Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Κ

κούτρα (η)

το κεφάλι του ανθρώπου, το κρανίο. Παροιμία: «Αλί που το ΄χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κούτρα /ἡ/ (Λ. scutra) = ἡ κεφαλή, τὸ κρανίον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Κοῦτρα (κεφαλή) Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός Κούτρα Μ. ἡ κεφαλή. Π. . . . Περισσότερα

κούτρης

συνώνυμο του: κερατάς Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κούτρης /ὁ/ (Λ. scutra) = ἄνους, βλάξ, κερατᾶς. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κουτριτσά ή κουτριά

χτύπημα κερασοφόρου ζώου, με τα κέρατα του. Πλήγμα ανθρώπου από κεφαλιά άλλου. «Κουτρήσαμε τα κεφάλια μας» – «Αυτός κουτράει κολόνες» = είναι μεθυσμένος.

κουτροῦλι καὶ κούτρουλο

Κουτροῦλι καὶ κούτρουλο § ἀγγεῖόν τι τεθραυσμένον· Π. τὤκαμες κουτροῦλι = τὸ ἔθραυσες, τὸ ἐκολόβωσες. Μ. συνώνυμ. τῷ κουτσουμπέλι (ὅπερ ἰδέ). Σημ. Οἱ Κρῆτες λέγουσι κούτουλο τὸ ζῶον ἄνευ κεράτων (Ψιλίστ. Δ’. 517) ταὐτὸν τῷ παρ’ ἡμῖν Κούτρουλο. βλ. καί  κούτρ(ου)λος -η -ο

κουτσ΄μπέλι (το)

ξηρή μάνα κλήματος αμπελιού. «Τ΄ αμπέλι μας ξεράθηκε, έμειναν τα κουτσμπέλια». Τα κουτσ΄μπέλια τα ξεριζώνουν και τα καίνε στο τζάκι. μτφ.: «τα χέρια μου απ΄ το σκάψιμο έγιναν σαν κουτσ΄μπέλια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Και κοτσμπέλια. Ξηραμένο κλήμα, κατάλληλο για τη φωτιά (μετά το ξήλωμα του . . . Περισσότερα

κουτσαβίνα (η)

η μόρτισσα, η ελεύθερη, ψευτοπαλικαρού: θηλ. του κούτσαβος που είναι μεγενθυντ. του κουτσαβάκης = ψευτοπαλικαράς, μάγκας, ψευτοήρωας

κούτσακλας (ο)

ο κουτσός, κούτσαβλος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κούτσακλας /ὁ/ (κόπτω, κυλλὸς) = ἀνάπηρος τὸ σκέλος, χωλός, κουτσός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κούτσι-κούτσι (το) ή κούτσα-κούτσα

το πηδηχτό βάδισμα με το ένα πόδι. Παιγνίδι «το κούτσι-κούτσι» – «παίζουμε κούτσι-κούτσι;», και έλεγαν παίζοντας: «κούτσα μια, κούτσα δυο» ή «ο κουτσός με το ΄να πόδι / κυνηγάει το χταπόδι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κοῦτσι-κοῦτσι (κόπτω, κουτσὸς) = χωλαίνων, πηδηχτὰ μὲ τὸ ἕνα πόδι, κοῦτσα-κοῦτσα. . . . Περισσότερα

κουτσό …

μπαίνει ως πρώτο συνθετικό σε μια σειρά από πολυσυνηθισμένων λέξεων: κουτσιβλέπω, κουτσοδόντης, κουτσομάχαιρο, κουτσοσούγης, κουτσομύτης, κουτσαύτης, κουτσομάνικος κ.λπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κοῦτσο (κόπτω, κοψὸς) = πρῶτον συνθετικὸν πλείστων λέξεων σημαῖνον βλάβην, ἀναπηρίαν, ἔλλειψιν, παλαιότητα (κούτσακλας, κουτσοδόντης, κουτσοβιόλης, κουτσομάχαιρο, κουτσοκούμπουρο, κουτσοσούγης κ.τ.ὅ.). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος . . . Περισσότερα

κούτσο, κούτσο, κούτσο

μαύλισμα σκύλου, κάλεσμα να πάει στο καλύβι του Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κοῦτσο (Σ. Β. κοῦτσε, Ἰ. cuccia) = παρακέλευσις πρὸς κῦνα ὅπως ἀπομακρυνθῇ εἰς τὴν παραμονήν του: «κοῦτσο» «ἄει στὸ κοῦτσο σου». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κουτσομπολιάζω

Κο(υ)τσομπολιάζω. Κατά τον Φιλίντα από το κόφτω και μπολιάζω, συρράπτω. και ο κουτσομπόλης το κουτσομπολιό. Λέγεται και ξομπλιάστρα η κουτσομπόλα γυναίκα.

