Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Φ

φαλέλω

Φαλέλω /ἡ/ (Ἰ. fallire) = ἄνθρωπος πλανώμενος, ἐπιπόλαιος, ἄστατος.

φαλίδος -α -ο

χρεοκοπημένος, φαλιρισμένος. «Είμαι φαλίδος» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαλίδος -α -ο (Ἰ. fallire) = καταστραφεὶς οἰκονομικῶς, πτωχεύσας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φαλιμέντο (το)

η πτώχευση, η χρεοκοπία Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαλ(ι)μέντο /τὸ/ (Ἰ. fallimento) = πτώχευσις, χρεωκοπία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φαλίρω

Φαλίρω (Ἰ. fallire) = καταστρέφομαι οἰκονομικῶς, πτωχεύω, χρεωκοπῶ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Φαλήρει = 1. ἀποτυγχάνει, λέγεται συνήθως γιά τήν ἀκαρπία, φαλήρισε τό ἀμπέλι (ἀκάρπισε τό ἀμπέλι), ἀπό κάποια οἰκονομική αἰτία, 2. φαλήρισα (ἔπεσα ἔξω, χρεωκόπησα, καταστράφηκα οἰκονομικῶς). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

φαλτσάρω

είμαι παράφωνος, φάλτσος στο τραγούδι «Τραγουδάει φάλτσα» – «έχει φάλτσα φωνή». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαλτσάρω (Ἰ. falsare) = λανθάνω, σφάλλομαι, παραφωνῶ Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης φαλτσάρω: λανθάνω, σφάλλω, (ΙΤ. falsare). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

φαλτσέτα

κοφτερό εργαλείο, μαχαίρι των τσαγκάρηδων / κοφτερό εργαλείο των χωρικών με το οποίο έκοβαν το σανό / κοφτερό εργαλείο των χωρικών με το οποίο κλάδευαν / κοφτερο μαχαίρι

φαμέλιο (το)

η οικογένεια, η φαμελιά «Τι κάν΄ το φαμέλιο σου;» – φαμελιά, φαμελίτης. «φαμελίτης άνθρωπος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαμέλιο /τὸ/ (Ἰ. famiglia) = ἡ οἰκογένεια. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φαμελίτης -σα

Φαμελίτ(η)ς -σα (Ἰ. famiglia -ato) = οἰκογενειάρχης, βιοπαλαιστὴς μὲ πολυμελῆ οἰκογένειαν.

φαμπέσης

Μπαμπέσης. Επίθετο που σημαίνει άπιστος. Αλβανικό pabese (Ανδριώτης). Και μπέσα, εμπιστοσύνη (bese). Καρσάνικο παρατσούκλι.

φάμπρικα (ἡ)

Φάμπρικα /ἡ/ (Ἰ. fabbrica) = κατασκευή, οἰκοδομή, ἐργαστήριον, μηχανορραφία, μέθοδος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης φάμπρικα (ἡ): oἰκοδομή, (ΒΕΝ. fàbrica). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

φαμπρικάντες

Φαμπρικάντες /ὁ/ (Ἰ. fabbricante) = κατασκευαστής, τεχνίτης, πολυμήχανος, μηχανορράφος.

φάμφα (η)

το φαγητό, χορταστικό Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φάμφα /ἡ/ (τρώγω, φάγομαι) = φαγητόν, χόρτασις, εὐωχία, ἑστίασις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φαμφαρόνος (ο)

ο λογάς, ο καυχισιολόγος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαμφαρόνος /ὁ/ (Ἰ. fanfarone) = κομπορρήμων, καυχηματίας, φλύαρος, τερατολόγος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φανάρι (το)

μικρό αρμαράκι κλεισμένο ολόγυρα με ψιλό μαγνάδι σήτας, για τη φύλαξη του ψωμιού. Τα φανάρια ήταν μικρού μεγέθους. Τότε δεν υπήρχαν ούτε ψυγεία ούτε ψωμιέρες

φανέστρα (η)

το παραθύρι μτφ.: επίδειξη Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φανέστρα /ἡ/ (Ἰ. finestra) = παράθυρον, ἐπίδειξις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης φαινέστρα, φανέστρα: παράθυρο, μικρή θύρα. Ἡ λατινική λέξη fenestra, ἡ ὁποία ὅμως προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική φαίνειν[1]. [1]  Ἀ. Ὀρλάνδου, Ἰ. Τραυλοῦ, ὅπ.π., σελ. 261. Λεξικό Ιδιωματικών . . . Περισσότερα

φανός -οί

σημάδια οριοθέτησης κτημάτων. Οι φανοί ήταν σημαδεμένες πέτρες μπηγμένες στο έδαφος και περίσσευαν στην επιφάνεια σαν στήλες. Τους φανούς τους τοποθετούσαν κάθε τρία – τέσσερα μέτρα.

φαντούμενος -η -ο

αυτός που είναι ευδιάκριτος και αξιοπρόσεκτος. Φαντούμενος άνθρωπος = αυτός που κάνει εντύπωση. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαντούμενος -η -ο (φαίνω) = ἐμφανής, εὐδιάκριτος, ἐπιφανής, ἀξιοπρόσεκτος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φαουλάρ(ι)κα, τα

Φαουλάρ(ι)κα, τα (εννοείται σταφύλια) = τα φαγώσιμα επιτραπέζια σταφύλια. Το αυτό εννοείται και για τις φαουλάρ(ι)κες ελιές = τις βρώσιμες. Φαγουλάρικα, (θέμ. ρ. φαγ- του τρώγω).

φάρα

Φάρα /ἡ/ (Ἀλ. φάρα) = σπόρος, εἶδος, γενεά, φυλή.

φαραώ

έτσι έλεγαν στη Λευκάδα τα λευκά ή χρωματιστά μαντηλάκια στης αριστερής τσεπούλας του σακακιού. Τα μαντηλάκια τα έφκιαναν από ειδικό μεταξωτό λουλουδάτο ύφασμα που το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι γυναίκες και το έλεγαν μπαγιαντέρα. Σατιρικό ασμάτιο της εποχής (γύρω στα 1900) που σατίριζε τη φορεσιά των κομψευομένων αντρών, μας λέει: «Φαραώ . . . Περισσότερα

φαρδακοκύλα (η) και φαρδοκοκύλα

ποικιλία του φυτού «βατράχιον» με κίτρινα φύλλα. Φύεται στα βαλτώδη, κυρίως μέρη και τα ζώα αποφεύγουν να το τρώνε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φαρδακοκύλα /ἡ/ (βάτραχος, «φορδακλᾶς») = ὑδροχαρὴς ποικιλία τοῦ φυτοῦ «βατράχιον» (μὲ κίτρινα στιλπνὰ φύλλα0, βαθρακοῦλα, νεραγκοῦλα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Φαρδοκοκύλα = εὔρωστο . . . Περισσότερα

φαρδίνι (το)

αγγλικό νόμισμα, κέρμα που ισοδυναμούσε με το 1/4 της αγγλικής πένας. Εθεωρούνταν νόμισμα της πεντάρας.

φαρίνα

Φαρίνα /ἡ/ (Ἰ. farina) = λευκὸν λεπτότατον ἄλευρον ἐξαιρετικῆς ποιότητος.

Click to listen highlighted text!