Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Γ

γαύρι (το)

το καθένα από τα δοκάρια που τοποθετούνται χιαστί, για να στηρίξουν ένα άλλο οριζόντιο δοκάρι, το λεγόμενο καβαλλάρης. Πάνω σ΄ αυτό απλώνουν τα δίχτυα οι τρατολόγοι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαῦρι /τὸ/ (γαῦρος) = ἑκάτερον τῶν χιαστὶ ὀρθουμένων ξύλων πρὸς στήριξιν ἄλλου ὁριζοντίου «καβαλλάρη» δι’ ἅπλωμα . . . Περισσότερα

γε

Γε, μόρ. παραπλ. § γέ Π. φέρ᾿ αὐτό γε. – ἐγώ γε ᾿ς τὸ ᾿πα – φέρ᾿ ἐκειό γε. Σημ. ἀρχαιότατον· χρῶνται ἰδίως αὐτῷ οἱ χωρικοί μας.

γεβεντίζω

εκθέτω κάποιον στα περίγελα των άλλων, ρεζιλεύω, χλευάζω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γεβεντίζω (Τ. γεβέντ) = εἰρωνεύομαι, λοιδωρῶ, προσβάλλω, χλευάζω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γέκια (η)

ο μοχλός που χρειαζόμαστε για το τιμόνι στις βάρκες. Κοινώς λαγουδέρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γέκια /ἡ/ (οἴαξ) = ὁ μοχλὸς χειρισμοῦ τοῦ πηδαλίου, τὸ δοιάκι, ἡ λαγουδέρα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γελασάτικο (το)

η γελασά, το ξεγέλασμα, η αθέτηση συμφωνίας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γελασάτ(ι)κο /τὸ/ (Τ. γιαλὰν) = ψεῦδος, ἀπάτη, ἀθέτησις ὑποσχέσεως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γελέκι (το)

το γνωστό ανδρικό γελέκι της νεότερης φράγκικης φορεσιάς. το ανδρικό γελέκι της παλιάς λευκαδίτικης φορεσιάς: Ήταν διακοσμημένο με γαϊτάνια και κεντημένο πλούσια. Το γαμπριάτικο ήταν περίτεχνο. το γυναικείο γελέκι της Ρωμαίικης (=παραδοσιακής) φορεσιάς: Ήταν λινό ή μπαμπακερό, πάντα άσπρο και φοριόνταν πάνω από το πουκάμισο. Είδος στηθόδεσμου με πλάτη. (Η . . . Περισσότερα

γεμ

Γεμ: Από το αρχ. βεβαιωτ. μόριο γε και το μ για υποδήλωση του «εμέ».

γεμενί (το)

παπούτσια γεμενί. τα φορούσαν και οι γυναίκες και οι άντρες. Τα γεμενί των γυναικών ήταν παπούτσια μονόσολα (χωρίς βάρδουλα) , λεπτά και χαμηλοτάκουνα. Τα γεμενιά τα λέγανε και μονά. Έμοιαζαν με γοβάκια και ήταν για καθημερινή χρήση. Φορέθηκαν ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι ανατολίτικης προέλευσης, τύπου Ιεμένης του . . . Περισσότερα

γενί (το)

το τριγωνικό σιδερένιο εξάρτημα του αλετριού, που κάνει τις αυλακές και γυρίζει τα χώματα. Παροιμία: «Ηύρε η νύφη μας το γένι πίσω από την πόρτα.» Στον γάμο, όταν η νύφη προσδιαβεί το κατώφλι του νέου σπιτιού της (σε μερικά χωριά) μπροστά της, στο πάτωμα, της έχουν βάλει ένα υνί το . . . Περισσότερα

γέννα

Γέννα = τό αἰδοῖο, τό σημεῖο πού γεννοῦν τά ζῶα, λέγεται ἔτσι γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ ἄσεμνη λέξη, μπορεῖ νά τήν χρησιμοποιήσει κανείς σέ οἰκογενειακό κύκλο χωρίς νά θεωρεῖται ἄπρεπη.  

γεννειάζω

στα φυτά: όταν βγάζουν τις πρώτες τριχοειδής ρίζες τους. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, Ε΄(για τον κισσό): «Κι όπου ααντήσει ριζιμιό κι όπου εύρει χαραμάδα γεννειάζει εκεί βαθειά βαθειά κι υφαίνει τον πλοκό του».

γέννημα -τα

τα σπαρτά, αλλά και ο ώριμος καρπός των δημητριακών, κυρίως του σιταριού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γέννημα /τὸ/ = σῖτος εἰς ποσότητα, φυτεία σίτου χλωρά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γεννητσούρια (τα)

τα γεννητούρια, η γέννηση του παιδιού. Τα γεννητούρια είναι η πραγματοποίηση της ευχής που δίνουν στους νιόνυμφους μετά το γάμο: «Και στα γεννητσούρια σας τώρα, κι από σερνικά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γεν(νη)τσούρια /τὰ/ (γέννησις) = τὸ χαρμόσυνον τοῦ τοκετοῦ, τὰ γεννητούρια. (εἰς τοὺς νεόνυμφους εὔχονται: . . . Περισσότερα

γεράζω

Γεράζω § γηράζω. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ Γηράω (Σύλλ. 5. 6). Ὁ Βυζ. γρ. γερνῶ.

