Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ξ

ξεγλάστρα (η)

τόπος γλιστερός, πλακόστρωτος, ολισθηρός. Λέγεται και ξελάστρα = πολύ φτωχό έδαφος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεγλάστρα (ἐκ-λιστρῶ, Ἰ. lastra) = ἔδαφος ἐπίπεδον, τόπος ὁμαλὸς καὶ ἄδενδρος, δάπεδον ὀλισθηρόν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεγνοιάζω

Ξεγνοιάζω, οὐδ. § ἄφροντίς εἰμι. Σημ. Ὁ Βυζ. γράφει ξεννοιάζω (ἴδ. ἀξέγνοιαστος).

ξεγοβάρωμα

Ξεγοβάρωμα /τὸ/ (ἐκ-Ἰ. gobba, Λ. vivarium) = ξεφόρτωμα ἐπαχθοῦς ὑποθέσεως, ἀπαλλαγὴ ἀπὸ δυσχερείας (βλ. λ. ξεϊβάρωμα).

ξεγοφιάζω -ομαι

πέφτω και χτυπώ τους γοφούς μου. φράσεις: «Εγλίστρησα στο σαλίτζο και έπεσα και ξεγοφιάστηκα» – «Εσήκωνα κάτι μεγάλες πέτρες και ξεγοφιάστηκα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης   Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεγύρισε

Γέρεψε. Ξεγυρίζω κατά τον Μπαμπινιώτη είναι ρήμα αμετάβατο, επανακτώ την υγεία μου, αρχίζω να αναρρώνω. Λέμε κι εμείς: «Ξεγύρισε το πρόσωπο του, είναι γερός, γέρεψε».

ξεδιαλεούρια (τα)

τα απομεινάρια, τα ξεδιαλυμένα πράγματα (χόρτα, μήλα, ψάρια, κλπ.). «Έχει ψάρια ο τάδε;» – «μπα, κάτι ξεδιαλεούρια του μείνανε» – «Τις ελιές τις μαζέψαμε, μας έμειναν όμως κάτι ξεδιαλεούρια».

ξεδιαλύνω

ξεκαθαρίζω, κανονίζω, διευθετώ: «έλα τώρα να ξεδιαλύνουμε τη διαφορά μας» – «Αυτά όλα πρέπει να τα ξεδιαλύνομε» – «‘Επρεπε από πριν να ξεδιαλύνουμε τις διαφορές μας». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεδιαλύνω (ἐκ-διαλύω) = ἀποκαθαίρω, διαυγάζω, ξεκαθαρίζω, διευθετῶ διένεξιν δι᾿ ἐξηγήσεων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεζ΄γάζω

μισοβράζω τα χάβαρα ή τα μύδια. Οι νοικοκυρές τα ξέζγαζαν στο τηγάνι με νερό πριν τα βάλουν στην πινιάτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεζ(υ)γάζω (ἐκ-ζεῦγος, Β. ζέχα, Ἀλ. ζέκ-γου) = μισοβράζω θαλάσσια δίθυρα (χιβάδια, μύδια κ.τ.ὃ.) διὰ ν᾿ ἀνοίξουν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεζβερκιάζω

Απειλή: «θα σε ξεζβερκιάσω». Σ(ζ)βέρκο (προφέρουμε ζβέρκο) και αρχαία ο σβέρκος, είναι ο αυχένας ανθρώπου ή ζώου. Ή το πίσω μέρος του λαιμού. Οι ειδικοί λένε πως προέρχεται απ΄ το αλβανικό zverk. Η πρόθεση εκ(εξ) επιτείνει την έννοια του χτυπήματος που γίνεται με την παλάμη στον αυχένα (σβερκιά). Γνωστή και . . . Περισσότερα

ξεζεύω

Ξεζεύω (ἐκ-ζευγνύω) = ἀποζευγνύω, ἀπαλλάσσω τῆς ζεύξεως ὑποζύγιον.

ξεζορκιάζω -ομαι

απογυμνώνω, γδύνω -ομαι τελείως, μένω ζόρκος μτφ.: ντροπιάζω, (βλ. ξεβρακώνω) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεζορκιάζω (ἐκ-δορκάς, ζορκὰς) = ἀπογυμνῶ, γδύνω τελείως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ξεζορκιάζω = ἀπογυμνώνω, ξεζορικάστηκε (ξεγυμνώθηκε). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ξεθ(η)λυκώνω

ξεθηλυκώνω Ξεκουμπώνω, λύω την θηλιά, τον κόμπο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεθ(η)λυκώνω (ἐκ-θῆλυ) =  λύω κόμβον ἢ δεσμόν, ξεκουμβώνω, ἐκπορπῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξέθαμπα

Ξέθαμπα (ἑξ-θάμβος) = τὸ λυκαυγές, ἡ χαραυγή, τὰ χαράματα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ξέθαμπα, (μετὰ τὸ λυκαυγές). Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός βλ. και μισουρανὴς ἢ μισουρανὶς

ξεθεόνω

Ξεθεόνω § καταπονῶ τινα, ἀφανίζω. Π. τὸν ἐξεθέωσε ’ς τὴ δουλειά, – λέγομεν καὶ ἄλλως τὸν ἐψόφισε, τὸν ἀπέθανε ’ς τὴν δουλειά. Σημ. Ἐκ τοῦ ἐκθείω (= ἀποθεόνω), ἴσως κατ’ ἀντίφρασιν ἀντὶ τοῦ ἀποσκορακίζω – τὸν στέλλω ’ς τὸν διάολο. Οἱ Κύπριοι λέγουσι ’ποθεόνω (ἐφ. Φιλομαθ. σ. 1270).

