Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μυγιάζομαι

Μυγιάζομαι (μυΐα) = οἰστρηλατοῦμαι, ἐξαγριώνομαι ἀπὸ τὸν ἐρεθισμὸν τῆς μύγας (ἐπὶ ζῴων). ἐρεθίζομαι ἐξ ἀδόλου φράσεως τὴν ὁποίαν συσχετίζω μὲ ἐπίμεπτον πρᾶξιν ἢ ἐλάττωμά μου (ἐπὶ ἀνθρώπων). «ὅποιος ἔχει μῦγα μυγιάζεται».

μυζάω

Από-μυζάω, αρμέγω. Άσχετη η μίζα με την κακή και μηχανική της σημασία. βλ. και μυλάγω

μυζήθρα

Μυζήθρα, εἶδος χλωροῦ τυροῦ, τὸ ἀλλαχοῦ ἐνθότηρον καλούμενον. Σημ. Ἐκ τοῦ μυζάω (= βυζάνω) μύζηθρον, μυζήθρα, οἱονεὶ μυζητήριον (= βυζαστήριον), διότι τὸ σχῆμα τοῦ τυροῦ τούτου εἶνε στρογγύλον ὡς ὁ μαστός· ἐντεῦθεν ἴσως καὶ οἱ ἀρχαῖοι μαζὸν καὶ μαστὸν ἔλεγον καὶ πᾶν ςρογγύλον πρᾶγμα. βλ. καί μπ(ι)ζήθρα (η)

μυλάγω

Μυλάγω (μυζάνω) ἐμύλησα – μυλησέτο = βυζασέτο. βλ. και μυζάω

μυλωνάς (ο)

όνομα εντόμου χρώματος σταχτόμαυρου, που ζει στις χλωροσιές και είναι δυσώδες το φυτό βούπλευρο, κοινώς ανεμοπύρωμα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μυλωνᾶς /ὁ/ (μύλος -ώνειος) = ὁ μυλωθρός, ὁ ἐργαζόμενος τὸν μῦλον, τὸ ἔντομον βούπρηστις (φέρον εἰς τὸ ἄνω καὶ ὀπίσθιον τοῦ θώρακος ἀπόχρωσιν ἐπιπάσεως ἀλεύρου). Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

μυξίτης (ο)

ψευδάνθρακας, πρίσμα, κοινώς καλόγερος. Θεραπεύονταν με διάφορα σκευάσματα. Έβαναν επάνω στο πονίδι κατάπλασμα (μπλάθρι) που γινόταν από κοπανιστό λινόσπορο, βρασμένο με γάλα: Έτερον: τοποθετούσαν ψητό κρεμμύδι. Έκαιγαν στη φωτιά ένα μεγάλο κρεμμύδι, έβγαναν την καρδιά του, την άνοιγαν, την πασπάλιζαν με τριμμένο σαπούνι μπουγάδας κι έβαναν το παρασκεύασμα επάνω στον . . . Περισσότερα

μύρλα

Μύρλα /ἡ/ (μύρω) = κλαυθμηρισμὸς ὀχληρός, μινύρισμα, γκρίνια (βλ. λ. μήρλα).

μυρμηγκιάζω

μουδιάζω γεμίζει ο τόπος από μυρμήγκια. μτφ: πλήθος ανθρώπων μεγάλο, όπως τα μυρμήγκια. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, Β΄: «Μυρμήγκιαζε η Αρβανιτιά. Τ΄ άλογο του βριόνη / τους διχωρίζει εδώ κι εκεί και τους δαγκάει την πλάτη

μυτάω

ορμώ προς τα κάτω. φράσεις: «Το όρνιο εμύτησε σα βέλος από ψηλά και κάθισε σ΄  ένα δέντρο» – «τι καράβι εμύταε ολοένα στη θάλασσα».

μυτιάζω

δοκιμάζω, τρώγω κάτι. φράση: «δεν το μύτισα καθόλου» = δεν το ‘βαλα καν στο στόμα μου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μυτιάζω = δοκιμάζω, δέν μύτιασα τό φαγητό μου (δέν δοκίμασα τό φαγητό μου). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής βλ. και μητιάζω

μυτίζω

Μυτίζω § Μέσ. Ἐνσκήπτω εἴ τι ἔργον ἢ πρᾶγμα μέχρι τῆς μύτης (τῆς ῥινός). Π. ἐμύτισε ’ς τὸ φαγί, ’ς τὸ γράψιμο κτλ. Φ. ἔπεσε μὲ τὴ μύτη = ἐπεδόθη ὁλοψύχως εἴς τι ἔργον. Ἐκ τούτου τὸ σύνθετον καταμυτίζω μὲ ἐνεργ. σημασ. = καταβάλλω. Π. τὸν κατεμύτισε = τὸν κατέβαλε· . . . Περισσότερα

μυτριόποδας

Η λέξη κοινή στο χωριό, απουσιάζει απ΄ όλα τα λευκαδίτικα λεξικά, Πρόκειται για το γνωστό ζωάκι μυριόπους -ποδος και ανήκει στην ομοταξία των μυριόποδων, σαρανταποδαρούσες. Κατά την προφορά προστέθηκε πριν το -ρ- ενα -τ- κι έτσι έγινε μυτριόποδας.

μώκος (ο)

κοπάδι μικρών ψαριών, όπως το μαριδάκι, ο γαύρος και το σαρδελάκι, αλλιώς αθερίνα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μῶκος /ὁ/ (Ἰ. muchio) = πλῆθος μικροσκοπικῶν ἰχθύων, μαριδάκι, σαρδελάκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρη

μώλος (ο)

η προκυμαία του λιμανιού, η αποβάθρα, η προβλήτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μῶλος /ὁ/ (Τ. μόλοζ, Ἰ. mola) = λιμενοβραχίων, προβλής, κυματοθραύστης, προστατευτικὴ λιθορριπὴ ἐν τῇ θαλάσσῃ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μωλώνω

με πρόχειρη κατασκευή χώμα, πέτρες, λάσπες, ξύλα, βουλώνω ένα αυλάκι με τρεχούμενο νερό. – «Εμώλωσε ο νεροχύτης» – » Πήγα να μωλώσω το αυλάκι».

μώρα

Μώρα /ἡ/ βλ. λ. μόρα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Μώρα § ἀδιαθεσία, χαύνωσις, ἀκαταμάχητος πρὸς ὕπνον διάθεσις. Π. μ᾿ ἔπιασ᾿ ἡ μώρα = εἶμαι καταβεβλημένος ἢ βαρέως νυστάζω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

μωρὲ -ὴ

Μωρὲ -ὴ (μόρος, μορόεις, Ἀλ. ὀρὲ) = βρέ, μπρέ. (ἀνώνυμος κλητικὴ προσφωνήσεως ἐξ οἰκειότητος ἢ περιφρονήσεως).

μωροκαμπιὰ

Μωροκαμπιὰ /ἡ/ (μωρός -ιος, Ἰ. campo) = ἄνδενδρον καὶ ἔρημον πεδίον, ἐρημότοπος, ξηρότοπος.

Click to listen highlighted text!