Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ξ

ξανακυλάω

αρρωσταίνω πάλι, γιατί δε φυλάχτηκα την πρώτη φορά. φράση: «εξανακύλησε ο νοικοκύρης. Δε φυλάχτηκε …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Το λέμε σε περίπτωση που η αρρώστια υποτροπιάζει. Λέμε, για παράδειγμα, πως το παιδί, ενώ πήγαινε καλά, ξανακύλησε! Το ρήμα είναι ξανακυλώ και το ουσιαστικό ξανακύλισμα. Το . . . Περισσότερα

ξαναμοσκεύομαι

τρώγω ανόρεχτα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαναμοσκεύομαι (ἐξ-ἀνὰ-Ἰ. moshio) = ἐπιλαμβάνομαι φαγητοῦ τινὸς μετ’ ἐνδοιασμοῦ καὶ ἀνορεξίας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξαναπελεύω

μόνο στη φράση: «πού ξαναπέλεψες;», δηλ. που βρέθηκες εδώ; Λέγεται κυρίως για τις κότες, όταν πάνε σε άλλη γειτονιά. Η λέξη σπανίζει. «Ετούτη η λαθύρω (όνομα κότας) ούτε που ξέρω πού ξαναπέλεψε».

ξανασαίνω

Ξανασαίνω (ἐξ-ἄνεσις) = ἀνακουφίζομαι, ξεκουράζομαι, ἀναπνέω ἐλεύθερα.

ξανάσασμα

Ξανάσασμα /τὸ/ (ἐξ-ἄνεσις) = ἀνακούφισις, ἄνεσις, ἀνεμπόδιστος ἀναπνοή, ἄνετος βίος.

ξανεμίζω

μτφ. σπαταλώ. Στη φράση «Κλωτσάει και θα σε ξανεμίσ΄» πιθανώς σημαίνει: θα σε ξεσκεπάσει, καθώς είναι ανήσυχη στον ύπνο θα σε εξαντλήσει ερωτικά.

ξανθός

Ξανθὸς § τὸ ἄλλως Μοτάρι καλούμενον (ὅπερ ἰδέ). Σημ. Ἐκ τοῦ ἐξανθέω. βλ. καί ξαντό (ή ξανθό)

ξαντ(ι)μεύω

ξεπληρώνω, ανταποδίδω Ευχή: «ο Θεός να στο ξαντμέψει το καλό που έκαμες». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαντμείβω. Τρεις λέξεις σε μια: εξ – αντ(ι) -αμείβω, που θα πει απλά (στον μέλλοντα) θα σε ανταμείψω ή για το καλό που μου κάνεις θα σε αμείψει ο Θεός . . . Περισσότερα

ξαντό (ή ξανθό)

λινό ύφασμα ως επίθημα σε πληγή, ψιλό κατεργασμένο λινάρι εν είδει γάζας, για πληγές. Σε γιατροσοφικό παλαιό βιβλίο συνταγών, διαβάζομε: » … βάνω επάνω εις το κόκκαλον ολίγο ξαντό στεγνό και από πάνω του βάνω μακαρούνια (=κλωστές) από ξαντό μουσκεμένα εις το ασπράδι του αυγού». ( Η λαϊκή Ιατρική στη . . . Περισσότερα

ξαπινομῆς

Ξαπ(ι)νομῆς (ἐξ ἐπινομῆς) = ἐξ εὐνοίας, πρὸς χάριν, ἐξ αἰτίας, ἐξ ὑπαιτιότητος.

ξαποσταίνω

Ξαποσταίνω (ἐξ-ἀπὸ-σθένω) = διακόπτω κοπιώδη πορείαν ἢ ἐργασίαν πρὸς ἀνακούφισιν, ἀνακουφίζομαι ἀπὸ κόπον, ξεκουράζομαι.

ξαραχνιάζω

Ξαραχνιάζω: (εκ+αραχνιάζω) = αφαιρώ τις αράχνες ή τις ασφελαγγνιές (τους ιστούς της αράχνης).

ξάρτια (τα)

εξαρτήματα του ανεμόμυλου. Ήταν συρματόσκοινα τα οποία έδεναν στους κουδούνους ως εξής: Το καθένα δενόταν πρώτα γερά στην κάτω άκρη της αντένας, έπειτα προχωρούσε και αφού τυλιγόταν στους κουδούνους συνέχιζε και δενόταν στην άκρη της αντίστοιχης αντένας. Το κάθε ξάρτι δηλ. έδενε δυο συνεχόμενες αντένες. Κι έτσι είχαμε 4 ξάρτια . . . Περισσότερα

ξαστεριὰ

Ξαστεριὰ (ἐξ-ἄστρον) = ἀστροφεγγής, αἴθριος, εὔδιος, ἀκηλίδωτος.

