια, δήθεν. «Ναι, μαθές, όπως τα λες είναι» – «Άκουσες, μαθές τι έγινε;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαθὲ(ς) (ἅμα-δέ, δὴ) = μάλιστα, λοιπόν, εἰς ἐπίμετρον, πρὸς τούτοις δέ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Οι περισσότεροι λεξικογράφοι το ετυμολογούν από την προστακτική μάθε (ή μετοχή . . . Περισσότερα

μαθὸς

Μαθὸς /ὁ/ (μαθών) = ὁ μεμαθημένος, ὁ πεπειραμένος ἐκ μαθήσεως «ὁ παθὸς εἶναι μαθός».

μαϊνάρω

ναυτικός όρος. μαζεύω, κατεβάζω, χαλαρών, αφήνω ένα βάρος που κρατώ με το βίντσι να κάτσει κάτω. «Μαϊνάρισε το σκοινί ή τα πανιά». διευθύνω, καθοδηγώ , καθησυχάζω, (προκειμένου για ζωηρά και ατίθασα παιδιά, αγόρια ή κορίτσια). «Δεν μπορώ να τον (ή την ) μαϊνάρω με τίποτα» – «Τ΄ άλογο αγρίεψε, δεν . . . Περισσότερα

μαϊντανός (ο)

το καρυκευτικό φυτό μακεδονήσι ή πετροσέλινο το ήμερο. Ο μαϊντανός έχει θεραπευτικές ιδιότητες: «… Έπειτα πάρε πάλιν τες αψινθιές και κόψε τες, ωσάν το μεκεδονήσι και πλάσε ψωμίον και κάμε πίτταν μικρήν. Έπειτα τηγάνισε τα με λάδι και τρώγε κάθε ταχύ νηστικός τρία και υγιαίνεις» (περί εζοχάδων, γιατροσόφι – Η . . . Περισσότερα

μαΐστρος

Μαΐστρος /ὁ/ (Ἰ. Maestrale) = Βορειοδυτικὸς ἄνεμος, Σκίρων, Ἀργέστης.

μαϊτζάρω

κατευθύνω, χειρίζομαι, ποντίζω την τράτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαϊτζάρω (Ἰ. maneggiare) = χειρίζομαι, μεταχειρίζομαι, ποντίζω τὴν τράταν διὰ τῶν χειρῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαϊτζέλος -η, -ο

ένα αντικείμενο που μπορεί κανείς να το χειριστεί εύκολα. Κάτι πολύ μικρό και ευμεταχείριστο.

μακ΄δέλι (το)

είδος διχτυού της τράτας, αρκετά πυκνό. (μακδέλι) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μακ(ου)δέλι /τὸ/ (Ἰ. maccatela) = τὸ ἕβδομον εἰς προϊοῦσαν πυκνότητα εἶδος τοῦ δικτύου τῆς τράτας μετὰ τὸ κασσαρέτο. Μακουδέλι / Μακδέλι Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακαράς (ο)

καρούλι, τροχαλία είδος τυχερού χαρτοπαίγνιου: «Τα ΄χασε στο μακαρά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μακαρᾶς /ὁ/ (Τ. μακαρᾶ) = πολύσπαστον, τροχαλία, καροῦλι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μάκι (το)

το φιλί . «Να σε κάμω μάκι». Στον πληθ. μάκια = πολλά φιλιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάκι /ἄκλ./ (Ἰ. bacio) = φίλημα, ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀσπάζεσθαι. «ἔλα νὰ σὲ κάνω μάκι». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μάκια ή μάκα (η)

λέρωμα, ρύπος. φράση: «μου έκαμες μια μάκα στο σακάκι» – «Έκαμε μάκα στον τοίχο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάκια /ἡ/ (Ἰ. machia) = κηλίς, ἀκαθαρσία, ρύπος. (πληθ. τοῦ «μάκι») = πολλαπλᾶ φιλήματα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακιάζω

λερώνω κάτι: ρούχο, τοίχο, πάτωμα, κλπ. Το αντίθετο, ξεμακιάζω – ξεμακιάρισμα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μακιάζω βλ. λ. μακιάρω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακιάρω

Μακιάρω (Ἰ. machiare) = κηλιδώνω, ρυπαίνω, στιγματίζω, λερώνω τοπικῶς.

