Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μπούμπος (ο)

το στομάχι των ορνιθοειδών. μτφ: η σιωπή, ο σκασμός: «Να βγάλ΄ς το μπούμπο» – «Βγάλ΄το μπούμπο τώρα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μποῦμπος /ὁ/ (πομφός; Ἰ. pubo;) = ὁ στόμαχος τῶν πουλερικῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπούμπουλας

Μπούμπουλας § ὁ κάνθαρος. Σημ. Ἰδ. μπουρμπουλυάζω. βλ. μπουμπούλι (το) καί  μπούρμπ(ου)λας

μπουμπούλι (το)

έντομο, παράσιτο των οσπρίων, ιδιαίτερα της φακής. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπουμποῦλι /τὸ/ (Ἀλ. bρούμbουλι) = τὸ παράσιτον τῶν ὀσπρίων ἔντομον βροῦχος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Έντομο των οσπρίων, ιδίως φακής (σε μας παρατσούκλι χωριανού). Ο Λάζαρης έχει αλβανική μπρουμπούλι. Ο Κριαράς, μπούμπουλας, βλ. μπάμπουλας, . . . Περισσότερα

μπουμπουν΄ταριό (το)

απανωτές βροντές και αστραψές. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπομπουν(η)ταριὸ /τὸ/ (ἠχητ.) = βροντὴ καταιγίδος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπουμπουνίζω

πυροβολώ, τουφεκάω. «Απόψε θα το μπουμπουνίσουμε» = μτφ. θα το κάψουμε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπουμπουνίζω /ἠχητ./ = βρέμω, βροντῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπούμστρο

Μπούμστρο /τὸ/ (Σ. bίβτσβο) = ἀντικείμενον ἀνωφελῶς ὑπάρχον ἢ δημιουργοῦν ἐμπόδιον. Βλ. και μπού΄μστος Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ο Κοντομίχης (σωστά) το συνδεέι με το Ακαρνανικό βουνό Μπούμτος. Με την προσθήκη το ρ έγινε σε μας μπούμστ(ρ)ο, σε ουδέτερη μορφή και σημαίνει τον αποκρουστικό, τον άχαρο. Καρσάνικα Γλωσσικά . . . Περισσότερα

μπούνι -ια (το)

οι τρύπες που υπάρχουν στα πλευρά του πλοίου, στο κατάστρωμα, για να βγαίνουν τα νερά της βροχής και του πλυσίματος, εξ ου και η φράση: «το καΐκι είναι φορτωμένο ως τα μπούνια». μτφ.: χορτάτος, φαγωμένος ως τα μπούνια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μποῦνι /τὸ/ (Ἀγ. boud, Ἰ. . . . Περισσότερα

μπουνιὰ

Μπουνιὰ /ἡ/ (Ἰ. pugno) = πυγμή, γρόνθος, γρονθισμός, γροθιά. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Γροθιά. Από το βενετικό bugna, πυγμή. Από το ίδιο και τα μπούνια, που είναι «οι τρύπες αποχετευτικές των νερών του καταστρώματος πλοίων» (Ανδριώτης) Η φράση «ως τα μπούνια» σημαίνει δεν πάει παραπάνω». «Αυτός – λέμε- . . . Περισσότερα

μπουραζάνα (η)

η βράκα της παλιάς λευκαδίτικης λαϊκής φορεσιάς των αντρών. Είναι παραλλαγή της νησιώτικης μπουραζάνας (βράκα, βρακοζώνι, βρακοζωνόλογος, βρακοπουκάμισο). (Η λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά, Πανταζής Κοντομίχης, ΕΟΜΕΧ, 1989). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπ(ου)ραζάνα /ἡ/ (Τ. bουραζὰν) = βράκκα, ἀναξυρίς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπουρανέλλος -α

προσωνυμία των κατοίκων της πόλης της Λευκάδας. Δόθηκε την εποχή των Βενετσάνων (1684-1797). Στη Βενετία υπάρχει το νησί Burano, νησί  φτωχοψαράδων. ΟΙ κάτοικοί του λέγονται – και σήμερα- buranelli. Μερικοί από τους ψαράδες του Burano ήρθαν και στη Λευκάδα, όπου βρήκαν μια κατ΄ εξοχήν πόλη φτωχοψαράδων και τους έδωσαν το . . . Περισσότερα

μπούρας (ο)

δυνατός, υγιής, ακμαίος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπούρας /ἐπίθ./ (Ἰ. puro;) = ὑγιής, ἄλκιμος, ἀκμαῖος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπουρδάρω

Μπουρδάρω (Ἰ. borro-dare, abbordare) = εἰσβάλλω χειμαρρωδῶς, εἰσορμῶ, καταλαμβάνω διὰ τῆς βίας.

