Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ε

εμφήλιο[ς] (η)

η υφήλιος. «Εγύρ΄σα όλη την εμφήλιο να βρω αυτό το είδος» – » όλη η εμφήλιο υποφέρει σήμερα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐμφήλιο /ἡ/ = ἡ ὑφήλιος, ἡ ὑδρόγειος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εμφύτευση (η)

κατά τον Ιδιωτικό Κώδικα εμφύτευση είναι μακροχρόνια μίσθωση ξένης περιουσίας με το δικαίωμα της φύτευσης. Δηλ.: όποιος ήθελε έδινε μιαν ακαλλιέργητη έκταση γης σε κάποιον με τον όρο να την καλλιεργήσει. Η σύμβαση επισφραγιζόταν με συμβόλαιο. Τα δέντρα ή τα κλήματα ανήκουν στον μισθωτή και η γη στο νοικοκύρη.

έντεσα (ντέζω)

«πιάστηκε από κάπου το σακάκι μου και σκίστηκε» – «Έντεσα σε μια πρόγκα». Μεταφορικά = έμπλεξα με κακές παρέες, γενικά … Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔντεσα (ἐν-δέω) = ἠγγιστρώθην ἐκ τοῦ ἐνδύματος, ἐνεπλάκην, προσέκοψα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἔντεσα = ἀγκυστρώθηκα, ἔντεσα στά βάτα (ἀγκυστρώθηκα . . . Περισσότερα

έντογια (έτο)

νάτο δα, είναι μπροστά μας. φράση: «Έντογια λοιπόν, καλά σου το ΄λεγα εγώ» και απλούστερος τύπος: έτο = νάτο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐντογιά = κάτι πού προφέροντας τή λέξη, δείχνουμε μέ τό χέρι, ἐντογιά, (νάτο, δέστο). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

έντονε -ηνε, -να ή έντοσε -ντηνε

νάτος – νάτη ή νάτονε – νάτηνε Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔντονε -ηνε -ονε β.λ. ἔντοσε -ηνε -ογια. Ἔντοσε -ηνε -ογια (αἵ, αἶ-τός, ὅς, ἥ, τό, Σ. -ἔτο) = ἰδοὺ αὐτός, ἰδοὺ αὕτη, ἰδοὺ τοῦτο, νάτος, νάτη, νάτο. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης βλ. ἔντος ἔντις, ἔντο, . . . Περισσότερα

εντουκα(τ)σιόν (η)

αγωγή, ανατροφή, καλός τρόπος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐντουκατσιὸν /ἡ/ (Ἰ. educazione) = ἀγωγή, ἀνατροφή, μόρφωσις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εντράδα (η)

το εισόδημα, η σοδειά, η είσπραξη. Μεταφορικά: φαγητό από λαχανικά και κρέας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐντράδα /ἡ/ ἀρχ. (Ἰ. entrata) = πρόσοδος, εἰσόδημα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

έντωσα

ανακουφίστηκα, ηρέμησα, ησύχασα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔντωσα (ἐνδίδω, «ντόζω») = ἐνέδωσα, ἀνεκουφίσθην, ἀπηλλάγην δεσμῶν, κόπου ἢ κακουχίας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἔντωσα = ξαλάφτωσα, ἀνακουφίστηκα, ἔντωσα ἀπ᾿ τή δουλειά (ξέντωσα ἀπ᾿ τή δουλειά). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ἐξὸν

Ἐξὸν (Ἐξόν, ἔξω ὧν, ἔξω ἂν) = ἐκτός, ἐκτὸς ἂν, πλήν, πλὴν ἄν.

