Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ξ

ξανασαίνω

Ξανασαίνω (ἐξ-ἄνεσις) = ἀνακουφίζομαι, ξεκουράζομαι, ἀναπνέω ἐλεύθερα.

ξανάσασμα

Ξανάσασμα /τὸ/ (ἐξ-ἄνεσις) = ἀνακούφισις, ἄνεσις, ἀνεμπόδιστος ἀναπνοή, ἄνετος βίος.

ξανεμίζω

μτφ. σπαταλώ. Στη φράση «Κλωτσάει και θα σε ξανεμίσ΄» πιθανώς σημαίνει: θα σε ξεσκεπάσει, καθώς είναι ανήσυχη στον ύπνο θα σε εξαντλήσει ερωτικά.

ξανθός

Ξανθὸς § τὸ ἄλλως Μοτάρι καλούμενον (ὅπερ ἰδέ). Σημ. Ἐκ τοῦ ἐξανθέω. βλ. καί ξαντό (ή ξανθό)

ξαντ(ι)μεύω

ξεπληρώνω, ανταποδίδω Ευχή: «ο Θεός να στο ξαντμέψει το καλό που έκαμες». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαντμείβω. Τρεις λέξεις σε μια: εξ – αντ(ι) -αμείβω, που θα πει απλά (στον μέλλοντα) θα σε ανταμείψω ή για το καλό που μου κάνεις θα σε αμείψει ο Θεός . . . Περισσότερα

ξαντό (ή ξανθό)

λινό ύφασμα ως επίθημα σε πληγή, ψιλό κατεργασμένο λινάρι εν είδει γάζας, για πληγές. Σε γιατροσοφικό παλαιό βιβλίο συνταγών, διαβάζομε: » … βάνω επάνω εις το κόκκαλον ολίγο ξαντό στεγνό και από πάνω του βάνω μακαρούνια (=κλωστές) από ξαντό μουσκεμένα εις το ασπράδι του αυγού». ( Η λαϊκή Ιατρική στη . . . Περισσότερα

ξαπινομῆς

Ξαπ(ι)νομῆς (ἐξ ἐπινομῆς) = ἐξ εὐνοίας, πρὸς χάριν, ἐξ αἰτίας, ἐξ ὑπαιτιότητος.

ξαποσταίνω

Ξαποσταίνω (ἐξ-ἀπὸ-σθένω) = διακόπτω κοπιώδη πορείαν ἢ ἐργασίαν πρὸς ἀνακούφισιν, ἀνακουφίζομαι ἀπὸ κόπον, ξεκουράζομαι.

ξαραχνιάζω

Ξαραχνιάζω: (εκ+αραχνιάζω) = αφαιρώ τις αράχνες ή τις ασφελαγγνιές (τους ιστούς της αράχνης).

ξαστεριὰ

Ξαστεριὰ (ἐξ-ἄστρον) = ἀστροφεγγής, αἴθριος, εὔδιος, ἀκηλίδωτος.

ξαστοχάω

ξεχνάω, λησμονώ. φράσεις: «ξαστόχησα τι μούπες.» – «το τετράδιό σου ξαστόχησα στο σπίτι μου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαστοχάω (ἐξ-ἀστοχέω -ῶ) = λησμονῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξαφρίζω

βγάζω τον αφρό του φαγητού (π.χ. κρέατος) μόλις πάρει βράση και μαζί τις ακάθαρτες ουσίες που τυχόν έχει. μτφ. = ιδιοποιούμαι, κλεβω με επιτήδειο τρόπο. Π.χ. του ξάφρισε το πορτοφόλι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαφρίζω (ἐξ-ἀφρὸς) = ἀφαιρῶ τὸν ἀφρόν, ὑπεξαιρῶ μέρος πράγματος, κλέπτω κατ’ ἐπιλογήν. . . . Περισσότερα

ξαχουρδάω

γλιστράω, ξεγλιστράω. φράση: «Εξαχούρδησα κι έπεσα μέσα στις λάσπες.» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαχουρδάω (έκ-χορδὴ -εύω, χόνδρος -όω) = διολισθαίνω ὡς τὸ περιεχόμενον ἐντέρου, ἐκφεύγω ἐπὶ χόνδρων (βότσαλα), ξεγλιστρῶ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ξαχουρδάω = γλιστράω, ξαχούρδισα (γλύστρισα). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής . . . Περισσότερα

ξαχρίζω

ξακρίζω, καθαρίζω, σκουπίζω το σπίτι στις γωνιές, βγάνω κάπνες, αράχνες κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξαχρίζω (ἐξ-ἀχρεῖος, ἄχρι, ἄκρον;) = καθαρίζω τὰς γωνίας τῶν δωματίων, ἀπὸ ἀράχνες, κάπνες κ.τ.ὅ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ξαχρίζω = καθαρίζω τό κτῆμα ἀπ᾿ τά ζιζάνια, ἤ τό σπίτι ἀπό . . . Περισσότερα

ξε

Ξε. Ἡ πρόθεσις ἐκ καὶ ἐξ ὡς πρῶτον συνθετικὸν λέξεων ἀρχομένων ἀπὸ συμφώνου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ξὲ πρόθ. εὔχρ. ἐν συνθέσει, § ἐξ. Π. ξεφεύγω = ἐκφεύγω. Σημ. Ἐγένετο κατὰ μετάθεσιν. Οἱ Κύπριοι λέγ. ξη· ὡς ξηβοτανίζω ἀντὶ ξεβοτανίζω (Φιλίστ. Δ’. 433).