ξεθερματίζω

Ξεθερματίζω (ἐξ-θερμὸς-δέρμα) = ἀποψιλώνω σφάγιον χοίρου, πουλερικῶν ἢ πόδια σφαγίου τῇ βοηθείᾳ ζέοντος ὕδατος.

ξεθηλύκωτος -η -ο

ο ξεκούμπτωτος (ξεθλήκωτος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεθ(η)λύκωτος -η -ο (ἐκ-θῆλυ) =  λελυμένος, ξεκούμβωτος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

ξεϊβάρωμα (το)

το ψάρεμα στο ιβάρι, στο ιχθυοτροφείο, πράγμα που κρατάει πολύ χρόνο και είναι και κάτι αβέβαιο ως προς τη σοδειά. μτφ.: φράση: «καλό ξεϊβάρωμα», δηλ. έχε υπομονή, περίμενε με αβεβαιότητα. Η φράση ισοδυναμεί με το «καλό ξημέρωμα», όταν λέγεται ειρωνικά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεϊβάρωμα /τὸ/ . . . Περισσότερα

ξεκ΄ταλεύω

παίρνω με κουτάλι από την κατσαρόλα, τμήμα φαγητού για να το δοκιμάσω τάχα. «Μην ξεκουταλεύεις, τι θα μείνει να φάμε το μεσημέρι.» Το ουσιαστικό: ξεκουτάλεμα. (ξεκταλεύω / ξεκουταλεύω) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκ(ου)ταλεύω (ἐκ-κοτύλη) = ἐλαττώνω τὸ φαγητὸν ἀπὸ τὴν χύτραν ὑπὸ τὸ πρόσχημα δοκιμῶν μὲ . . . Περισσότερα

ξεκακίζω

ξεθυμαίνω, ηρεμώ. Η λέξη αναφέρεται κυρίως στον καιρό. φράση: Αν δεν ξεκακίσει ο καιρός, που να πάμε;» – «Εξεκάκισε βλέπω ο καιρός» = μαλάκωσε.

ξεκαλκ(ου)νάρω

Ξεκαλκ(ου)νάρω (ἐκ-Ἰ. calciare) = ἀπολακτίζω τὸ βύσμα, ἐκτινάσσω τὸ πῶμα, ἀποτινάσσω τὸ βαρὺ ἐπίθεμα ἀσφαλίσεως.

ξεκαμπ(ι)ζέλωτος -η -ο

εκείνος που δε φορούσε, παλιά, την καμιζόλα του, που ήταν είδος γελέκου, αντρικού και γυναικείου, που φοριόταν με την παραδοσιακή λαϊκή φορεσιά του νησιού. Δεν ήταν ευπρεπές να μη φοράει κανείς την καμπ΄ζέλα του. Κι όταν αργότερα αντικαταστάθηκε η καμπ΄ζέλα απ΄ το σακάκι, έμεινε η φράση. Σήμερα ξεκαμπζέλωτος σημαίνει χωρίς . . . Περισσότερα

ξεκαμπίζω

έρχομαι από κάπου, εμφανίζομαι ξαφνικά. φράσεις: «Πούθε μας ξεκάμπισες;» «Τώρα ξεκάμπισε αυτό το … φρούτο;» (ειρωνικά) για πονηρούς ανθρώπους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Το ρήμα γραμματικά είναι ξεκαμπίζω και σημαίνει οδηγώ στον κάμπο, βγάζω σε ξέγναντο μέρος (Κριαράς). Έχει όμως και ιδιωματική σημασία όπως σε μας. . . . Περισσότερα

ξεκάνω

πουλάω ένα κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. «Το ξέκαμα το κοπάδι μου, γιατί δε μου απέδιδε μεγάλο κέρδος» – «ξέκαμα το αμπέλι» = το πούλησα. εχθρεύομαι μέχρι θανάτου κάποιον, σκοτώνω. Απειλή: «Κάτσε φρόνιμα γιατί θα σε ξεκάμω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκάνω (ἐκ-κάμνω) = ἐκποιῶ, ἀπαλλοτριῶ, ἐξαφανίζω, . . . Περισσότερα

ξεκαπνίζω

Βγάζω τις καπνιές, μουτζούρες από καπνό, αλλά και γενικότερα αράχνες και ό,τι άλλο λερώνει το σπίτι, ιδίως το μπουχαρί και τη γωνιά.

ξεκατελώνω

Ξεκατελώνω = (εκ+κατελώνω) = εκ βρωμίζω, ξεβρωμίζω, απομακρύνω τη βρωμιά, καθαρίζω. βλ. κατελώνω

ξεκηπίδι -δια

τα τελευταία απομεινάρια από τη σοδειά του κήπου: καρποί, κηπευτικά, φρούτα, λαχανικά κλπ. φράση: «Εμάζεψα κάτι ξεκηπίδια».

ξεκηπίσματα (τα)

λέξη ειρωνική όταν συνοδεύεται με το «καλά ξεκηπίσματα». Λέγεται όταν δεν υπάρχει απαντοχή για καλή έκβαση των υποθέσεών μας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκ(η)πίσματα (ἐξ-κῆπος) = ἡ λῆξις παραγωγικῆς ἐποχῆς κηπευτικῶν, κάμψις ἱκανοτήτων δράσεως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεκλιάρης

Ξεκλιάρης § ὁ ἔχων κλίσιν ἢ ἕξιν εἰς τὸ φορεῖν ξεσχισμένα ὶμάτια. Σημ. ἰδ. ’ξυπολιάρης. βλ. καί  ξεσκλιάρης 

ξεκόβω

απομακρύνω κάποιον από «κακές παρέες». Γενικά, απομακρύνω, ξεχωρίζω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεκόβω (ἐκ-κόπτω) = ἀποχωρίζω, ἀποσπῶ, ἀπομακρύνω, καθορίζω ποσοτικῶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!