Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Μ

μαγαρίζω -ομαι

λερώνω με ακαθαρσίες έναν τόπο. φράση: «Αυτό το παλιόσκυλο εμαγάρισε τον τόπο» – «εμαγάρισε την πόρτα της εκκλησιάς» – «Είναι μαγαρισμένος αυτός ο τόπος». Μαγαρισμένος -η, λέγεται ο αμαρτωλός, ο υπόπτου ηθικής, ο κλέφτης κλπ. «Εκείνη η μαγαρισμένη γυναίκα εμπήκε και μας έκλεψε». Μαγαρίζουν τις τροφές και τους χώρους του . . . Περισσότερα

μαγαρίλας (ο)

βρομιάρης. Μέγαρα, μάγαρα, δοχεία νυχτός, «κανάτια» μεγαρίτικα (βλ. Παρλαμάς, «Από τη ζωή των λέξεων» Δομός, σελ. 82). Διαφορετικά αντιμετωπίζουν τις λέξεις μαγαρίζω, μαγαρισιά τα εν χρήσει λεξικά. Δεν το συνδέουν με τα δοχεία νυχτός, που σε μας είναι τα κανάτια. Η μάνα μου πάντως χρησιμοποιούσε το μαγαρίλας, προκειμένου για τον . . . Περισσότερα

μαγαρισά (η)

η βρωμιά, η ακαθαρσία αφοδεύσεως, τα κόπρανα. «Επάτησα μια μαγαρισά» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαγαρίζω (Μέγαρον, Σ. μαgάρε, Ἰ. machiare) = μολύνω, μιαίνω, λερώνω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

μάγγανος (ο)

ξύλινο σύνεργο των γεωργών με το οποίο κατεργάζονται το λινάρι – σε πρώτη φάση- ώστε να απαλλάσσεται από το ξυλώδες μέρος του αποξηραμένου στελέχους (καλαμιές). Αποτελείται από δύο μέρη ξύλινα από κορμό δέντρινο, δρύινο. Στο μέσα μέρος τους είναι αυλακωτά, εναλλάξ, έτσι που σχηματίζουν δόντια και ανοιγοκλείνουν ψαλιδωτά. Τα δυο . . . Περισσότερα

μαγιάρω

καθαρίζω τα δίχτυα της τράτας από τα μικρόψαρα που πιάστηκαν και προσπαθώντας να διαφύγουν από τις τρύπες των διχτυών διαμελίστηκαν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαγιάρω (Ἰ. magagnare) = θανατοῦμαι εἰσχωρῶν μεταξὺ τῶν κενῶν τοῦ δικτύου. (λέγεται διὰ τοὺς μικροὺς ἰχθῦς οἱ ὁποῖοι εἰσχωροῦντες πρὸς διαφυγὴν μεταξὺ . . . Περισσότερα

μαγιατσέλι (το)

η μικρή τσιπούρα, στο στάδιο της ανάπτυξής της. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαγιατσέλα /ἡ/ (Ἰ. maggese-ella;) = μικρὸς χρύσοφρυς, τσιπουράκι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαγιστράτο (το)

το δικαστικό κατάστημα. Ο δικαστής ονομαζόταν μαγιστράτος, το ίδιο και ο αστυνομικός υπεύθυνος για το λιμάνι. Τοπωνύμιο στη ΝΑ παραλία της Χώρας στη συνοικία Ψαράδικα. Πήρε το όνομά της από το κτίριο που ήταν εκεί και υπηρετούσε πολλές δημόσιες λειτουργίες από την εποχή της Ενετοκρατίας και εξής: Κυρίως εστέγαζε τη δικαστική . . . Περισσότερα

μάγκα (η)

ένωση αγωγιατών με άλογα, για το αλώνισμα των δημητριακών, αλλιώς ζυγιά (=παρέα αλωνιστάδων). Η καλύτερη ζυγιά είχε τέσσερα άλογα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάγκα /ἡ/ (Ἀλ. μάγκα) = συνεργεῖον ἀγωγιατῶν μὲ ἵππους πρὸς ἁλωνισμὸν δημητριακῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαγκλαβίζω

