Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Κ

κοφφίνι

Κοφφίνι /τὸ/ (Ἰ. coffino) = ὑψηλὴ «κόφφα» πρὸς ἀμφίπλευρον ζῳοφόρτωσιν σταφυλῶν, τοματῶν καὶ ἄλλων παραπλησίων πραγμάτων μὴ ἐπιδεχομένων συμπίεσιν ἐντὸς σάκων.

κοχύλι

Κοχύλι /τὸ/ (κογχύλη) = τὸ ὄστρακον μικρῶν θαλασσίων γαστεροπόδων.

κοψίδι (το)

μικρό κομμάτι κρέατος κυρίως. «Έφαγα κι εγώ ένα κοψίδι από δαύτο». φράσεις: «Μαγειρεύομε … ένα κοψίδι κρέας» – «φύλαξα δύο κοψίδια μπακαλιάρο και τα τηγανίζω». μτφ. επί σχισμένων ρούχων: φράση: «Έκαμε το παντελόνι του κοψίδια μέσα στο λόγγο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κοψίδι /τὸ/ (κόπτω) = . . . Περισσότερα

κρoυσταλιάζω

παγώνω από το κρύο. φράσεις: «Εκρουστάλιασαν τα χέρια μου, επάγωσα» – «Εκρουστάλιασα απ΄ το κρύο περιμένοντας να ΄ρθήτε» – «Δεν έχει θέρμανση η αίθουσα και  κρυσταλλιάσαμε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρουσταλιάζω (κρυσταλλόω) = γίνομαι κρύσταλλον διὰ ψυχρᾶς πήξεως, παγώνω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κραίνω

ομιλώ, φωνάζω. φράσεις: «Επέρασε από δίπλα μου και δε μο΄κρινε» – «Δεν κραίνονται» = δε μιλάνε μεταξύ τους – «Πήγαινε να του κρίνεις να ΄ρθει» =ειδοποίησέ τον, φώναξέ τον. κατάρα: «Να σ΄ κρίν΄ο παπάς στ΄ αυτί κι ο διάκος στο κεφάλι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κραίνω (κραίνω) . . . Περισσότερα

κράση

Αυτός λέμε είναι (ή έχει) γερή κράση. Η λέξη είναι φυσικά γενικότερη και ελληνική. Χρησιμοποιείται ευρύτατα και στο χωριό. Με ρώτησε σχετικά φίλος χωριανός στη συνέλευση του συλλόγου. Ας την ξέρουμε. Είναι λοιπόν απ΄ το αρχαίο κεράννυμι, που θα πει ανακατώνω δυο ή περισσότερα πράγματα. Από δω και το νεώτερο . . . Περισσότερα

κρασόζ(ου)πα

Κρασόζ(ου)πα /ἡ/ (κρασί – Ἰ. zuppa) = τεμάχια πυρωμένου ἄρτου βρεχόμενα ἐντὸς οἴνου μὲ προσθήκην ὀλίγου ἐλαίου. (πρόχειρον θερμαντικὸν δεῖπνον τῶν πτωχῶν χωρικῶν).

κρασόψωμο (το)

θεραπευτικό σκεύασμα, πολτοποιημένο ψωμί με κρασί. Χρησιμοποιείται ως επίθεμα-κατάπλασμα σε μώλωπες και «βαρεματιές». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρασόψωμο /τὸ/ («κρασὶ»-ψωμὸς) = πολτὸς ἐξ ἄρτου καὶ οἴνου ὡς ἐπίθεμα καταπραϋντικὸν εἰς μωλωπισμοὺς καὶ διαστρέμματα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κρατιῶμαι

Κρατιῶμαι (κρατέω) = συγκρατοῦμαι, διατηροῦμαι, ὑποφέρομαι, παραλύω.

κρεββάτια (τα)

τα κρεββάτια του γάμου = το φόρτωμα και το επιμελημένο στήσιμο των προικιών (=του ρουχισμού) πάνω στ΄ άλογα σε σχήμα κρεβατιού και η μεταφορά τους στο σπίτι του γαμπρού, στο ίδιο ή και σε άλλο χωριό. Πίσω από τα «κρεββάτια» ακολουθούν οι γυναίκες με τα έπιπλα και τα χαλκώματα, που . . . Περισσότερα

κρεββατομουρμουρίστρα (η)

η γυναίκα που μουρμουρίζει, γκρινιάζει, στο κρεβάτι δίπλα στον άντρα της. Λαϊκό σατιρικό: «»η μεθύστρα, η τριγυρίστρα / η κρεββατομουρμουρίστρα».

