Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ε

έγε δ΄ έτσι (επίρρ.)

Φράση που σημαίνει, μόλις, με το παραμικρό, με ελάχιστη προσπάθεια. «Έγε δ΄ έτσι του έκαμα κι έπεσε» «Πώς είναι ο άρρωστός μας;» , Απάντηση: ‘Έγε δ΄΄ έτσ΄ είναι.» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔγε δ’ ἔτσι β.λ. ἔδε. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Εδε-(γ)έτσ(ι). Αυτό το . . . Περισσότερα

έγκαψη (η)

επιθυμία, πρόθεση, πόθος. «Τι μπα κι έχω έγκαψη;» – «Δεν έχω έγκαψη να τόνε γιδώ». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔγκαψι /ἡ/ (ἐν-καίω, καῦσις) = διακαὴς πόθος, σφοδρὰ ἐπιθυμία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Σφοδρή επιθυμία για κάτι. Από την πρόθεση εν και το ρήμα καίω. . . . Περισσότερα

έγκλειση (η) και ἔγκληση

πλατύ μεμβρανώδες ξίγκι που συνδέει τα έντερα των σφαγίων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔγκλ(ει)ση /ἡ/ (ἐν-κλείω) = ὁ μεμβρανολιπώδης σύνδεσμος τῶν ἐντερικῶν ἑλίκων τῶν σφαγίων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἔγκληση = τό φαγώσιμο ἀδενῶδες μέρος πού περιβάλει τά ἐντόσθια τῶν σφαγίων. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας . . . Περισσότερα

ἐγκολέθ(η)κε

Ἐγκολέθ(η)κε (ἐν-ἐκολλήθη) = κατέλαβέ τινα δυσμενὴς κατάστασις διαρκείας, κατατρύχει τινὰ ἐπίμονος δυσμένεια. «ξέρω κι’ ἐγὼ τὶ τὸν ἐγκολέθκε κι’ ἔχει τόσον καιρὸ ἄρρωστος».

εγκρεμής -ής -ές

εκτεθειμένος, στα χαμένα, χωρίς λύση, η υπό συζήτηση ή διαπραγμάτευση υπόθεση. – «Η δουλειά είναι εγκρεμής ακόμα» – «Τα άφησε όλα εγκρεμή κι έφυγε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐγκρεμὴς /ὁ, ἡ, τὸ/ = ἀνέκβατος, ἐξηρτημένος, ἐκκρεμής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εγκρεμός (ο)

γκρεμός, απότομη κατηφοριά. Δημοτικό τραγούδι: «Μηλιά μ΄ που ΄σαι στον εγκρεμό τα μήλα φορτωμένη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐγκρεμὸς /ὁ/ = κρημνός, ἀπότομος κατωφέρεια, βάραθρον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εδαφονομή (η)

η παραχώρηση κτήματος για καλλιέργεια έναντι ετήσιου μισθώματος (Ιδιωτικός Κώδικας)

έδε (επίρρ.)

δεν πηγαίνει μόνη της η λέξη, πάντα προσδιορίζει ή συμπληρώνει την έννοια μιας άλλης: «εδεδώ» -«έδεκεί» – «εδαυτού». Προσδιορισμός τόπου: εδώ ακριβώς εκεί ακριβώς – «έδε τόσο»= τόσο δα, «εδεπά»=εδώ που είμαστε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔδε (ᾦδε), συναντᾶται σύνθετον εἰς τοὺς τύπους: ἔδ’ ἀπάνου, ἔδε . . . Περισσότερα

είδος – ειδίσματα (πληθ.)

τα είδη, τα υπάρχοντα του σπιτιού, του ατόμου. «Έχασα το είδος μου» – «Ετακτοποίησα τα ειδίσματά μου». Παροιμία: «Χάνει κανείς το είδος του, χάνει και την ψυχή του» = Όταν δεν ξέρομε ποιος μας έκλεψε ένα είδος και υποψιαζόμαστε κάποιον, χωρίς βεβαιότητα.

εινόρατα (τα)

είνορο στη δημοτική (και στο χωριό) είναι αντί της λέξεως όνειρο. Τα λέγανε έτσι παλιά τα όνειρα. Το δημ, τραγούδι λέει: «Μαλλάμο, τα εινόρατα (κατά τα ονείρατα)  / ΄ς το νου σου μην τα βάνης, /  τα είνορα είναι ψέμματα / και μην τα συλλογιέσαι» (Π. Αραβαντινού, Ηπειρώτ. Τραγ. σ. . . . Περισσότερα

εκειός -είνη -ειό

εκείνος -η -ο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐκειὸς -είνη -ειὸ (ἐκεῖ-ός, ἑκεῖ-ἥ, ἐκεῖ-ὅ) = ἐκεῖνος -η -ο. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Η δεικτική αντωνυμία, εκείνος – η – ο με ιδιωματικό πληθυντικό «εκειά» (εκείνα) και το γνωστό ιδιωματικό «εκειός εκεί». Παρεμφερές και το μεσαιωνικό . . . Περισσότερα

έκοψε (του κόβω)

