Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Κ

κύπρος (ο)

το κουδούνι των προβάτων και γιδιών, άλλως κυπροκούδουνο, κυπρί, και κυπρέλλι. Ο κύπρος είναι μεγάλο χάλκινο κουδούνι, που το βάνουν συνήθως στα γκεσέμια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κύπρος /ὁ/ (Ἰ. cupro) = κωδωνίσκος οἰκοσίτων ζῴων, καμπανέλλι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Κύπρος = μεγάλο ὀρειχάλκινο κωδούνι . . . Περισσότερα

κυράτζα (η)

η κυρά, η υπηρέτρια του σπιτιού. Σε χργρ απολογισμό των εξόδων του σπιτιού (1758 – Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βλέπομε: «Σε αποκριάτικα και πασχαλιάτικα του δασκάλου της Κιράτζας έος σήμερον, λ. 317». γυναίκα ή και άντρας αμφιβόλου διαγωγής, κακοσουλούπικη, κακομοίρα. Φράσεις: «Ε, η κυράτσα μας ήρθε» – για ακατάδεχτες κυρίες: «Η . . . Περισσότερα

κώλ΄- κώλ΄ (επίρρ.)

κώλου – κώλου, δηλ. είναι έτοιμο να βγει έξω. Το λέμε για τις «ετοιμότοκες» κότες. φράσεις: «Η κότα σε λίγο θα γεννήσει το αυγό. Το ΄χει κώλ΄-κώλ΄» – » κώλ΄- κώλ΄ το ΄χει τ΄ αυγό, θα το φας ζεστό». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κώλ(ου)-κώλ(ου) /ἐπίρ./ (κῶλον) = . . . Περισσότερα

κωλαγλύφω

Αηδής λέξη, που λέγεται για κείνον (ή εκείνη) που προσπαθεί να «καλοπιάσει» κάποιον προκειμένου να πετύχει κάτι, συνήθως παράνομο.

κώλεθρο

Κώλεθρο /τὸ/ (κωλὴ) = ἀποπάτημα, περίττωμα (κατὰ σύγχυσιν πρὸς τὴν λέξιν κόλυθρον). βλ. λ. κόλεθρο.

κωλιά ή χεροκωλιά (η)

χτύπημα στα όπισθεν μαλακά μέρη με την παλάμη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κωλιὰ /ἡ/ (κωλὴ) = πλῆγμα διὰ τῆς παλάμης εἰς τοὺς γλουτούς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κωλιάντερο

Κωλιάντερο /τὸ/ (κῶλον-ἔντερον) = τὸ ἀπευθυσμένον ἔντερον τὸ ἐκβάλλον εἰς τὸν ἀφεδρῶνα.

κωλιάντσα (η) ή κολιάντσα

διάρροια από διάφορες αιτίες, δυσεντερία βασανιστική. κατάρα: «Να σε πιάσ΄ κακή κωλιάντσα» (ιτ. dissenteria). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κωλιάντσα /ἡ/ (κωλῖτις) = δυσεντερία, διάρροια. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Κολιάντσα = δυσεντερία. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

κωλοβερέντσια (η)

δουλοπρεπής συμπεριφορά με υποκλίσεις, κολακείες και γελοιότητες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κωλοβερέντσα /ἡ/ (Ἰ. culo-verenza) = δουλοπρεπὴς ὑπόκλισις, γελοῖα ὑπόκλισις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης βλ. καί  κολοβερέντσ(ι)α

κωλοκ(ου)ρίζω

κουρεύω τα πρόβατα γύρω από την ουρά τους, στο πίσω μέρος. Αυτό γίνεται το Μάη – Ιούνιο «για να ανασάνουν λίγο τα κοπάδια» μτφ.: το κακό κούρεμα ανθρώπου από τον κουρέα του: «κειο βλέπω, εκωλοκ΄ρεύτηκες», Ειρωνικά, το αποτέλεσμα του κωλοκουρέματος λέγεται κωλόκρο και έχει διπλή σημασία, επειδή τα μαλλιά του . . . Περισσότερα