κρεββατοστρώσι -ια (τα)

το στρώμα του κρεβατιού, γιομάτο μαλλιά που έπαιρνε η νύφη προίκα. Συνήθως έπαιρναν 2 ή 3 στρώματα, σπάνια 4. Σε προικοσύμφωνα συχνά το συναντάμε ως: «κρεββατοστρώσι στρώμα» ή απλώς «στρώμα -τα». Προικοσ. του 1750, Νο 175, χωριό Βαυκερή: «Κρεββατοστρώσια στρώματα τέσσερα, το ένα μάλλινο». Σε άλλο του 1764, Νο.271 (Ιστορικό . . . Περισσότερα

κρεδέντσα (η)

εμπιστοσύνη, έγγραφη βεβαίωση, τ αξιόπιστο. «Δεν το ΄χω καμιά κρεδέντσα». – «Δεν είναι για κρεδέντσα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρεδέντσα /ἡ/ (Ἰ. credenza) = ἐμπιστοσύνη, πίστωσις, ἔγγραφος βεβαίωσις. «δὲν τὤχω κρεδέντσα». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κρεδέρομαι

έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον, τον εμπιστεύομαι. «Δε σε κρεδέομαι ο,τι κι αν μου λες» – «Δε με κρεδέρεσαι; και για ποιον λόγο;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρεδέρομαι (Ἰ. credere) = ἐμπιστεύομαι, βασίζομαι, ἐφησυχάζω ἐπί τινι. «δὲ σὲ κρεδέρομαι». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Συνήθως αρνητικά, . . . Περισσότερα

κρέδιτο (το)

έχω εμπιστοσύνη στο λόγο κάποιου, υπόληψη, κύρος, ενέχυρο, δάνειο, πίστωση. Σε κτγρφ. του 1718, Νο 3 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: «μένουν δια κρέδιτον εις την χήραν ριάλια εκατόν εξήντα» (Η Λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά, σελ. 147). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρέδ(ι)το /τὸ/ (Ἰ. credito) = ἐμπιστοσύνη, πίστωσις, . . . Περισσότερα

κρεμ(υ)δολόγος

Κρεμ(υ)δολόγος /ὁ/ = τὸ ἔντομον πρασοκουρίς, κρεμμυδοφάγος, κρεμμυδᾶς. κρεμδολόγος / κρεμυδολόγος

κρεμάθα ή κρεμάθρα (η)

σανίδα κρεμασμένη απ΄ τα ματέρια της οροφής με δυο σκοινιά ή σύρματα, που πάνω έβαζαν οι παλιοί τα καρβέλια του ψωμιού, μόλις βγαλμένα απ΄το φούρνο. σταφύλια, ιδίως από κληματαριές, κρεμασμένα απ΄ τα ματέρια του σπιτιού, για να διατηρούνται φρέσκα. Επίσης κυδώνια, καλαμπόκια, ρόδια κ.ά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

κρεμάσματα ή κρεμενάλια (τα)

Τοποθεσία της Εξάνθειας, σιμά στη θέση Ντουγάνα. Λαϊκό δίστιχο: «και πέρα στα κρεμάσματα το λένε κρεμενάλια». Εκεί Τούρκοι και Εγγλέζοι κρεμούσαν τους εγκληματίες.

κρεματοστόμπολα -ες

μαντήλι του κεφαλιού γυναικείο, μπόλια ή ομπόλια. Μεταξύ κρεμοστόμπολας και μαντηλιού υπήρχε μια διαφορά και ως προς το μέγεθος και ως προς τη διακόσμηση. Γι΄ αυτό και βρίσκομε στο ίδιο προικοσύμφωνο μαζί τις δύο λέξεις. Π.χ. προικοσ. του 1718: «κρεμαστόμπολες πέντε, η πρώτη συρματερή, η δεύτερη μαντήλι με χρυσάφι …. . . . Περισσότερα

κρεματσουλιώμαι

κρέμομαι πιασμένος με τα χέρια από κάπου, π.χ. από ένα κλαδί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρεματσ(ου)λιῶμαι (κρεμάννυμαι) = κρέμαμαι κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν, κατέρχομαι ἀπὸ ὕψους κρεμάμενος διὰ τῶν χειρῶν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κρεντιτόρος (ο) και κρεδ(ι)τόρος

ο πιστωτής, αυτός που αναμένει κάτι που του χρωστάνε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κρεδ(ι)τόρος /ὁ/ (Ἰ. creditore) = πιστωτής, δανειστής. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

κρένω

Κρένω βλ. λ. κραίνω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Λέμε: αυτός (η) δε μ΄κρένει (μιλάει). Η λέξη μας είναι κι αυτή η μεσαιωνική κρένω που προέρχεται από το αρχαίο κρίνω. Ο Μπαμπινιώτης αναφέρει το λαϊκό δίστιχο: «Αγγέλω μ΄ κρένει η μάνα σου, δεν ξέρω τι σε θέλει». και λέει . . . Περισσότερα

κρεπάρω

υποφέρω από μεγάλη στενοχώρια, «σκάω απ΄ το κακό μου», υποφέρω από μεγάλη ζέστα. φράσεις: «θα κρεπάρω, δε βαστάω άλλο, με τούτα και μ΄ εκείνα» – «εκρεπάρ΄σα απ΄ τη ζέστα» – » θα κρεπάρει απ΄ το πολύ φαΐ» – «το σακί εκρεπάρ΄σε, το παραγιομίσατε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!