εξπήριος -α – ο

δραστήριος, έξυπνος, επιτήδειος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐξπήριος -α -ο (Γλ. expert) = ἔμπειρος, ἐπιτήδειος, ἀξιοθαύμαστος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Εξπίριο. Αυτό το παιδί, λέει η μάνα (συνήθως) είναι εξπίριο, πανέξυπνο δηλαδή. Σωστά Ο Λάζαρης συνδέει με το γαλλικό expert. Και στα αγγλικά η πείρα, . . . Περισσότερα

ἐπέρυσι

Ἐπέρυσι § πέρυσι. Σημ. Ἡ πρόσληψις τοῦ ε ἐγένετο κατὰ τὰ ἀρχ. ἐείκοσι, ἐρωδιός, ἀντὶ εἴκοσι, ῥωδός, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα δημοτικὰ ἐσήμερα, ἐψές, ἐχτές, ἐτοῦτος κτλ. Ὁ Βυζ. παραλ. τὸν τύπον τοῦτον.

επολληώρα

Επολληώρα ή απολληώρα: (χρον. επίρ.) = πριν από πολλή ώρα, (ου πολλήν ώραν), ενωρίτερα.

επροψές (επίρρ)

το προχθεσινό βράδυ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐπροψὲ(ς) /ἐπίρ./ (πρὸ-ὀψὲ) = προχθὲς ἀργά, προχθὲς βράδυ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἔρ(ρ)ιζα

Ἔρ(ρ)ιζα /ἐπίρ./ (ἐν-ῥίζα) = παρὰ τὴν ῥίζαν, παρὰ τὴν βάσιν, σύρριζα. (ἔρριζα)

έρες-περτέρες

«επαραγγείλανε έρες-περτέρες να πάει αμέσως» – «εστείλανε και τον επήρανε έρες-περτέρες», δηλ. τον καλέσανε να έρθει εσπευσμένα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης   Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

έρμπα

«Ε πάρε κόντρα έρμπα μπιστόρντα, αγγελικά, τεμίτιλα. Αυτά τα 4 είδη είναι βότανα της γης». (από λαϊκό γιατροσόφι, κώδικας Θανάσης Κατωπόδης, συνταγή ρπά).

έρτα (η)

οι πελεκητές πέτρες που τοποθετούν στις γωνιές νεόκτιστου οικήματος. Από τέτοιες πέτρες χτίζονται και ορθοστάτες στις πόρτες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔρτα /ἡ/ (εἴρω) = ἕκαστος τῶν λαξευτῶν γωνιολίθων ἐξ ὧν κτίζονται οἱ ὀρθοστάται τῶν πυλῶν καὶ τῶν θυρῶν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἔρτα (ἡ): . . . Περισσότερα

ἔσβος

Ἔσβος /ὁ/ = τὸ ἀγριμαῖον τρόχος, ἀσβός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἔσβος § ζῶον ὑπὸ γῆν διαιτώμενον. Σημ. Ἡ μέλις τῶν ἀρχαίων. Ὁ Βυζ. καὶ ὁ Αἰνιὰν γρ. Ἄσβος (Ἀθην. σ. 14). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

εστραορδινάριος (ο)

τιμητικός τίτλος του Ανώτερου Διοικητή κάθε νησιού της Επτανήσου στην εποχή της Ενετοκρατίας, που λεγόταν Προνοητής ή Προβλεπτής. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐστραορδινάριος -α -ο /ἀρχ./ (Ἰ. straordinario) = ἔκτακτος, ἀνώτερος, ἐπίσημος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἔστρο

Ἔστρο /τὸ/ (οἶστρος, Ἰ. estro) = ἔμπνευσις, ἐνθουσιασμός, ἰδιοτροπία, ἐρεθισμός, ἐπιθυμία, παραφορά.

ἐτλό(γ)ου σου, του, μου

Ἐτλό(γ)ου σου, του, μου = Ὦ τῆς ἐλλογιμότητος (προσαγόρευσις εὐλαβὴς ἢ εἰρωνική). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    «Του λόγου σου», αντί «εσύ». Έκφραση σεβασμού προς γεροντότερο. Και ελόγου σου. Ο Κοντομλιχης έχει την παραλλαγή «ετ΄λόγ΄σου» ενώ ο Λάζαρης «ετλό(γ)ου σου, του, μου) προσαγόρευσις … Η «προσαγορευτική» (προσφωνητική) φράση είναι: . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!