Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Γ

γατιάζω

κάνω κάποιον ισχνόν και νωθρόν όπως η γάτα. Μεσ.: Γίνομαι νωθρός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γατιάζω § ποιῶ τινα ἰσχνόν, ἢ νωθρὸν ὡς τὴν Γάταν. Μέσ. γίνομαι ἰσχνός, νωθρός. Σημ. Ἐκ τοῦ Γάτα = Κάτα = λατ. Gatus (ἴδ. λ. ἀλαφιάζομαι). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

γατούμπρο (το)

βατόμουρο (βλ λέξη βάτος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γατοῦμπρο /τὸ/ = τὸ βοτρύδιον τοῦ βάτου, τὸ βατόμουρον. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν έχει σχέση με τη γάτα. Είναι το γνωστό βατόμουρο. Ο θάμνος λέγεται βατσινιά και ο νόστιμος καρπός βάτσινα – βάτινα. Σε μας . . . Περισσότερα

γατσούλι

το μικρό γατί, το γατάκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γατσοῦλι /τὸ/ (γαλῆ, Ἰ. gattoline) = τὸ γατάκι, τὸ νεογνὸν τῆς γάτας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γατσούλι = τό μικρό γατάκι. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής Γατσοῦλλι, § τὸ νεογνὸν τῆς γάτας. Σημ. Ἡ . . . Περισσότερα

γατσουλιάζω

ανατριχιάζω, μαζεύομαι, αδυνατίζω, είμαι ατροφικός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γατσουλιάζω (β.λ. γατσοῦλι) = ὑστερῶ εἰς ἀνάπτυξιν, ἀτροφῶ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γαύρι (το)

το καθένα από τα δοκάρια που τοποθετούνται χιαστί, για να στηρίξουν ένα άλλο οριζόντιο δοκάρι, το λεγόμενο καβαλλάρης. Πάνω σ΄ αυτό απλώνουν τα δίχτυα οι τρατολόγοι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαῦρι /τὸ/ (γαῦρος) = ἑκάτερον τῶν χιαστὶ ὀρθουμένων ξύλων πρὸς στήριξιν ἄλλου ὁριζοντίου «καβαλλάρη» δι’ ἅπλωμα . . . Περισσότερα

γγαραφίνα

καραφίνα, μικρή καράφα Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

γε

Γε, μόρ. παραπλ. § γέ Π. φέρ᾿ αὐτό γε. – ἐγώ γε ᾿ς τὸ ᾿πα – φέρ᾿ ἐκειό γε. Σημ. ἀρχαιότατον· χρῶνται ἰδίως αὐτῷ οἱ χωρικοί μας.

γεβεντίζω

εκθέτω κάποιον στα περίγελα των άλλων, ρεζιλεύω, χλευάζω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γεβεντίζω (Τ. γεβέντ) = εἰρωνεύομαι, λοιδωρῶ, προσβάλλω, χλευάζω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γέκια (η)

ο μοχλός που χρειαζόμαστε για το τιμόνι στις βάρκες. Κοινώς λαγουδέρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γέκια /ἡ/ (οἴαξ) = ὁ μοχλὸς χειρισμοῦ τοῦ πηδαλίου, τὸ δοιάκι, ἡ λαγουδέρα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γελαγάνη

ασθένεια, (δεν περιγράφονται τα συμπτώματα της). «Εις κάποια ασθένεια, οπού λέγουσι γελαγάνη» … θεραπευόταν με επιθέματα μελιού και σιναπιού σε 2-3 μέρες. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

γελασάτικο (το)

η γελασά, το ξεγέλασμα, η αθέτηση συμφωνίας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γελασάτ(ι)κο /τὸ/ (Τ. γιαλὰν) = ψεῦδος, ἀπάτη, ἀθέτησις ὑποσχέσεως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γελέκι (το)

το γνωστό ανδρικό γελέκι της νεότερης φράγκικης φορεσιάς. το ανδρικό γελέκι της παλιάς λευκαδίτικης φορεσιάς: Ήταν διακοσμημένο με γαϊτάνια και κεντημένο πλούσια. Το γαμπριάτικο ήταν περίτεχνο. το γυναικείο γελέκι της Ρωμαίικης (=παραδοσιακής) φορεσιάς: Ήταν λινό ή μπαμπακερό, πάντα άσπρο και φοριόνταν πάνω από το πουκάμισο. Είδος στηθόδεσμου με πλάτη. (Η . . . Περισσότερα