κωλόκ(ου)ρο

Κωλόκ(ου)ρο (κωλὴ-κουρὰ) = τὸ προϊὸν τοῦ «κολοκουρίσματος» τῶν προβάτων, ἀμοιβὴ ἐκβιαστικῶς καὶ αὐθαιρέτως ἀποσπωμένη. κωλόκρο / κωλόκουρο

κωλοκαθιά (η)

φιγούρα του χορού στιγμιαία ή διάρκειας δευτερολέπτων. Ο χορευτής, στητός όντας, ξαφνικά ανακάθεται στηριζόμενος στις μύτες των ποδιών του, ενώ συχνά χτυπάει με τη δεξιά παλάμη το δάπεδο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κωλοκαθιὰ /ἡ/ (κωλὴ-καθίζω) = στιγμιαία χορευτικὴ ἀνακάθισις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Κωλοκαθιά = . . . Περισσότερα

κωλοκούρισμα

Κωλοκούρισμα = τό πρῶτο κούρεμα στά ὀπίσθια τῶν προβάτων. βλ. και: κωλοκ(ου)ρίζω

κωλομπούρης -ω

Κωλομπούρης -ω (Ἰ. culo-puro) = ἀπεστρογγυλωμένος κατὰ τὸ ὀπίσθιον, πουλερικὸν φύσει χωρὶς οὐράν.

κωλοπ(η)λάλα

Κωλοπ(η)λάλα /ἡ/ (κωλὴ-πηδάω, «πηλαλάω») = δυσεντερία, διάρροια. κωλοπλάλα / κωλοπηλάλα

κωλοπάμπαρο (το)

άνθρωπος τιποτένιος, χωρίς κοινωνική και ηθική υπόληψη, άξιος περιφρόνησης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κωλοπάμπαρο /τὸ/ (κωλὴ-πάμμορος) = εὐτελές, ἀσήμαντον καὶ περιφρονητέον ὑποκείμενον, ἀσθενικὸν καὶ ἀτροφικὸν ἄτομον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κωλοπετσωμένος (ο)

ο πεπειραμένος, ο τετραπέρατος, αυτός που έχει υποστεί και γνωρίσει πολλά για το επάγγελμά του, για τη ζωή του.

κωλορίζι (το)

διακλάδωση της ρίζας, πληθυντικός: τα κωλόριζα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κωλορίζι /τὸ/ (κῶλον-ρίζα) = ἑκάστη τῶν πρώτων διακλαδώσεων τῆς ρίζης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κωλοσέρνω

σέρνω κάποιον απ΄ τα πόδια στο έδαφος, σέρνομαι με τον κώλο, κινούμαι με δυσκολία. φράσεις: «τόνε κωλόσερνε στο δρόμο από εκδίκηση» – «δεν μπορεί να περπατήσει πια, κωλοσέρνεται. γεράματα βλέπεις» – «τον έδεσαν πίσω από μουλάρι και τον κωλόσερναν, το δυστυχή, μέχρι που έχασε τις αισθήσεις του. Τι τα θέλεις, . . . Περισσότερα

κωλόσουρος (ο)

μεγάλο κλαδί φουντωτό, που χρησιμοποιούν όσοι θέλουν να κατέβουν από μεγάλο κατήφορο, γυμνό από θάμνους και δέντρα και δίχως μονοπάτι. Κάθονται πάνω στο κλαδί κρατώντας για τιμόνι το χοντρό μέρος του και φτάνουν κάτω. Αυτό συνέβη πολλές φορές κατά τη διάρκεια της κατοχής και της Αντίστασης. φράσεις: «Πώς τα κατάφερες . . . Περισσότερα

κωλοσούσα -σω και κωλοσοῦρα

το πουλί σουσουράδα, σεισοπυγίς. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κωλοσοῦρα /ἡ/ (κωλὴ-σείω) = ἡ σεισοπυγίς, ἡ σουσουράδα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κωλοσφίχτης (ο)

η κατάσταση ανάγκης, οι μεγάλες δυσκολίες. φράση: «Τον έπιασε κωλοσφίχτης, τα μάζεψε κι ήρθε πάλι σπίτι του».

Click to listen highlighted text!