Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ξ

ξυλοδεσά (η)

ο ξύλινος οπλισμός, ο σκελετός σπιτιού αντισεισμικής κατασκευής. Συνδυασμός ματεριών της ξύλινης στέγης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξ(υ)λοδεσιὰ /ἡ/ (ξῦλον-δέω) = ὁ ξύλινος σκελετὸς ἀντισεισμικῆς οἰκίας, ὁ ξύλινος σκελετὸς στέγης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης ξυλοδεσιά (ἡ): ὁ ξύλινος σκελετός τῶν σπιτιῶν τῆς Λευκάδας. Λεξικό Ιδιωματικών Όρων . . . Περισσότερα

ξυλοκαρπία (η)

η παραγωγή γεωργικών προϊόντων, η ευφορία, η σοδειά των καρπών. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξ(υ)λοκαρπιἀ /ἡ/ (ξῦλον-καρπὸς) = εὐφορία τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξυλοκέρατο (το)

ο καρπός του δέντρου ξυλοκερατιά, αλλιώς χαρούπι. Το ξυλοκέρατο χρησιμοποιούταν στη λαϊκή ιατρική. «Περί κοιλιάς όπου τρέχει αίμα. Βράσε ξυλοκέρατο και τριαντάφυλλα με σουμάκι (ρους ο βυρσοδεψικός, βαφικός. σ.σ.) και ανακάτωσον με κρασί δός να πίνει.»

ξυλόκοτα (η)

το πουλί μπεκάτσα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξ(υ)λόκοττα /ἡ/ = σκολόπαξ, μπεκάτσα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ξυλόκοτα = (ἡ) μπεκάτσα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ξυλολίθου (επίρρ.)

καταστροφή, εξολοθρεμός, χαμός. φράση: «Αυτή η φαμελιά επήγε ξυλολίθου», δηλ. καταστράφηκε εντελώς.

ξυλοπαίρνω

παίρνω τα λογικά κάποιου, τον αρρωσταίνω. Υπάρχει η λαϊκή πρόληψη πως όταν κανείς διαβεί από σταυροδρόμι νύχτα «τον ξυλοπαίρνουν τα ξωτικά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξ(υ)λοπαίρνω (ξῦλον-ἐπαίρω) = διώκω τινὰ διὰ ξύλου ἢ βιαιοπραγιῶν. (ἔξαλλος-ἐπαίρω) = καθιστῶ τινὰ ἔξαλλον, κλονίζω τὸ λογικόν. (ἐνέργεια προερχομένη κατἀ λαϊκὴν . . . Περισσότερα

ξυλόροκα (η)

είδος ρόκας, λακάτης. Είναι ο απλούστερος τύπος ρόκας. Η κεφαλή του σχηματίζει ένα Φ κεφαλαίο.

ξυλοφάος (ο)

η ξύστρα, η λίμα που ισιάζει τις επιφάνειες των ξύλων, αλλιώς: ράσπα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ξυλοφάος (ὁ): ξύστρα, λίμα πού ἰσιώνει τήν ἐπιφάνεια τοῦ ξύλου. Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

ξυλοχάλαση (η)

δεινή τρικυμία. ΒΑΛ. Φωτεινός. Β΄: «Τι ξυλοχάλαση είν΄ αυτή! Αν ταύρηκ΄ η Τρωάδα / τ΄ άχαρα χελιδόνια μου! … Πατέρα να σ΄ αλλάξω».

ξυλοχαλασιά

άσχημος καιρός με πολλές βροχές και άνεμο που καταστρέφει δέντρα και καλλιέργειες βλ. ξυλοχάλαση

ξυλόχτενο (το)

το ξυλόχτενο είναι η μάνα του χτενιού στον αργαλειό. Είναι είδος θήκης, υποδοχή του χτενιού.

ξύνα (η)

το ξυνόγαλο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξύνα /ἡ/ (ὄξινος) = γάλα ὄξινον ἐκ ζυμώσεως, γάλα γινωμένο, ξυνόγαλο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

ξυνό (το)

το κρυσταλλικό κιτρικό οξύ, που μπαίνει στη θέση του λεμονιού, εν ελλείψει τούτου. (ξνό) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξ(υ)νὸ /τὀ/ (ὄξινον) = τὸ κρυσταλλικὸν κιτρικὸν ὀξὺ ποὺ ἀντικαθιστᾷ ἐν ἐλλείψει, τὸ λεμόνιον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξυπολιάρης

Ξυπολιάρης § ὁ ἀνυπόδητος. Σημ. Τὴν κατάληξιν -άρης προσάπτουσιν οἱ Λευκάδιοι εἸς πολλὰ προσηγορικά, ἵνα ἐκφράσωσι τὴν κλίσιν, ἣν ἔχει τις εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ ὀνόματος δηλούμενον, οἷον τὸν ἐπιρρεπῆ εἰς τὸ παιγνίδιον λέγουσι παιγνιδιάρην, τὸν ἐπιρρεπῆ εἰς τοὺς ἀστεϊσμοὺς λέγουσι χωρατάρην· οὕτω καὶ ξεκλιάρην, ’ποθεσάρην, κανακάρην κτλ.