μάκινα (η)

η μηχανή Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάκ(ι)να /ἡ/ (Ἰ. machina) = μηχανή, ἐργαλεῖον πολύπλοκον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μακρυλέγκας (ο)

ο άχαρος, ο άκομψος, ο μακρυλαίμης Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μακρ(υ)λέγκας /ὁ/ (μακρὸς-λαγγάω -ώδης) = μακρόλαιμος καὶ ἄχαρις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Μακρυλέγκας = λάρυγγας, αὐτός πού ἔχει μακρύ λαιμό μέ προεξέχον τό μῆλο τοῦ Ἀδάμ. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

μαλαγάνας (ο)

ο κρυφός κόλακας, ο πονηρός, αυτός που υποκρίνεται τον ευγενή και καλοπροαίρετο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαλαγάνας /ὁ/ (Ἱ. maligno) = πολυμήχανος, πανοῦργος, ἀπατεών. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ο κόλακας. Ισπανικά malagana (Ανδριώτης). Ο Λάζαρης έχει το ιταλικό Maligno, που δεν φαίνεται να σχετίζεται. . . . Περισσότερα

μαλαγανιά (η)

απατεωνιά, πονηράδα, κακότητα. φράση: «Την έκαμε τη μαλαγανιά του». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαλαγανιὰ /ἡ/ (Ἰ. malignare) = πανουργία, ἐξαπάτησις, παραπλάνησις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαλάζω

Μαλάζω (μαλάσσω) = ἐπιψαύω διὰ τῶν χειρῶν εὐπαθῆ πράγματα ἐπιβλαβῶς, πιάνω μὲ τὰ χέρια ἄνευ λόγου.

μαλάθα ή κοφινάδα

μεγάλο καλάθι σε σχήμα πίθου με πλεχτό κούπωμα, όπου οι χωρικοί – κυρίως – φύλαγαν τα καρβέλια της εβδομάδας. Σε καταγραφή του 1728 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βλέπομε: «μια μαλάθα, οπού βάνουν το ψωμί». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαλάθα /ἡ/ (παλάθη;) = πιθοειδὴς κάλαθος μετὰ πώματος ὅπου . . . Περισσότερα

μαλαθράκι (το)

ασθένεια, κοινώς δροπίκι, δρόπικας, ύδρωψ. Κατάρα: «Να βγάλ΄ς το δροπίκι». Είναι το αρχαίο μελανθράκι = μέλας άνθραξ. Σε γιατροσόφι, διαβάζομε: «Το πεντενεύρι ή πλατύφυλλον … Τα φύλλα του εις δάγκασμα σκύλου και το ανεμοπύρωμα … βρασμένα με ξίδι, αλάτι και φακή να πίνει δια τον δρώμικα και το νερόπιασμα«, «έτερον . . . Περισσότερα

μάλαξη (η)

λέξη που χρησιμοποιούν οι ψαράδες = πολτός από τυρί, σαρδέλες αποσυνθεμένες κλπ., που ρίχνουν στη θάλασσα για να προσελκύσουν τα ψάρια και να ρίξουν ύστερα τα αγκίστρια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάλαξι /ἡ/ (μαλάσσω) = μάγμα, φύραμα ζυμωμένον μὲ τὰς χεῖρας, πολτὸς ζωϊκῆς οὐσίας (ἀποσυντεθειμένων ἁλιπάστων, . . . Περισσότερα

μαλαπέρδα (η)

το αντρικό μόριο, ο φαλλός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαλαπέρδα /ἡ/ (Ἀλ. λjαπερδί -α) = τὸ ἀνδρικὸν πέος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαλάτσα (η)

άπνοια, ζέστα με πολλή υγρασία, μαλακός καιρός, βροχερός και ζεστός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαλάτσα /ἡ/ (Ἰ. maluzzo) = θερμὴ ὑγρασία μετ᾿ ἀπνοίας, κακοκεφιά. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαλαφαρίζω

χαϊδεύω, πασπατεύω γυναίκα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαλαφαρίζω (Ἰ. molle-fare) = ἐπιψαύω, θωπεύω σεξουαλικῶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!