κουτσουκέλλα (η)

πράξη ανάρμοστη, καταδικαστέα, κρυφή, κατεργαριά, προσβολή. φράσεις: «Μη μου κάνεις κουτσουκέλλες» – «Το κορίτσι, φαίνεται, μου κάνει κουτσουκέλλες». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κουτσ(ου)κέλλα /ἡ/ (κόπτω-κυλλόω, εἴκελος) = πρᾶξις λαθραία, ἀνάρμοστος καὶ ἐπίμεμπτος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Κουτσ(ου)κέλα, η: (κουτσός + κέλης = ίππος ιππασίας). Μεταφορικά . . . Περισσότερα

κουτσουμπλός -ή -ό

δέντρο που δεν έχει κορυφή (κουτσουμπλό κυπαρίσσι), ο κουτσουρεμένος, ο ακέφαλος. «Το μολύβι μου είναι κουτσουμπλό, δε γράφει» – Έχει κουτσουμπλή μύτη, θα τον γνωρίσεις». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κουτσουμπλὸς -ὴ -ὸ (κόπτω-αὐλός, ἀμβλύς, κόσυμβος) = ἀμβλύς, ἀπεστρογγυλωμένος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ο κουτσουμπλός . . . Περισσότερα

κουτσούνα (η)

το γνωστό πλατύφυλλο και σκληρόφυλλο κρεμμυδοειδές φυτό. Το φυτό αυτό έχει – όπως πιστεύουν στη Λευκάδα – αποτρεπτικές ιδιότητες εναντίον του ξινίσματος του κρασιού και της φθοράς των προϊόντων. Γι΄ αυτό κατά το Δωδεκαήμερο, φέρνουν απ΄ τα χωράφια τους στο σπίτι – ή αγοράζουν από παρέες παιδιών – κουτσούνες και . . . Περισσότερα

κουτσουπιά (η) και κούτσουπα

φυτό του λόγγου, αλλά και διακοσμητικό των κήπων και των δρόμων της πόλης. Έχει πλατιά φύλλα, βαθυπράσινα και άνθη μενεξεδένια, λέγεται και ξυλοκερατιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κουτσ(ου)πιὰ /ἡ/ (Λ. cuspis, κόσυμβος;) = ἡ κερατέα ἡ ἔλλοβος, ξυλοκερατιά, χαρουπιά. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Κούτσουπα, . . . Περισσότερα

κούτσουπο (το)

ο καρπός της κουτσουπιάς, κοινώς ξυλοκέρατο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κούτσ(ου)πο /τὸ/ (Λ. cuspis, κόσυμβος;) = ὁ καρπὸς τῆς κερατέας, τὸ ξυλοκέρατον, χαροῦπι, τὸ κέρας μικροῦ μηρυκαστικοῦ (ἐριφίου, ζυγουριοῦ). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κουτσουρίζω

Κουτσουρίζω = καθιστῶ τι κούτσουρον, ἤτοι περικόπτω τινὸς τὰ ἐξέχοντα ἢ περιττά. Π. κουτσουρίζω τὰ μαλλιά μου. Σημ. Ἐκ τοῦ κούτσουρον, τοῦτο δ’ ἐκ τοῦ Αἰολ. κόσσω = κόπτω (ἴδ. λ. κοῦτσι, κοῦτσι, ἐπιρ.).

κουτφό (το)

άτομο που πετυχαίνει το σκοπό του αθόρυβα. Κάνει τις δουλειές του χωρίς φανφάρες, με επιτηδειότητα και υπομονή. φράση: «Είναι μεγάλο κουτφό» – «Ξέρεις τι κουφτό είναι αυτός;» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κουτφὸ /τὸ/ (κατὰ-φάος, κατηφὴς) = ἄνθρωπος ἐπιτυγχάνων ἀθορύβως, ἄτομον ἀφανῶς εἰσδυτικὸν καὶ ἐπιτήδειον. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

κουφοξυλιά ή αφροξυλιά (η)

θαμνώδες δέντρο, το φυτό ακτή. Σε παλιό γιατροσόφι του 18ου αι. διαβάζομε: «Ακτή λέγεται η κουφοξυλιά και είναι δυο λογιών. Έπαρε ιατρέ τα φύλλα της και βράσε τα εις τρίτον και δώσε ένα ροκοκαύκι να πιει εκείνος οπού είναι ασθενισμένος από την χολήν και εβγάνει την – το όμοιον να . . . Περισσότερα

κούφωμα (ελιάς)

βιολογικό φαινόμενο που προκαλείται από τη γήρανση των δέντρων. Μπορεί όμως να συμβεί και από άλλες αιτίες όπως υγρασία, μυρμήγκια, ή κακό κλάδεμα. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

κούχτιο (το)

άνθρωπος ασήμαντος, άσκημος, τιποτένιος. «Έγινε τώρα ένα κούχτιο και μισό». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κούχτιο /τὸ/ (κίχητον, κήχειον) = ἄτομον ἄβουλον καὶ ἀσήμαντον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κοφ(φ)ινέλλο

καλάθι αλιευτικό που μέσα οι ψαράδες τοποθετούν αγκίστρια με δολώματα, Είναι μια ιχθυοπαγίδα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κοφφινέλλο /τὸ/ (Ἰ. coffinello) = πλεκτὴ ἰχθυοπαγίς, κιοῦρτος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κοφ(φ)ινέλλο (το)

καλάθι αλιευτικό που μέσα οι ψαράδες τοποθετούν αγκίστρια με δόλωμα. Είναι μια ιχθυοπαγίδα.

Click to listen highlighted text!