ξυπολισά

Ξ(υ)πολ(υ)σά. Το -ι- ίσα που ακούγεται. Τον έφαγε η ξπολσιά, λέγαμε στο χωριό για τα παιδιά κυρίως που αρέσκονταν να περπατούν ανυπόδητα (καίτοι αυτά διέθεταν παπούτσια) στις λάσπες και τα νερά. Δεν είναι λέξη λευκαδίτικη, ούτε φυσικά καράνικη, αλλά ευρύτατα χρησιμοποιούμενη, ώστε πολιτικογραφήθηκε στο χωριό με την ιδιωματική της προφορά. . . . Περισσότερα

ξυπόλυτος

Ξ(υ)πόλ(υ)τος (ἐξυπόδητος) = ἀνυπόδητος, χωρὶς ὑποδήματα ἢ ἐμβάδας. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ο Κριαράς γράφει: ξυπόλυτος, επίθετο μεσαιωνικό εξυπόλυτος (εξ-υπο-λύω) και γραφή ξυπόλητος (με -η-). το ίδιο και ο Σταματάκος, Δημητράκος. Ο δικός μας Λάζαρης εξυπόδητος ο δε Κοντομίχης (σωστά) ως μη λευκαδίτικο το παραλείπει. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα . . . Περισσότερα

ξυφαίνω

τελειώνω το υφαντό στον αργαλειό. Τότε έκοβαν τα διασίδια με το ψαλίδι. Μια λαϊκή πρόληψη: «Την ώρα αυτή να μην είναι κανείς πάνω στο σπίτι, γιατί θα κοβόταν η ζωή του΄». Όταν το υφαντό ήταν λινό το πήγαιναν στη θάλασσα ή στο λαγκάδι για να το λευκάνουν. Το είχαν δε . . . Περισσότερα

ξώδερμα ή ξώθερμα (επίρρ.)

επιπόλαιος τραυματισμός, εξωδερμικός. φράση: «με πήρε η σφαίρα ξώδερμα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξώδερμα καί ξώθερμα /ἐπίρ./ (ἔξω-δέρμα) = ἐξωδερμικῶς, ἐπιπολαίως, ξώπετσα, ἀκροθιγῶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξωθιός (επίρρ.)

ευχετικό = κακό μην πάθεις. φράση: «Μπα ξωθιός σου, παλικαράκι μου!». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξωθιὸς (ἔξωθί σου) = κακὸ νὰ μὴν πάθῃς, μακρυὰ ἀπὸ σένα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ευχετικό, κακό να μη σου συμβεί. Το «ξω» είναι κατά τον Μπαμπινιώτη «αχώριστο μόριο ως . . . Περισσότερα

ξωκάπ΄λα (επίρρ.)

όταν κανείς κάθεται στα καπούλια του υποζυγίου. φράση: «Ο πατέρας μου καθόταν στο σαμάρι του αλόγου μας και εγώ ξωκάπλα». Το λένε και πισωκάπουλα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξωκάπ(ου)λα /ἐπίρ./ (ἔξω-Λ. scapula) = β. λ. Πισωκάπουλα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ξώκαρδα

Ξώκαρδα /ἐπίρ./ (ἐκ, ἔξω-καρδία) = χωρὶς ἐγκαρδιότητα, χωρὶς ἐνθουσιασμόν, ἀδιαφόρως, ψυχρῶς.

ξωμπλιάζω

Ξωμπλιάζω: (εκ + πίμπλημι = είμαι πλήρης) = αδειάζω, συνεκδοχικά κατηγορώ, κουτσομπολεύω.

ξωτικό (το)

απαντά κυρίως στον πληθυντικό = φαντάσματα, δαιμονικά της λαϊκής φαντασίας, τα στοιχειά.

ξώφαλτσα (επίρρ.)

μόλις και με έθιξε, με πήρε ξώδερμα, επιπόλαια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ξώφαλτσα (ἔξω-Ἰ. falso) = ἀκροθιγῶς, κατ᾿ ἐφαπτομένην, ἐπιπολαίως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!