Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Γ

γαμπᾶς

Γαμπᾶς /ὁ/ (γόμος, Ἰ. gabbano) = τὸ ἑνιαῖον προϊὸν τῆς κουρᾶς προβάτου ὡς ἀποχωρίζεται ἐν εἴδει ἐπενδύτου.

γάνα (η)

μουντζούρα, μαύρη σκουριά από το τηγάνι, και άλλα χαλκώματα. διαπόμπευση. Παροιμίες: «Άντρας ψηλός, απόστολος, κοντός πομπή και γάνα …», «Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψηλή  καραμαντάλω». βρισιά μεταξύ γυναικών: «Μωρή γάνα, μωρή κίσσα» (η γάνα εδώ σημαίνει ανήθικη). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γάνα /ἡ/ (γανάω)(περιπεσὸν εἰς ἀντίθετον ἔννοιαν) . . . Περισσότερα

γανιάζω

Γανιάζω (γανάω) = κηλιδώνω, κηλιδώνομαι, λερώνω -ομαι, μουντζουρώνω -ομαι (μετέπεσεν εἰς τὴν ἀντίθετον ἔννοιαν).

γανούπης -ῳ

Γανούπης -ῳ (γανάω-ωψ) = ὁ ἔχων ἀκάθαρτον ἢ φυσικῶς ἀμαυρὸν πρόσωπον, δύσμορφος.

γανώζω -νω και γανόνω

λερώνω, μαυρίζω, μουντζουρώνω, αλλά έχει και την αντίθετη έννοια: σημαίνει το καθάρισμα και το γυάλισμα χαλκωμάτων: οι πλανόδιοι γανωματήδες ή καλατζήδες (μια φορά κι έναν καιρό …) φώναζαν: «χαλκώματα να γανώσομε …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γανώζω -νω (γανάω) = κηλιδώνω, ἀμαυρώνω, λερώνω, μουντζουρώνω (μετέπεσεν εἰς . . . Περισσότερα

γανωματής (ο)

Γανωματής, ο, ή γανωτής, ο: Ο επαγγελματίας στιλβωτής των μεταλλικών (χάλκινων κυρίως) αντικειμένων. Γάνος-εος, το, είναι η στιλπνότης εκ του ρ. γανάω ή γανόω = γανώνω, στίλβω, λάμπω, απαστράπτω. Σήμερα περιέπεσε στην αντίθετη έννοια του αμαυρώνω, μουτζουρώνω και η γάνα είναι η μαύρη μουτζούρα από τα ξυλοκάρβουνα. βλ. καλατζής 

γαργαρό

Γαργαρὸ § τὸ διαυγὲς ὕδωρ, εὐφραῖνον τὸν γαργαρεῶνα (= λάρυγγα), Π. κῂ᾿ ὁπὤβρη γαργαρὸ νερό, θολόνει καὶ τὸ πίνει. Σημ. Ἐκ τοῦ γαργαίρω.

γαρδακ(οι)λάω και γαρδακηλάω και γαργακηλάω

με χειρονομίες γαργαλισμού, κάνω τον άλλο να γελάσει. Τον ψαύω σε ορισμένα σημεία του σώματος. Τον γαργαλίζω. «Μη, γιατί γαργαλιέμαι». μεταφορικά: «Με γαργαλάει η κοιλιά μου» = πεινάω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαρδακηλάω καί γαργακηλάω(κατὰ-κηλέω) = καταθέλγω, προκαλῶ δι’ ἐπιψαύσεων ἰδιάζουσαν φρικίασιν καὶ ἀντανακλαστικὸν γέλωτα, γαργαλίζω, γαργαλάω.   . . . Περισσότερα

γαρδέλι (το)

το ωδικό πουλί καρδερίνα -νι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαρδέλι /τὸ/ (Ἰ. cardello) = ἀκανθυλλίς, καρδερίνα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γαρδελίζω και γαρδελλίζω

φλυαρώ, αστειολογώ φιλάρεσκα, πιάνω φλύαρες συζητήσεις με σκοπό να περιπαίξω κάποιον ή να του αλλάξω το κέφι προς το καλύτερο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαρδελλίζω (Ἰ. cardello) = κελαδῶ, ὀαρίζω, φλυαρῶ φιλαρέσκως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γαρδούμπα (η)

είδος μεγάλου λουκάνικου, κάτι σαν σπληνάντερο, γεμισμένο με κιμά, συκώτι, σπλήνες και τρυφερά κομμάτια, κι όλα αυτά καρυκευμένα με κανελογαρύφαλα, σκόρδο, κρεμμύδι, πιπέρι, δεντρολίβανο, και άλλα αρτύματα. πλεξίδα από άντερα αρνίσα λεγόμενη πλεξίδα ή κοτσίδα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαρδούμπα /ἡ/ (χορδή, χόρδευμα) = πλεξὶς ἀπὸ . . . Περισσότερα

γαρέμ΄ή (επικρατέστερα) γουρέμ΄ (επιφών)

παρακελευστικό του γαϊδάρου. Έτσι σαλαγάμε το γάϊδαρο: «α γουρέ μ΄». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαρὲ-(μ) = γάϊδαρέ μου (κλητικὴ τῆς λέξεως γάϊδαρος κατὰ συγκοπὴν συλλαβῶν. «ἄ γαρέμ» = «ἄ γάϊδαρέ μου». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γάρης

Πιθανόν από το κατεργάρης. Προφέρεται Γαρς, του Γαρ …

γαριάζω

Γαριάζω (γάρος) = ρυπαίνω, γλυντσιάζω ἐσώρρουχα μὲ κακὴν πλῦσιν.