ξεβγαίνω

μεγαλώνω, αναπτύσσομαι. Λέγεται για τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά ακόμη: «Ε, τώρα μεγάλωσε το παιδί, εξεβήκε». Για τις κοπέλες όμως έχει διαφορετική έννοια: «Εξεβήκε κι αυτή λίγο …», δηλ. εξέφυγε κάπως από την αυστηρή επιτήρηση των γονιών της. Για τα φυτά και τα ζώα = το πήραν απάνω . . . Περισσότερα

ξέβγαλμα

ξέβγαλμα, (ὅταν ἐξάγωνται τὰ ζῷα εἰς τὴν βοσκήν), χρονικό μέτρον βλ. και μισουρανὴς ἢ μισουρανὶς

ξεβγάνω

συνοδεύω, κατευοδώνω κάποιον, που πρόκειται να ταξιδέψει, ή κάποιον που φιλοξένησα σπίτι μου. ξεπλένω με καθαρό νερό τα ρούχα της μπουγάδας ή ρούχα απλώς σαπουνισμένα. παρασέρνω κάποιον στον κακό δρόμο, στην ανηθικότητα. λέξεις: ξέβγαλμα, ξεβγαλμένος, -η. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεβγάνω (ἐκ-βάλω) = προπέμπω ἀναχωροῦντα, χειραφετῶ, . . . Περισσότερα

ξεβδέλιασμα (το)

αηδής, σιχαμερός, τιποτένιος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεβδέλιασμα /τὸ/ (ἐκ-βδέλυγμα) = ἄτομον βδελυρόν, ἀηδές, ἀτροφικόν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεβέλασμα (το)

ο τιποτένιος, ο ανήθικος, ο άνανδρος. Η λέξη αποτελεί βρισιά: «Μωρέ ξέβέλασμα του κεράτα, με μένα θα τα βάλεις τώρα;» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεβέλασμα = ξέρασμα, βρισιά, πού σημαίνει καί ἀπόβρασμα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ξεβρακώνω (μτφ)

ντροπιάζω, ρεζιλεύω δημόσια κάποιον, αποκαλύπτω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεβρακώνω (ἐκ-Ἰ. brache) = ἀποσπῶ τὴν σκελέαν, ἀπογυμνῶ, ἀποκαλύπτω αἴσχη ἢ ἐπίμεμπτον ἐνέργειαν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεβράκωτος -η -ο

αυτός που δεν έχει βρακί να φορέσει, δηλ. ο πάμφτωχος. Οι παλιοί έλεγαν: «Είμαι φτωχός αλλά περήφανος, εγώ της έδωκα την προίκα της, όχι σα μερικούς που τι παντρεύουν ξεβράκωτες». φράσεις: «Την πήρε ξεβράκωτη» – «αυτός δα, ξεβρακώθηκε», δηλ. αποκαλύφθηκε, φάνηκε η παλιανθρωπιά του Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

ξεγαιματίζω -ομαι

χάνω το αίμα μου εξ αιτίας αιμορραγίας Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεγαιματίζω (ἐξ-αἷμα) = ἐξαντλῶ τὸ αἷμα, καθιστῶ ἔξαιμον δι᾿ αἱμορραγίας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξεγαναχτάω

Ξεγαναχτάω (ἐξ-ἀγανακτῶ) = καταπραΰνομαι, ἀνακουφίζομαι, ξεκουράζομαι.

ξεγανάχτια (η)

ανακούφιση, συμπαράσταση, βοήθεια. φράση: «Πότε να μεγαλώσ΄νε τα παιδιά μου να ιδώ κι εγώ λίγη ξεγανάχτια» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεγανάχτια /ἡ/ (ἐξ-ἀγανακτῶ) = κατευνασμός, ἀνακούφισις, ἄνεσις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ανακούφιση. Από την ξε (κε) και αγαναχτώ. Παύω να γαναχτώ. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα . . . Περισσότερα

ξεγένομαι

αδυνατίζω απελπιστικά, αποκάμνω, είμαι στα πρόθυρα του θανάτου. φράση: «εξεγίν΄κε μπιτ». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξεγένομαι (ἐκ-γίγνομαι) = ἀπογίνομαι, γίνομαι ἀγνώριστος ἐπὶ τὰ χείρω, περιπίπτω εἰς ἐπιθανάτιον κῶμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!