μπουρδέτο και μπουργέτο (το)

φαγητό καμωμένο με πετρόψαρα, σκορπιούς, μουδιάστρες, πλατόψαρα, κούκους και χελιδονόψαρα. Γίνεται με κρεμμυδάκια , πιπέρι κόκκινο ή μαύρο και λαδολέμονο. Σε σατιρικό δημ. τραγ. του τόπου διαβάζομε: «… Μια γριά στα γερατειά / είχε πόνους κι αρρωστιά / … / Σήμερα δεν έφαγα άλλο / παρ΄ ένα μηρί από γάλο . . . Περισσότερα

μπουρδουκλώνομαι

Έτσι λέγαμε στο χωριό το περδικλώνομαι (ενεργητική περδικλώνω) που θα πει μπερδεύομαι στα πόδια και κινδυνεύω να πέσω, κάποιοι για αστείο βάζουν το πόδι τους ανάμεσα στα πόδια του άλλου, να σκοντάψει, για να γελάσουν! (τρικλοποδιά). Το περδούκλι είναι «τμήμα σχοινιού διου δεσμεύονται μεταξύ των πρόσθιοι πόδες υποζυγίου κατά τη βοσκή» . . . Περισσότερα

μπουρλιάζω

Μπουρλιάζω (βροῦλον, Ἰ. burellare) = διαπερῶ, συνδέω δι’ ἱμάντος, σύρματος βούρλου κ.τ.ὅ.

μπουρλίνα (η)

σιδερένιο εργαλείο που το χρησιμοποιούν (χρησιμοποιούσαν) στις Αλυκές (Λευκάδος) για να σπάνε το αλάτι, όταν το βγάζουν, στη συγκομιδή, μέσα στα τηγάνια (αλοπηγεία). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπουρλίνα /ἡ/ (Ἰ. bulino -are) = σιδηροῦν ἐργαλεῖον διὰ τοῦ ὁποίου θραύεται τὸ ἅλας κατὰ τὴν ἐξόρυξιν εἰς τ’ ἁλοπηγεῖα. . . . Περισσότερα

μπούρλιο

Μπούρλιο /τὸ/ (βροῦλον, Ἰ. burellare) = ἀγκύλη, θηλειὰ ἐκ λεπτοῦ σχοινίου δι’ ἧς περιστέλλεται ἐν ἰσχυρῷ ἀνέμῳ ἡ κορυφὴ τοῦ ἰστίου τῆς λέμβου πρὸς ἀσφάλειαν.

μπούρλο (το)

ξαφνικός θυμός, έξαψη της στιγμής. φράση: «Επήρε ένα μπούρλο κι έφυγε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μποῦρλο /τὸ/ (Ἰ. burla -are) = ἔξαψις, στιγμιαῖα παρόρμησις, ἀγανάκτησις, ἀπερίσκεπτος ἔμπνευσις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπουρμπουλήθρες

Η φυσαλίδα -ες (πομφόλυξ -γες). Μάλλον από τον μπούρμπουλα, το έντομο κάνθαρος κοινώς σκαθάρι. Ο Ανδριώτης λέγει: από το μπούρμπουλα και την κατάληξη -ήθρα. Ενώ ο Μπαμπινιώτης: ηχομιμητική λέξη από τον ήχο του βρασμού. Από τους δικούς μας, ο Λάζαρης έχει μόνο τη λέξη μπούρμπουλας και το πάει στα αλβανικά. . . . Περισσότερα

μπουρμπουλυάζω

Μπουρμπουλυάζω § ἡ λ. πεποιημένη ἐκ τοῦ ἤχου, ὃν ἀποτελεῖ τὸ κοχλάζον ὕδωρ· ὁ ἦχος δὲ οὗτος ἢ τὸ ἀναπήδημα ἁπλῶς τοῦ ὕδατος καλεῖται μπουρμπουλύαμα· § πᾶν τὸ ποιοῦν ὑπόκωφον ἦχον λέγομεν ὅτι μπουρμπουλυάζει. Π. Μπουρμπουλυάζει ὁ κόσμος (ὅταν ἐκ τῆς συσσωρεύσεως τῆς πολῆς ἀποτελῆται ποιός τις ἦχος). § σημ. . . . Περισσότερα

μπουρνέλλα (η)

είδος δαμάσκηνου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπουρνέλα /ἡ/ (προύμνη, Ἰ. prugnola) = κοκκύμηλον, δαμάσκηνον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μπουσουλάω και μπουσουλίζω

ψάχνω στο σκοτάδι να βρω κάτι, ψάχνω στα χαμένα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπουσουλίζω. Το αρκούδισμα των μωρών, Περπάτημα με τα τέσσερα. Κατά τον Κριαρά, αβεβαίου ετύμου. Ψάχνω στο σκοτάδι, να βρω το μπούσουλα (πυξίδα προσανατολισμού) Ιταλικά bussola. Ανάλογα κάνει και το μωρό, αρκουδίζοντας. Καρσάνικα Γλωσσικά . . . Περισσότερα

μπουστίνα (η)

το καμιζέτο: είδος στηθόδεσμου των γυναικών της Λευκάδας που φοριέται με τη «ρωμαίικη» λαϊκή φορεσιά, την παραδοσιακή του νησιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μπ(ου)στίνα /ἡ/ (Ἰ. busto -ino) = στηθόδεσμος, ἔνδυμα ἐσωτερικὸν περὶ τὸν θώρακα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!