Ένα μικρό ιστορικό σχετικά μ΄ αυτή τη λέξη. Η θεια μου η Μαύρα, γυναίκα του αδερφού του πατέρα μου, όταν απειλούσε παιδί της ή κάποιο άλλο, του έλεγε – θυμάμαι: Θα σε μαγκλαβίσω!. Τι εσήμαινε όμως αυτή η λέξη, κανένα από τα γνωστά μας λεξικά δεν την έχει «θησαυρίσει». Μαγκλαβίτες . . . Περισσότερα

μαγκλαράς

άντρας ψηλόκορμος και άχαρος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαγκλαρᾶς /ὁ/ (Ἀλ. μάγκα) = ὁ συμμέτοχος τῆς μάγκας, μεγαλόσωμος καὶ ὀκνηρὸς ἄνθρωπος. (κατὰ τὸ «μουλαρᾶς», «νταγλαρᾶς»). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαγκούφης

Μαγκούφης, § ἄθλιος, βλάξ, ἀνόητος. Σημ. Οἱ σήμερον Ἀθηναῖοι τοὺς τοιούτους μάγκας καλοῦσι· μήπως ἡ λ. ἔχει σχέσιν τινὰ πρὸς τὸ Μάνης (ὄν. δούλων ἐκ Φρυγίας παρ᾿ Ἀριστοφ.) καὶ τὸ κοῦφος = ἐλαφρὸς τὸν νοῦν. βλ. και μαγκφιά, μαγκουφιά

μαγκφιά, μαγκουφιά

«Μωρή ή μωρή παλιομαγκφιά», υβριστική ή περιφρονητική φράση, πολύ συνηθισμένη στο χωριό. Και συμπλήρωμα: «δεν κάνεις για τίποτα!». Μαγκούφης -κατά Κριαρά- είναι «ο άνθρωπος που ζει μόνος … ο κακομοίρης» και αχαΐρευτος, ανεπρόκοπος. Η λέξη είναι τουρκική, vakif (βακούφ) με ανομοίωση (γλωσσικό φαινόμενο) βακούφ, βακούφιος μαγκούφιος, μαγκούφης. Ολόκληρη η λέξη (χωρίς . . . Περισσότερα

μαγόνα ή μαόνα ή μαούνα

πλεούμενο, μικρή φορτηγίδα για μεταφορά προϊόντων και εμπορευμάτων σε αβαθή νερά. Ήταν σαν πλατιές και βαθιές βάρκες. Το φορτίο μιας μαγόνας λεγόταν μαγονιά ή μαουνιά. Μαούνα είχε και η φαγάνα (βυθοκόρος) οσάκις ξέχωνε το αυλάκι του λιμανιού για τη μεταφορά της λάσπης. Αυτή όμως είχε ανοιγοκλείοντα πυθμένα. Ο κυβερνήτης της . . . Περισσότερα

μαγουλοπόρτι

Μαγ(ου)λοπόρτι /τὸ/ (Σλ. μόgουλα, Ἰ. porta) = τὸ ἐσωτερικὸν χεῖλος τῆς κουβέρτας τοῦ τρατοκάϊκου πρὸς τὸ ἄνοιγμα τοῦ κύτους ὅπου κάθηνται οἱ κωπηλᾶται.

μαδά (επιφών.)

μήπως και … φράση: «Μαδά πήγα!» – «μαδά μου ΄πε τίποτα…» – «μαδά το είδα καθόλου!» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαδὰ (μὴ δὴ) = μὴν ἆραγε, μήπως ἄραγε, καὶ μήπως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης βλ. καί  αδά ή μαδά (επίρρ.)

