Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Γ

γρομπούλι

Οι Λάζαρης και Κοντομίχης προτιμούν τον ιδιωματικό λευκαδίτικο τύπο γουρμπούλι. Ο δεύτερος μάλιστα παραπέμπει (σωστά) στο ανάλογο (εννοιολογικά) τύπο γογγύλι. Στην Καρυά πιο εύχρηστος τύπος είναι το γρομπούλι (όπως λέμε τον γρο(γου)μπατσά) στο παιγνίδι κότσι. Ο Λάζαρης το ετυμολογεί από τα Αλβανικά. Όμως πιθανότερο είναι από το ιταλικό gropp απ΄ . . . Περισσότερα

γρούδιος -α, -ο

ο μισοβρασμένος, τα μισοβρασμένα λάχανα. φράση: «τα ΄βγαλες απ΄ τη φωτιά τα γρούδια, νοικοκυρά μου, τα λάχανα και δεν τρώγονται». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γρούδιος -α -ο (Ἰ. crudo;) = τραχύς, ὠμός, ἡμίβραστος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γροῦδιο, § τὸ εἰσέτι ἄβραστον λάχανον ἢ ὄσπριον. . . . Περισσότερα

γρούζω

βογγάω, σκούζω, ουρλιάζω, γκρινιάζω, μουρμουρίζω. φράση: «Άκου πώς γρούζουν τα σκυλιά» – «γρούζουν στο λόγγο οι λύκοι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σχετικό με το γρουτζανάω. Λέμε στο χωριό, με γρούζει, γρούζουν τα έντερά μου, πεινάω δηλαδή. Η κοιλιά μου κάνει γρου-γρου. με τη γενικότερη έννοια της . . . Περισσότερα

γρουμπανάω, γουρμπανάω και γρομπανάω

δίνω αλλεπάλληλες γροθιές σε κάποιον. «Κάτσε καλά, θα σε γρουμπανήσω» μεταφορικά: «Αυτά τα αχλάδια είναι άγουρα, κειο δεν γρουμπανιώνται». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γρουμπανάω καί  γουρμπανάω (Ἰ. groppone) = κτυπῶ διὰ γρόνθων ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Γρουμπανιά (και με αναγραμματισμό . . . Περισσότερα

γρουμπανιά και γουρμπανιὰ (η)

δυνατή γροθιά Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γρουμπανιὰ καί γουρμπανιὰ /ἡ/ (Ἰ. groppone) = γρόνθισις καθέτου φορᾶς (ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γρουμπανιὰ καὶ γροθιὰ § τὸ γρονθοκόπημα. Ἐκ τούτου καὶ ῥῆμα γρουμπανίζω = γρονθοκοπῶ. Ὁ Βυζ. παραλείπει αὐτάς Σύλλαβος – Ιωάννου . . . Περισσότερα

γρουμπανίζω

γρουμπανίζω = γρονθοκοπῶ βλ. γρουμπανιά και γουρμπανιὰ (η) και γρουμπανάω, γουρμπανάω και γρομπανάω

γρούσπα (η)

σπηλαιώδης κρυψώνα άγριου ζώου. Πολλά αγρίμια φκιάνουν τις γρούσπες μόνα τους, σκάβοντας με τα νύχια. Η γρούσπα (φωλιά) της αλεπούς μάλιστα έχει δυο τρύπες, μια εισόδου και μια εξόδου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γροῦσπα /ἡ/ (Ἰ. crespa) = κρυψὼν ἀγρίου ζῴου, πτυχὴ τοῦ ἐδάφους. Tα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

γρούψα (η)

αβάσταχτη δίψα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γροῦψα /ἡ/ (Ἰ. gruffare, ἠχητ. γκροῦ-γκροῦ;) = κτηνώδης ἀσυγκράτητος δίψα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γρυπάρι (το) και γριπάρι

αγριόχορτο με μακρυά βελονωτά (νηματοειδή) φύλλα. Φύεται στις αγριονομές, κυρίως και είναι πολύ καλή τροφή για τα μηρυκαστικά, ιδίως τα πρόβατα. Βαλαωρίτης, Αστραπόγιαννος, 260: «Στο λείψανο έστρωσε χλωρό γρυπάρι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γρυπάρι /τὸ/ (Ἰ. creppo;) = ἄγριον νηματοειδὲς χόρτον φυόμενον εἰς ξηρὰ ἐδάφη (ἀρίστη . . . Περισσότερα

γρυτζανάω και γρυτζανίζω

ξύνω με τα νύχια μου κάποια επιφάνεια, τοίχου, επίπλου, δοχείου, προκαλώντας ανατρίχιασμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γρυτζανάω (γρύζω) = προκαλῶ ἦχον ξέσεως δι’ ὀνύχων ἢ ἄλλου ὀργάνου ἐπὶ πράγματος μεταλλικοῦ ἢ ξυλίνου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Γρ(ο)υτζανάω. Λέμε: κάτι γρυτζανάει σα ποντίκι. Από το . . . Περισσότερα

