Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Κ

κ(ου)μάσι (το)

κακοήθης, άνθρωπος ύπουλος, παλιοχαρακτήρας. «Είναι κακό κουμάσι» – «Καλό κουμάσι βγήκε κι αυτός». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κ(ου)μάσι /τὸ/ (κομέω -ῶ, κοιμάω -ῶ, Τ. κιuμές, Ἀλ. κjιμέσ -ζι) = χοιροστάσιον, σταῦλος μικρῶν κατοικιδίων, ἄνθρωπος κακοῦ χαρακτῆρος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης  

κ(ου)μπάνια (η)

ο εφοδιασμός με τροφές κ.ά. απαραίτητα. Έχουν κάμει την κουμπάνια τους στην τράτα, κι απόψε ανοίγονται έξω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κ(ου)μπάνια -ο /ἡ, ὁ/ (Ἰ. companatico) = ὄψον, προμήθεια τροφίμων, πρόνοια τῶν ἐπιτηδείων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κ(ου)μπουριάζω

Κ(ου)μπουριάζω (Τ. κουbοὺρ) = φονεύω διὰ περιστρόφου, πιστολίζω. «δὲν πᾶ νὰ κμπουριαστῆ». κμπουριάζω / κουμπουριάζω

κ(ου)πώνω

βάνω το σκέπασμα μαγειρικού ή άλλου σκεύους, κοινώς καπάκι. Παροιμία: «Εκύλησε η τσέντζερη και βρήκε το καπάκι». (κουπώνω) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κ(ου)πώνω (κύπη, «κοῦπα») = ἐπιπωματίζω, καλύπτω διὰ στερεοῦ κοίλου καλύμματος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κ(ου)ράδα (η)

τα κόπρανα του ανθρώπου σε κωνοειδές σχήμα. (Κουράδα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κ(ου)ράδα /ἡ/ (σκώρ -ὰς) = ὁ κῶνος τοῦ ἀνθρωπίνου ἀποπατήματος, εὐμεγέθης κένωσις ἀνθρωπίνης κόπρου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κ(ου)ραδάς -ού

ο άνθρωπος που είναι ικανός μόνο να κοπρίζεται. μτφρ: ο φυγόπονος, ο δειλός, ο άχρηστος. (κουραδάς/κραδάς) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κ(ου)ραδᾶς /ὁ/ (σκώρ -άδιον) = ἄνθρωπος ἱκανὸς μόνον διὰ νὰ κοπρίζεται, δειλός, ὀκνηρός, ἄχρηστος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κ(ου)ρέκλης -ω

ταλαίπωρος, πειναλέος, κουρεμένος (κουρέκλης / κρέκλης) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κ(ου)ρέκλης -ω (κείρω, κουρὰ) = κουρεμένος, πτωχός, ταλαίπωρος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κ(ου)ρούνας

Κ(ου)ρούνας /ὁ/ (κορωνιάω, κορωνίας) = τελευταῖος εἰς τὴν παιδιάν, εἰς τὴν σειρὰν τῶν παικτῶν. βλ. κορούνης κρούνας / κουρούνας βλ. και κούρναρος

κ(ου)ρούπα (η)

πήλινο δοχείο μισοσπασμένο. φράση: «Η λαγήνα έγινε κρούπα». διάρροια. φράση: «Μ΄ έπιασε κουρούπα» (ευκοιλιότητα). άνθρωπος με κακή υγεία. φράση: «Είμαι κρούπα στο μεθύσι» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Κ(ου)ροῦπα /ἡ/ (κορύπτω, Λ. corruptus) = δοχεῖον φέρον ρωγμάς, διάρροια, ἄνθρωπος κατεστραμμένης ὑγείας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

κ(ου)φάλα

Κ(ου)φάλα /ἡ/ (κοῦφος) = τὸ κοῖλον τοῦ κορμοῦ γηραιοῦ δένδρου.

κ(ου)φόστρια

Κ(ου)φόστρια /ἡ/ (κοῦφος, Ἰ. austro) = ἄπνοια τοῦ Νότου, νηνεμία ὑγρὰ καὶ θερμὴ τοῦ Νοτιᾶ, «κουκουμιδιά».

κ(υ)βέρνειο

Κ(υ)βέρνειο /τὸ/ (κυβερνῶ) = συνετὴ διεύθυνσις, εὐπορία, ἐπάρκεια ἐφοδίων, βιωτικὴ ἄνεσις. κυβέρνειο / κβέρνειο  

κ(υ)πρὶ -έλλι

Κ(υ)πρὶ -έλλι /τὸ/ (Ἰ. cupro) = σφαιρικὸς κωδωνίσκος τῶν οἰκοσίτων. κπρὶ -έλλι / κυπρὶ -έλλι

καβαγιάδα (η)

η αντρική κόμμωση χωρίστρα και επιμελημένο κόψιμο μαλλιών με κατσαρωτές σκάλες Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβαγιάδα /ἡ/ (Ἰ. cava-chioda) = κόμμωσις ἀνδρική, ἐπιμελημένη χωρίστρα μὲ κυλινδρικὸν περίστρεμμα Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Καβαγιάδα = χωρίστρα πλούσιων μαλλιῶν ἀπό τόν κρόταφο πρός τά δεξιά ἤ τά ἀριστερά . . . Περισσότερα