μάδε

Μάδε, ἐπίρ. ἀρνητ. § μήτε, οὔτε. Π. ’ς τὴν ἐγκλουβὴ νὰ μὴν διαβῇς, μάδε νὰ μὴν περάσῃς (ᾆσμ. 7ον). Λέγομεν καὶ μάϊδε (ἰδ. ᾆσμα 15ον). Σημ. Ἐκ τοῦ μήτε (Σύλλ. 1. 4). βλ. και  μάειδε ή μούειδε, μάηδε και μάιδε

μάειδε ή μούειδε, μάηδε και μάιδε

μήτε, ούτε. φράση: «Μάειδε που ξέρω τίποτε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μάηδε = μηδέ, μήτε, οὐδέ, οὔτε. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Μάιδε. Ο Λάζαρης γράφει μάηδε ενώ ο Κοντομίχης μάειδε και μούειδε. Λέμε και μάδε. (Ο Φίλιντας, Β/175 μιλάει για τρισύλλαβους τύπους που έγιναν δισύλλαβοι). . . . Περισσότερα

μαέρεμα (το)

το μαγείρεμα γενικά, και ειδικά το μαγείρεμα των οσπρίων, αλλά και τα ίδια τα όσπρια. φράση: «Τι φαγητό έχομε σήμερα;» – «Έβαλα λίγο μαέρεμα, φασόλια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μα(γ)έρεμα /τὸ/ = μαγείρευμα, μαγειρευμένον φαγητὸν ἐξ ὀσπρίων. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το μαγείρευμα, κυρίως . . . Περισσότερα

μαζ΄λίκα (η)

λένε το χωριάτικο τυρί, μόλις το βγάλουν από την τσαντήλα μέσα στην οποία εστράγγισε κρεμασμένο. τα μουσκεμένα ρούχα, ιδίως τα εσώρουχα του μικρού παιδιού όταν τα κατουράει. «Τρέξε και το παιδί έγινε μαζ΄λίκα». (μαζλίκα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαζ(ου)λίκα /ἡ/ (μαζάω, Σ. bεζολίκα) = τὸ σφαίρωμα . . . Περισσότερα

μάζα (η)

θάμνος με ακανθώδη φύλλα, πουρνάρι. Είναι η αγαπημένη τροφή των γιδιών. Χρησιμοποιείται για τη φωτιά των χωρικών το χειμώνα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μᾶζα /ἡ/ (ὁμάς, Ἰ. mazzo, Γαλ. masse) = θάμνος πυκνὸς δασσόφυλλος (πουρνάρια, σχοιναριά, μυρτιὰ κ.τ.ὅ.). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

μαζαράκα (η)

πρόχειρο δοχείο για άντληση νερού, για το πότισμα περιβολιών κυρίως. Είναι φτιαγμένη από γίδινο δέρμα με ξύλο κόθρο (στεφάνη) ολόγυρα στο στόμιο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαζαράκα /ἡ/ (Ἰ. mazzerare) = δοχεῖον ἀντλήσεως ὕδατος ἐξ ἀκατεργάστου αἰγείου δέρματος μὲ ξυλίνην στεφάνην περὶ τὸ στόμιον. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

μαζουριάζω

μαζεύω από φόβο ή κρύο ή αδιαθεσία. φράση: «Μαζουριασμένονε σε βλέπω, τι συμβαίνει;» = «Εμουζάριασα από το κρύο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μαζουριάζω (μαζάω, Ἰ. mazza) = συμπτύσσομαι ἐκ ψύχους, δειλίας ἢ κακουχίας, συμμαζεύομαι, κουλουριάζομαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Μαζουριάζω καὶ μαζουριάζομαι § οὐδ. Ἔχω . . . Περισσότερα

μάζωμα

Μάζωμα /τὸ/ (ὁμάς, Ἰ. mazzo) = ἡ ἐργασία τῆς συλλογῆς καρπῶν ἢ πραγμάτων, ὑπόλειμμα συλλογῆς ἀσήμαντον.

μαζώνω

εκτός από τη γενική γνωστή έννοια μαζεύω, συλλέγω κτλ, έχομε και μερικές ιδιωματικές φράσεις από το ρήμα. Πχ «θα σε μάσω στις λιθαριές»= θα σε πετροβολήσω – «Καθώς ήμουν ανεβασμένος στη συκιά, ξαφνικά κάποιος μ΄ έμασε στις πετριές» – «Έμασε ξύλο, για όλη του τη ζωή» = «Έμασα κρύο» – . . . Περισσότερα

μάζωξι

Μάζωξ(ι) (ὁμάς, Ἰ. mazzo) = συνάθροισις προσώπων, συγκέντρωσις.

Click to listen highlighted text!