γυαλί

μπουκάλι, «γυαλί με λάδι» Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

γυαλίζομαι, γυαλιστώ

Γυαλίζομαι (ὑελίζω -ομαι) = βλέπω ἐμαυτὸν εἰς καθρέπτην, καθρεφτίζομαι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Γυαλιστώ: (γυαλίζομαι ή υελίζομαι) = καθρεπτίζομαι σε επαργυρωμένο γυαλί. Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

γυναικοτσούλης

Χαρακτηρισμός μειωτικός για άντρες. Στα λεξικά «γυναικούλης» ο θηλυπρεπής. Σε μας ο επιδιδόμενος σε γυναικεία κουτσομπολιά, ο αρεσκόμενος σε γυναικεία συναναστροφή ( ο γυναικάκιας). Χωρίς να είναι απαραίτητα ομοφυλόφιλος

γυναιτίκι (το)

ο γυναικωνίτης των εκκλησιών Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γ(υ)ναιτίκι /τὸ/ (γυνὴ) = τὸ καφασωτὸν ὑπερῷον τοῦ γυναικωνίτου εἰς τοὺς ναούς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γυνατόζος

γυνατόζος = ὀργίλος Σημ. Ἡ κατάλ. οζος εἶνε Ἰταλικὴ σημαίνουσα τὸν ἔχοντα πλησμονὴν τοῦ ὑπὸ τῆς ῥίζης δηλουμένου, οἷον spirtoso = πνευματώδης, famoso = περίφημος, κτλ. βλ. γινατεμένος -η -ο   γυναντεύω  και  γινάτι (το)

γυριστάρι (το)

το μαλακόστρακο «κώνος». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γυρ(ι)στάρι /τὸ/ (γῦρος, γυρόω) = τὸ θαλάσσιον γαστερόποδον μαλακόστρακον «κῶνος», τὸ ὄστρακον τοῦ κώνου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

γυρολόγος (ο)

ο πλανόδιος μικροέμπορος, που «έφερνε γύρα» τα χωριά και τις συνοικίες της Χώρας, πραματευτής. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γυρολόγος, ο: ο γύρω φερόμενος, ο περιφερόμενος μικρέμπορος των χωριών και λογυρίζω (όλο +γυρίζω)=περιφέρομαι.Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα  

γύρος (ο)

ο γύρος του κρεβατιού. Άσπρες πλατιές ταινίες που περιέβαλλαν το κρεβάτι από τις σανίδες ως το πάτωμα. ο γύρος που λέγεται και τορνατέλλο ήταν διακοσμητικός. Είχε όμως και πρακτικό χαρακτήρα: να καλύπτει τα είδη που έριχναν οι σπιτικοί κάτω από το κρεβάτι, πχ πατάτες, παπούτσια, παλιόρουχα κ.α. (το νοικοκυριό του . . . Περισσότερα

γύφτος -οι (ο)

ο σιδεράς, ο χάβρος. Οι γύφτοι στην Πόλη είχαν τα εργαστήρια τους στην είσοδο της Χώρας, στον Άγιο Μηνά. Η περιοχή λεγόταν γύφτικα ή σιδεράδικα. Οι γύφτοι αυτοί ήταν, κατά κανόνα, κάτοικοι της Χώρας, και δεν είχαν σχέση με τους άλλους «γύφτους». σε παλιό χειρόγραφο του 1744 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) . . . Περισσότερα

γυφτοφάσουλα (τα)

ποικιλία φασολιών με καρπό μικροκαμωμένο και μελαμψό Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

γύψωμο (το)

πανηγυρική λειτουργιά (άρτος) που έφκιαναν όσοι γιόρταζαν. Το γύψωμο το πήγαιναν στον εσπερινό ή στη λειτουργία της επομένης και το ευλογούσε ο παπάς ρίχνοντας στο κέντρο – όπου είχε εκ των προτέρων κοπεί τριγωνικά το κομμάτι το σφραγισμένο που συμβόλιζε το Χριστό- λίγο άναμα (κρασί λειτουργημένο στην Αγία Τράπεζα). Τα παλιά . . . Περισσότερα

γωνιά (η)

το τζάκι, η εστία του χωριάτικου σπιτιού. Η γωνιά συγκέντρωνε όλη την οικογένεια γύρω της, όπου ιεραρχικά υπήρχαν οι θέσεις του παππού, της γιαγιάς, των γονιών και παιδιών. Η πολυύμνητη γωνιά, η ευλογημένη: Γεράσιμος Γληγόρης: «Νοσταλγία» – «Και θα ΄ρθω πάλε, βάβω μου, να σ΄ εύρω στη γωνιά σου, / . . . Περισσότερα

γωνιέμαι

Γωνιέμαι ή αγωνιέμαι: αγωνίζομαι, με την έννοια του καταπιάνομαι με δουλειές, (αγώνας, αρχ. αγών, ρ. άγω).

Click to listen highlighted text!