γαρίδα

Γαρίδα § ἡ ἀλλαχοῦ Καρίδα. § Φ. ἔγινε τὸ ᾿μάτι μου γαρίδα = δὲν ἔκλεισα μάτι ἀπὸ τὴν ἀγρυπνίαν, ἢ ἐκουράσθησαν οἱ ὀφθαλμοι΄μου ἀτενίζοντες ἐπί τινος. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀρχ. Καρίς· ἡ τροπῂ τοῦ κ εἰς γ ἐγένετο κατὰ τὰ ἄλλα δημοτικὰ γυρτός, γουβιός,  ἀντὶ κυρτός, κωβιός. Ὁ Βυζ. . . . Περισσότερα

γαρμπέλο (το)

σύνεργο του αλωνίσματος. Μεγάλο κόσκινο με πυθμένα από λάτα (=λευκοσίδηρο), σπανίως και από δέρμα, με πολλές τρύπες κατά διαστήματα. Το γάρμπελο λέγεται επικρατέστερα και δριμόνι. Και μ΄ αυτό κοσκινίζουν κυρίως τα όσπρια και τις σταφίδες. Στο αλώνι μέσα σ΄ αυτό έτριβαν τα απάτητα στάχυα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

γαρμπής (ο)

ΝΔ άνεμος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαρμπῆς /ὁ/ (Ἀ.Τ. γαρb-ί, Ἰ. garbino) = ὁ Νοτιοδυτικὸς ἄνεμος, ὁ Λίψ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γαστάλδος (ο)

επιτηρητής, επόπτης στην εποχή της Ενετοκρατίας και Αγγλοκρατίας στα Επτάνησα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαστάλδος /ὁ/ (Ἰ. castaldo) = ἐπίτροπος, ἐπιστάτης, οἰκονόμος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γάστρα

Γάστρα § γάστρα, ἀγγεῖον ἐν ᾦ φυτεύουσιν ἄνθη. Π. ΚΝ. «καράβι, καραβάκι, ποῦ ᾿πᾷς γιαλό, ᾿γιαλό, ᾿σὰ φουντωμένη γάστρα μὲ τὸ βασιλικό.». Σημ. ὁ Βυζ. γρ. Γλάστρα. Οἱ Λευκάδιοι διέσωσαν ἀλώβητον τὴν ἀρχαίαν ταύτην λέξιν. (Ἡσύχ. ἐν λ. Ὄστρακον – Αἰλιαν. Πολιορ. Κεφ. 4). Οἱ Μακεδόνες Γάςτραν καλοῦσιν ἀγγεῖον τὸ . . . Περισσότερα

γατιάζω

κάνω κάποιον ισχνόν και νωθρόν όπως η γάτα. Μεσ.: Γίνομαι νωθρός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γατιάζω § ποιῶ τινα ἰσχνόν, ἢ νωθρὸν ὡς τὴν Γάταν. Μέσ. γίνομαι ἰσχνός, νωθρός. Σημ. Ἐκ τοῦ Γάτα = Κάτα = λατ. Gatus (ἴδ. λ. ἀλαφιάζομαι). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

γατούμπρο (το)

βατόμουρο (βλ λέξη βάτος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γατοῦμπρο /τὸ/ = τὸ βοτρύδιον τοῦ βάτου, τὸ βατόμουρον. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν έχει σχέση με τη γάτα. Είναι το γνωστό βατόμουρο. Ο θάμνος λέγεται βατσινιά και ο νόστιμος καρπός βάτσινα – βάτινα. Σε μας . . . Περισσότερα

γατσούλι

το μικρό γατί, το γατάκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γατσοῦλι /τὸ/ (γαλῆ, Ἰ. gattoline) = τὸ γατάκι, τὸ νεογνὸν τῆς γάτας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γατσούλι = τό μικρό γατάκι. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής Γατσοῦλλι, § τὸ νεογνὸν τῆς γάτας. Σημ. Ἡ . . . Περισσότερα

γατσουλιάζω

ανατριχιάζω, μαζεύομαι, αδυνατίζω, είμαι ατροφικός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γατσουλιάζω (β.λ. γατσοῦλι) = ὑστερῶ εἰς ἀνάπτυξιν, ἀτροφῶ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!