καβάδι (το)

μέρος της παλιάς λευκαδίτικης φορεσιάς, της πριν από τα «Ρωμαίικα». Το καβάδι το ‘λέγαν και κουτούνι. Σε προικοσ. του 1748 (Ιστ. Αρ. Λ.) βρίσκομε : «καβάδι γυναικείο, λεγόμενο κουτούνι». Σε άλλο του 1697 (ό.π.) : «καβάδι νταραγένιο, ουζάδο, αρματωμένο με σιρήτια χρυσά και ασυμόκουμπα».(βλ. Λ.Λ.Φ.,σ.44)

καβαλέττο (το)

το ξύλινο υποστήριγμα των σανίδων του παραδοσιακού κρεβατιού. Στο κάθε κρεβάτι έβαναν δύο καβαλέττα και το καθένα αποτελούνταν από ένα οριζόντιο δοκάρι, στις δύο άκρες του οποίου καρφώνονταν με πλατύ άνοιγμα προς τα κάτω δύο γεροί πήχεις. Τα καβαλέττα ήταν σε χρήση από πολύ παλιά. Σε καταγ. περιουσίας του 1728 . . . Περισσότερα

Καβαλισάνος -α

ο καταγόμενος από το χ. Κάββαλος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβαλ(ι)σᾶνος -α = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Κάββαλος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καβαλλάρης (ο)

η κορυφή, σε οριζόντια γραμμή της κεραμοσκέπαστης στέγης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβαλλάρης /ὁ/ (Ἰ. cavallaro) = ἡ κορυφὴ τῆς κεραμοσκεποῦς στέγης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης καβαλλάρης (ὁ): 1) τό κεντρικό δοκάρι τῆς στέγης 2) κεραμίδι, καλυ­πτῆρας,  (ΛΑΤ. caballarius = ἱππέας). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – . . . Περισσότερα

καβαλληκαδούρα ή καβαλληκάνια (η)

η ενοικίαση ζώου (με αγωγιάτη) για τη μεταφορά ανθρώπου, ιδιώτη ή δημοσίου υπαλλήλου. το ποσόν των εξόδων για τη μεταφορά. Σε καταγρ. του 1750, Νο 175 (χ. Βαυκερή) διαβάζομε:»δηα καβαλληκαδούρα, λ.(ίρες) 80″ (επρόκειτο για τη μετάβαση κριτών απεσταλμένων του Δημοσίου από την πόλη στο χ. Βαυκερή για καταμέτρηση κινητής και . . . Περισσότερα

καβάλλος (ο)

το σημείο του παντελονιού όπου ακριβώς σμίγουν τα δύο «μπ’γενάρια»(=σκέλη) στην κορυφή της οξείας γωνίας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβάλλος /ὁ/ (Ἰ. cavallo) = ἡ ἀντιστοιχοῦσα πρὸς τὴν περινεακὴν χώραν ραφὴ τῆς περισκελίδος διὰ τῆς ὁποίας ἑνοῦνται τὰ δύο περισκέλια. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

καβαλλοσκούτι ή σαμαροσκούτι (το)

ρούχο χοντρό υφαντό, που ‘βαναν στο σαμάρι των υποζυγίων (ιδίως του αλόγου και μουλαριού), όταν επρόκειτο να πάνε με ζώο σε σε πανηγύρι, σε γάμο, σε επίσκεψη συγγενών σε άλλο χωριό (στα πιστρόφια), ή στη Χώρα. Δηλ. είναι το στόλισμα του σαμαριού μια και ο αναβάτης είναι και αυτός γιορταλλαμένος. . . . Περισσότερα

καβαλλουρίζω

αναρριχώμαι στην κορυφή μαντρότοιχου ή σε στέγη χαμώγιου σπιτιού , ή σε δέντρο κλπ. Φράσεις : «Ακούς να καβαλλουρίσ’ τον τοίχο, το παλιόπαιδο, να μ’ φάει τα σταφύλια!» – «Στο δρόμο η γίδα εκαβαλλούρισε στην ελιά και μου ‘καμε ζημιά», δηλαδή εδώ σημαίνει ότι η γίδα σηκώθηκε στα πισινά της . . . Περισσότερα

καβάλο πιάνκο

ξύλινο κατασκεύασμα σε σχήμα ανοιχτής σκάφης προς τα κάτω πάνω στο οποίο ράβδιζαν τους συλληφθέντες την εποχή της Αγγλοκρατίας στα αστυνομικά τμήματα

καβαλουρώνω

Καβαλουρώνω (Ἰ. cavallo) = ἀναρριχῶμαι ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοίχου ἢ ἄλλου ὑψηλοῦ ἀντικειμένου.

καβαντζάρω

ναυτ. όρος, παρακάμπτω επικίνδυνο ακρωτήριο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Καβαντζάρω (Ἰ. cavo-giro-are) = παρακάμπτω ἀκρωτήριον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!