ξαστοχάω

ξεχνάω, λησμονώ. φράσεις: «ξαστόχησα τι μούπες.» – «το τετράδιό σου ξαστόχησα στο σπίτι μου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαστοχάω (ἐξ-ἀστοχέω -ῶ) = λησμονῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξαφρίζω

βγάζω τον αφρό του φαγητού (π.χ. κρέατος) μόλις πάρει βράση και μαζί τις ακάθαρτες ουσίες που τυχόν έχει. μτφ. = ιδιοποιούμαι, κλεβω με επιτήδειο τρόπο. Π.χ. του ξάφρισε το πορτοφόλι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαφρίζω (ἐξ-ἀφρὸς) = ἀφαιρῶ τὸν ἀφρόν, ὑπεξαιρῶ μέρος πράγματος, κλέπτω κατ’ ἐπιλογήν. . . . Περισσότερα

ξαχουρδάω

γλιστράω, ξεγλιστράω. φράση: «Εξαχούρδησα κι έπεσα μέσα στις λάσπες.» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαχουρδάω (έκ-χορδὴ -εύω, χόνδρος -όω) = διολισθαίνω ὡς τὸ περιεχόμενον ἐντέρου, ἐκφεύγω ἐπὶ χόνδρων (βότσαλα), ξεγλιστρῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ξαχουρδάω = γλιστράω, ξαχούρδισα (γλύστρισα). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής . . . Περισσότερα

ξαχρίζω

ξακρίζω, καθαρίζω, σκουπίζω το σπίτι στις γωνιές, βγάνω κάπνες, αράχνες κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαχρίζω (ἐξ-ἀχρεῖος, ἄχρι, ἄκρον;) = καθαρίζω τὰς γωνίας τῶν δωματίων, ἀπὸ ἀράχνες, κάπνες κ.τ.ὅ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ξαχρίζω = καθαρίζω τό κτῆμα ἀπ᾿ τά ζιζάνια, ἤ τό σπίτι ἀπό . . . Περισσότερα

ξε

Ξε. Ἡ πρόθεσις ἐκ καὶ ἐξ ὡς πρῶτον συνθετικὸν λέξεων ἀρχομένων ἀπὸ συμφώνου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ξὲ πρόθ. εὔχρ. ἐν συνθέσει, § ἐξ. Π. ξεφεύγω = ἐκφεύγω. Σημ. Ἐγένετο κατὰ μετάθεσιν. Οἱ Κύπριοι λέγ. ξη· ὡς ξηβοτανίζω ἀντὶ ξεβοτανίζω (Φιλίστ. Δ’. 433).

ξεβγαίνω

μεγαλώνω, αναπτύσσομαι. Λέγεται για τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά ακόμη: «Ε, τώρα μεγάλωσε το παιδί, εξεβήκε». Για τις κοπέλες όμως έχει διαφορετική έννοια: «Εξεβήκε κι αυτή λίγο …», δηλ. εξέφυγε κάπως από την αυστηρή επιτήρηση των γονιών της. Για τα φυτά και τα ζώα = το πήραν απάνω . . . Περισσότερα

ξέβγαλμα

ξέβγαλμα, (ὅταν ἐξάγωνται τὰ ζῷα εἰς τὴν βοσκήν), χρονικό μέτρον βλ. και μισουρανὴς ἢ μισουρανὶς

ξεβγάνω

συνοδεύω, κατευοδώνω κάποιον, που πρόκειται να ταξιδέψει, ή κάποιον που φιλοξένησα σπίτι μου. ξεπλένω με καθαρό νερό τα ρούχα της μπουγάδας ή ρούχα απλώς σαπουνισμένα. παρασέρνω κάποιον στον κακό δρόμο, στην ανηθικότητα. λέξεις: ξέβγαλμα, ξεβγαλμένος, -η. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεβγάνω (ἐκ-βάλω) = προπέμπω ἀναχωροῦντα, χειραφετῶ, . . . Περισσότερα

ξεβδέλιασμα (το)

αηδής, σιχαμερός, τιποτένιος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεβδέλιασμα /τὸ/ (ἐκ-βδέλυγμα) = ἄτομον βδελυρόν, ἀηδές, ἀτροφικόν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεβέλασμα (το)

ο τιποτένιος, ο ανήθικος, ο άνανδρος. Η λέξη αποτελεί βρισιά: «Μωρέ ξέβέλασμα του κεράτα, με μένα θα τα βάλεις τώρα;» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεβέλασμα = ξέρασμα, βρισιά, πού σημαίνει καί ἀπόβρασμα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ξεβρακώνω (μτφ)

ντροπιάζω, ρεζιλεύω δημόσια κάποιον, αποκαλύπτω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεβρακώνω (ἐκ-Ἰ. brache) = ἀποσπῶ τὴν σκελέαν, ἀπογυμνῶ, ἀποκαλύπτω αἴσχη ἢ ἐπίμεμπτον ἐνέργειαν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεβράκωτος -η -ο

αυτός που δεν έχει βρακί να φορέσει, δηλ. ο πάμφτωχος. Οι παλιοί έλεγαν: «Είμαι φτωχός αλλά περήφανος, εγώ της έδωκα την προίκα της, όχι σα μερικούς που τι παντρεύουν ξεβράκωτες». φράσεις: «Την πήρε ξεβράκωτη» – «αυτός δα, ξεβρακώθηκε», δηλ. αποκαλύφθηκε, φάνηκε η παλιανθρωπιά του Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

ξεγαιματίζω -ομαι

χάνω το αίμα μου εξ αιτίας αιμορραγίας Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεγαιματίζω (ἐξ-αἷμα) = ἐξαντλῶ τὸ αἷμα, καθιστῶ ἔξαιμον δι᾿ αἱμορραγίας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!