Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Λ

λωβιάζω

Λωβιάζω (λωβάω) = πάσχω ἐκ λέπρας ἢ ἄλλου ἀνιάτου νοσήματος, καθίσταμαι ἀπροσπέλαστος λόγῳ ρυπαρότητος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Λώβα ή λωβή είναι η λέπρα. Λέμε: ελώβιασε, απ΄ την ακαθαρσία. Και στους βυζαντινούς, λώβα,, είδος λέπρας. Δεν ξέρω αν το Κατωποδέικο παρατσούκλι Λόβλος σχετίζεται. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. . . . Περισσότερα

λωβός

Λωβός, βλαμμένος, ἀσθενιάρης ἀπ᾿ τό ἀρχαῖο λώβα (λέπρα).

λώθρα (η)

η άκρη (η μύτη) του πεταλόκαρφου, που την αποκόπτουν μετά το μπήξιμο του καρφιού στο νύχι του ζώου. Κι αυτό για να μη «λωθροκόβεται» το ζώο. Βαλαωρ. Αθ. Διάκος, Α΄: «μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως σε θα μείνει λώθρα, / σ΄ αυτή τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος …» πράγμα χωρίς . . . Περισσότερα

λωθριάζω

Λωθριάζω (ἧλος-θρίον, τρύω, Ἰ. lutare;) = ἐπικάμπτω τὸ ἐκ τοῦ ὄνυχος τοῦ ὑποζυγίου ἐξέχον ἄκρον τοῦ πεταλοκαρφίου ἀφοῦ ἀποκόψω τὸ πλεονάζον.

λωθροκόβομαι

τραυματίζομαι στα στραγάλια από τις μύτες πεταλόκαρφιών, που τυχαίνει να εξέχουν. Λέγεται για τα ζώα που πεταλώνονται. μεταφορικά: παλιότερα χρησιμοποιούνταν η λέξη προκειμένου περί των παιδιών που τραυματίζονταν στα στραγάλια από τα χοντροπάπουτσα που φορούσαν , τότε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λωθροκόβομαι (ἧλος-θρίον, Ἰ. lutare;-κόπτω) = . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!