Γελλού ή Γιλλού

η Γελλώ των αρχαίων, που είναι πνεύμα κακοποιόν. Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία η Γελλώ ήταν νέα γυναίκα απο τη Λέσβο και πέθανε πάνω στη γέννα. Ύστερα έγινε φάντασμα, Λάμια, και άρπαζε μικρά παιδιά και τα έπνιγε. Στα Βυζαντινά χρόνια η Γελλώ έγινε Γελλού και μαζί με το παραλλαγμένο όνομά . . . Περισσότερα

γεμ

Γεμ: Από το αρχ. βεβαιωτ. μόριο γε και το μ για υποδήλωση του «εμέ».

γεμενί (το)

παπούτσια γεμενί. τα φορούσαν και οι γυναίκες και οι άντρες. Τα γεμενί των γυναικών ήταν παπούτσια μονόσολα (χωρίς βάρδουλα) , λεπτά και χαμηλοτάκουνα. Τα γεμενιά τα λέγανε και μονά. Έμοιαζαν με γοβάκια και ήταν για καθημερινή χρήση. Φορέθηκαν ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι ανατολίτικης προέλευσης, τύπου Ιεμένης του . . . Περισσότερα

γενί (το)

το τριγωνικό σιδερένιο εξάρτημα του αλετριού, που κάνει τις αυλακές και γυρίζει τα χώματα. Παροιμία: «Ηύρε η νύφη μας το γένι πίσω από την πόρτα.» Στον γάμο, όταν η νύφη προσδιαβεί το κατώφλι του νέου σπιτιού της (σε μερικά χωριά) μπροστά της, στο πάτωμα, της έχουν βάλει ένα υνί το . . . Περισσότερα

γέννα

Γέννα = τό αἰδοῖο, τό σημεῖο πού γεννοῦν τά ζῶα, λέγεται ἔτσι γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ ἄσεμνη λέξη, μπορεῖ νά τήν χρησιμοποιήσει κανείς σέ οἰκογενειακό κύκλο χωρίς νά θεωρεῖται ἄπρεπη.  

γεννειάζω

στα φυτά: όταν βγάζουν τις πρώτες τριχοειδής ρίζες τους. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, Ε΄(για τον κισσό): «Κι όπου ααντήσει ριζιμιό κι όπου εύρει χαραμάδα γεννειάζει εκεί βαθειά βαθειά κι υφαίνει τον πλοκό του».

γέννημα -τα

τα σπαρτά, αλλά και ο ώριμος καρπός των δημητριακών, κυρίως του σιταριού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γέννημα /τὸ/ = σῖτος εἰς ποσότητα, φυτεία σίτου χλωρά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γεννητσούρια (τα)

τα γεννητούρια, η γέννηση του παιδιού. Τα γεννητούρια είναι η πραγματοποίηση της ευχής που δίνουν στους νιόνυμφους μετά το γάμο: «Και στα γεννητσούρια σας τώρα, κι από σερνικά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γεν(νη)τσούρια /τὰ/ (γέννησις) = τὸ χαρμόσυνον τοῦ τοκετοῦ, τὰ γεννητούρια. (εἰς τοὺς νεόνυμφους εὔχονται: . . . Περισσότερα

γεντόστια

ιδιωματισμός, εντόσθια Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

γεράζω

Γεράζω § γηράζω. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ Γηράω (Σύλλ. 5. 6). Ὁ Βυζ. γρ. γερνῶ.

γεραλέος

Γεραλέος, § γέρων. Σημ. Τὸν εἰς αλέος τοῦτον σχηματισμὸν ἀρχαῖον ὄντα, ἡ δημοτικὴ γλῶσσα μόνον εἰς τὴν λ. ταύτην καὶ τὴν ῥωμαλέος διέσωσεν, ὅσον ἡμεῖς οἴδαμεν.

γεραμπής και γιαραμπῆς(ο)

ο Θεός, ο Κύριος της ζωής μας και της τύχης μας, το πεπρωμένο. Λέμε πχ. «Δόξα σοι ο Γεραμπής», ικανοποιημένοι για κάποια ευτυχή έκβαση. Χρησιμοποιούμε όμως και αστειολογικά τη λέξη: Όπως τα φέρει ο Γεραμπής», λέμε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γεραμπῆς καί Γιαραμπῆς/ὁ/ (Π.Τ. γὰ ράbbι) = . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!