Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Φ

φτενὸς -ὴ -ὸ

Φτενὸς -ὴ -ὸ (εὐ-τείνω, φθίνω) = λεπτός, ἰσχνός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Φτενό = πολύ λεπτό πρᾶγμα (φτενή φέτα ψωμιοῦ). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

φτέριασμα (το)

πέταμα των πουλιών Άγγ. Σικελιανός: «Λευκαδίτικη ραψωδία»: «Σύντας περνάνε οι γερανοί απάνω απ΄ τα χωράφια / κι η αργατιά στο φτέριασμα σηκώνει το κεφάλι …».

φτερωτή (η)

φτερωτή ρόδα: του νερόμυλου, που πάνω στα φτερά της χτυπούσε το νερό, πέφτοντας ορμητικά από την «κρέμαση» του μύλου, και από κει μεταδιδόταν η κίνηση στα λιθάρια αλέσματος. Σήμερα δε λειτουργεί στο νησί κανένας νερόμυλος. (Τα γεωργικά της Λευκάδας, σελ. 75-6). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φτερωτὴ . . . Περισσότερα

φτζάνι

Φτζάν(ι) /τὸ/ (φλάζω; φλύζω; Τ. φινδζάν, Σ. φιλτζὰν) = κύμβη, κυάθιον, φλυτζάνι.

φτουράω

αβγατίζω, διαρκώ, μένω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φ(ου)τουράω (Ἰ. futuro, Λ. obduro) = διαρκῶ ἐπὶ μακρόν, πληθύνομαι, ὑπερεπαρκῶ διὰ τὴν συνήθη κατανάλωσιν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φυλίζω

Φ(υ)λίζω (φύλλον, Ἰ. filizzare) = τὸ παλινδρομικὸν κτύπημα (παίξιμον) τοῦ ἱστίου ὅταν παράλληλον πρὸς τὸν ἄνεμον πλήσσεται ὑπ’ αὐτοῦ ἑκατέρωθεν.

φυλλολογάω

μαζεύω φύλλα από το αμπέλι, τα δέντρα (συκιά – μουριά κ.λπ.) για να ταγίσω τα ζώα μου

φυντάνι

Φ(υ)ντάν(ι) /τὸ/ (φυτόν, φυτάνη, Τ. φιdὰν) = νεαρὰ κηπόφυτα ἐκ σπορᾶς πρὸς ἀραιὰν μεταφύτευσιν.

φυό (το)

το πολύ τσουχτερό κρύο. «Αυτό δεν είναι αγριοκαίρι, είναι φυό, παιδί μου» καταστροφή στις καλλιέργειες λόγω κακοκαιρίας ή ασθενειών. «Καταστράφηκαν τ΄ αμπέλια , λες κι έπεσε φυό». Κατάρα: «Να σε πάρ΄ το φυό».

φυράω ή φυραίνω

γίνομαι ελαφρότερος, χάνω βάρος, έχω φύρα – «εφύρασαν τα ανοίγματα» και «εφύρασαν τα μυαλά του». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φ(υ)ράω (Ἰ. furare) = ἐλαφρύνομαι, ἀνακουφίζομαι, χαλαροῦμαι. Φ(υ)ραίνω (Ἰ. furare) = ἀπομειοῦμαι, ὑφίσταμαι ἀφαίρεσιν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φυρὶ-φυρὶ

Φ(υ)ρὶ-φ(υ)ρὶ (θυρὶ-θυρὶ) = ἐπιμόνως, ἀνενδότως, ὀχληρῶς, προκλητικῶς.

φυρὸς -ὴ -ὸ

Φ(υ)ρὸς -ὴ -ὸ (Ἰ. furare, furo) = ἐλλιπής, οὐχὶ ἐφαρμοστός, χαλαρός, ἡμιάνοικτος.

φυσερό (το)

συσκευή για το τειάφισμα φυσητή συσκευή για τα καμίνια των χάβρων (=σιδηρουργών). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φ(υ)σερὸ /τὸ/ (φυσάω) = ἐργαλεῖον θειώσεως τῶν ἀμπέλων συνεκπέμπον ἀέρα, φυσητικὸν ὄργανον διὰ τὴν πυρὰν τοῦ σιδηρουργοῦ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φύση (η)

το ανδρικό μόριο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φύσ(ι) /ἡ/ (φύσις, Ἰ. fiso, fuso) = τὸ γεννητικὸν μόριον τοῦ ἄρρενος, τὸ ἀνδρικὸν πέος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φυσομανάω

φυσάει μανιωδώς ο αγέρας έκφραση υπερβολικά θυμωμένου ανθρώπου αναπνέω με δυσκολία, ασθμαίνομαι Φυσομάνημα – φυσομανητό Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φ(υ)σομανάω (φυσάω-μαίνομαι, μανία, μένος) = ἀσθμαίνω, πνευστιῶ, λαχανιάζω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φυσοῦνι

Φ(υ)σοῦν(ι) /τὸ/ (φυσάω) = καλάμινος αὐλὸς μὲ μικροτέραν ὀπὴν (ἐπὶ κόμβου) κατὰ τὸ ἔξω ἄκρον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται τὸ ἄναμμα τῆς πυρᾶς δι’ ἐμφυσήσεως ἀνθράκων, ἰσχυρὸς ἄνεμος.

φύτρος

Φύτρος /ὁ/ (φύω) = νεόβλαστον, μόλις προβάλλον βλάστημα.

φώλι (το)

το αυγό που το αφήνομαι μέσα στη φωλιά ή και το ομοίωμά του, για να παραπλανάει τις κότες και να πηγαίνουν στη φωλιά να γεννήσουν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φῶλ(ι) /τὸ/ (φωλεὰ) = τὸ προσφώλαιον ᾠόν, τὸ αὐτὸ ποὺ ἀφίνομεν μόνιμον εἰς τὴν φωλεάν. Τα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

φωτερό (το)

το φως, το φανάρι. Τα φωτερά του αυτοκινήτου Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φωτερὸ /τὸ/ (φῶς, φωτίζω) = τὸ φῶς, τὸ φωτίζον, τὸ μακρόθεν ὁρώμενον φωτεινὸν πρᾶγμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

φωτίκι (το)

τα ρουχαλάκια του προσκομίζει ο νονός στο νεοβάπτιστο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Φωτίκ(ι) /τὸ/ (φῶς, φωτικὸν) = ἕκαστον τῶν κατὰ τὸ βάπτισμα δωρουμένων ὑπὸ τοῦ ἀναδόχου εἰς τὸν νεοφώτιστον ἐνδυμάτων. «τὰ φωτίκια». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν είναι φυσικά λευκαδίτικη (και καρσάνικη επομένως) η . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!