γεραλέος

Γεραλέος, § γέρων. Σημ. Τὸν εἰς αλέος τοῦτον σχηματισμὸν ἀρχαῖον ὄντα, ἡ δημοτικὴ γλῶσσα μόνον εἰς τὴν λ. ταύτην καὶ τὴν ῥωμαλέος διέσωσεν, ὅσον ἡμεῖς οἴδαμεν.

γεραμπής και γιαραμπῆς(ο)

ο Θεός, ο Κύριος της ζωής μας και της τύχης μας, το πεπρωμένο. Λέμε πχ. «Δόξα σοι ο Γεραμπής», ικανοποιημένοι για κάποια ευτυχή έκβαση. Χρησιμοποιούμε όμως και αστειολογικά τη λέξη: Όπως τα φέρει ο Γεραμπής», λέμε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γεραμπῆς καί Γιαραμπῆς/ὁ/ (Π.Τ. γὰ ράbbι) = . . . Περισσότερα

γεροβολιά (η)

φράξιμο με καλάμια ολόγυρα. Μεταφορικά: θα σε δείρω. Φράση: «Θα σε φέρω γεροβολιά». Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος Δ΄: «αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή και αιώνια φράχτη».

γεροκομάω

περιποιούμαι κάποιον στα γεράματά του, τον νοσηλεύω και τον φροντίζω. «Κάνω ένα ψυχικό, δεν έχει ο καημένος κανέναν να τον φροντίσει». Ευχή: «Απ΄ το Θεό να το ΄βρεις το καλό που κάνεις στη γριούλα». Συχνά όμως ο «γεροκομών» αποβλέπει και σε καμιά κρυφή διαθήκη, καλές οι κληρονομιές, έστω και με . . . Περισσότερα

γεροντολούλουδο (το)

το άνθος μαργαρίτα, «λευκανθές το ετήσιον». Μοιάζει με χαμομήλι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γεροντολούλ(ου)δο /τὸ/ = τὸ αὐτοφυὲς ἄνθος μαργαρίτα, ἡ ἀνθεμὶς ἡ Χία, τὸ λευκανθὲς τὸ ἐτήσιον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γεροντολούλουδο = μαργαρίτα πού μοιάζει μέ μεγάλο χαμομήλι. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – . . . Περισσότερα

γεωργάδος -α -ο

απλό γεωργικό σύνεργο από ξύλο ή μέταλλο με κάμψη στη μέση, και χρησιμοποιείται σε πολλές δουλείες του κατωγιού κυρίως. ο προκομμένος γεωργός, ο πρόθυμος στη δουλειά. Παροιμία: «Πότε η νύφη μας γεωργάδα; – Το βράδυ το Σάββατο».

γήμορο (το)

ο Βαλαωρίτης στο Φωτεινό μας διευκρινίζει και λόγω θέσεως και πείρας, αλλά και λόγω γνώσεως του αντικειμένου: «Γήμορο = το υπό του γεωμόρου ή μοργίτου καλλιεργητού, καταναλλόμενον μέρος των καρπών του κτήματος προς τον ιδιοκτήτην αυτού¨, και γράφει: «είτε μεστά, είτε άμεστα τα κόβω για ν΄ αρπάξει / διπλό, τριπλό το . . . Περισσότερα

γήταυρος (ο)

μυθικό θηρίο στην μεσαιωνική και νεοελληνική παράδοση. Λέγεται και ζήταυρος, ήταυρος και νήταυρος -κατά τόπους-, και φωλιάζει στο βυθό των ποταμών και λιμνών, αλλά και σε έλη και σε περιβόλους ναών. Έχει ακαθόριστη μορφή πότε βοδιού ή βουβαλιού και πότε μεγάλου σκουληκιού ή δράκοντα, και μουγκρίζει σαν ταύρος. Είναι δε . . . Περισσότερα

γηύρεμα (το)

το εύρημα, η απόκτηση ενός πράγματος αξίας: «Αυτή η γυναίκα ήτανε γηύρεμα για μας», δηλ. είναι καλή και εργατική. Παροιμία: «Του φτωχού το γηύρεμα, ή καρφί ή πέταλο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γηύρεμα /τὸ/ (εὕρημα) = τὸ τυχαῖον εὕρημα, τὸ ἀπόκτημα ἀξίας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

για

πρόθεση, σύνδεσμος και μόριο, ανάλογα με τη θέση της στο λόγο. Φράσεις: για ψύλλου πήδημα – για το καλό του χωριού του – για την ψυχή του πατέρα του – για που τέτοια ώρα; – για πρόσεχε – έντο για (=νάτο) – γιάτ΄ρα, μωρέ (= για κοίτα μωρέ, για δες . . . Περισσότερα

για δ΄ εκειό

για κείνο, για αυτό, εξ΄ αιτίας κάποιου – «για δ΄εκειό μ΄ έβρισε» – «για δ΄εκειό δεν ξαναπάτησε στο σπίτι μας». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γιὰ δ’ ἐκειὸ (διὰ δὲ ἐκεῖνο) = διὰ τοῦτο, πρὸς τοῦτο, ἐξ αἰτίας τούτου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

για δαύτο

γι΄ αυτό, εξ αιτίας αυτού, γι΄ αυτό το λόγο: «Α! Για δαύτο δε με περίμενες …» – «για δαύτο ηύρα κι εγώ τον μπελιά μου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γιὰ δαῦτο (διὰ δὲ αὐτὸ) = διὰ τοῦτο, πρὸς τοῦτο, ἐξ αἰτίας τούτου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!