Ο αόριστος χρησιμοποιείται με τις εξής σημασίες: «Έκοψε το αυγό» της σούπας, ‘έκοψε το κρασί» = ξίνισε, «έκοψε το γάλα» = χάλασε, ξίνισε. «Έκοψε το μουλάρι» = έκοψε το σκοινί του κι έφυγε. Έκοψε δρόμο κ.α. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔκοψε (κόπτω, «κόβω»). λέγεται πρὸς δήλωσιν . . . Περισσότερα

ελετζιόνε (η)

ελευθερία εκλογής και σκοπού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐλετζιόν(ε) /ἡ/ ἀρχ. (Ἰ. elezione) = ἐκλογή, προορισμός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἕλισο

Ἕλισο /ἡ/ = ἅλυσις, ἁλυσσίδα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    ‘Ελ(υ)σο (η). Την παίζαμε παλιά τυλίγοντάς την με νάζι και πόζα στο δείκτη του χεριού μας. κατέληγε σ΄ ένα κρίκο, που μπορούσε κανείς να κρεμάσει τα κλειδιά του. Μεσαιωνικά, αλυσίδα – αλυσίδιν και μεταγενέστερα αλυσίδιον ή αλύσιον, υποκοριστικό του . . . Περισσότερα

ελλέβορος (ο)

το φυτό αγκλέορας. «Ο ελλέβορος λέγεται και σκάρφη και είναι βοτάνι βασιλικόν. Έπαρε την ρίζαν του ελλεβόρου και βάλε μέσα εις το πονεμένο και κουφό αυτί και την αλλάζεις ταχύ και βράδυ και υγιαίνει. (Λαϊκή Ιατρική της Λευκάδας, σελ 128).

ελόγου σου

ή του λόγου σου ή ετουλόγου σου (απαντά και στα τρία πρόσωπα – ενικού, πληθυντικού – ένδειξη αβροφροσύνης ή και ειρωνείας). «Ετουλόγου σου επήγες στη Χώρα σήμερα;», δηλ. εσείς πήγατε στη Χώρα σήμερα; «Ελόου μου, δεν πήγα» Πάνος Ροντογιάννης, Απολογία Σωκράτους (μεταγλώττιση) κεφ. 1: «θα ομολογούσα, βέβαια, πως είμαι ρήτορας, . . . Περισσότερα

έμπ΄ρος (ο)

ο έμπειρος, ο δραστήριος. (έμπρος) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔμπρος -α -ο (ἐμπερής, ἔμπειρος) = ζωηρός, εὐκίνητος, δραστήριος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εμπατή (η)

είσοδος, πέρασμα -εμπατή του λιμανιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐμπατὴ /ἡ/ (ἐμβαίνω) = πόρος, εἴσοδος μάνδρας ἢ περιφράγματος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἐμπατή (ἡ): εἴσοδος. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

έμπος (ο)

ξαφνική θύελλα, καταρρακτώδης βροχή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔμπος /ὁ/ (Ἰ. nembo) = αἰφνιδία λαῖλαψ, βαρεῖα νέφωσις ἑλαυνομένη ὑπὸ θυέλλης, προσεγγίζουσα καταρρακτώδη βροχή. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἔμπος (ὁ): αἰφνίδια λαίλαπα, θύελλα, (ΙΤ. nebbia). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

εμφήλιο[ς] (η)

η υφήλιος. «Εγύρ΄σα όλη την εμφήλιο να βρω αυτό το είδος» – » όλη η εμφήλιο υποφέρει σήμερα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐμφήλιο /ἡ/ = ἡ ὑφήλιος, ἡ ὑδρόγειος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εμφύτευση (η)

κατά τον Ιδιωτικό Κώδικα εμφύτευση είναι μακροχρόνια μίσθωση ξένης περιουσίας με το δικαίωμα της φύτευσης. Δηλ.: όποιος ήθελε έδινε μιαν ακαλλιέργητη έκταση γης σε κάποιον με τον όρο να την καλλιεργήσει. Η σύμβαση επισφραγιζόταν με συμβόλαιο. Τα δέντρα ή τα κλήματα ανήκουν στον μισθωτή και η γη στο νοικοκύρη.

έντεσα (ντέζω)

«πιάστηκε από κάπου το σακάκι μου και σκίστηκε» – «Έντεσα σε μια πρόγκα». Μεταφορικά = έμπλεξα με κακές παρέες, γενικά … Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔντεσα (ἐν-δέω) = ἠγγιστρώθην ἐκ τοῦ ἐνδύματος, ἐνεπλάκην, προσέκοψα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἔντεσα = ἀγκυστρώθηκα, ἔντεσα στά βάτα (ἀγκυστρώθηκα . . . Περισσότερα

έντογια (έτο)

νάτο δα, είναι μπροστά μας. φράση: «Έντογια λοιπόν, καλά σου το ΄λεγα εγώ» και απλούστερος τύπος: έτο = νάτο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐντογιά = κάτι πού προφέροντας τή λέξη, δείχνουμε μέ τό χέρι, ἐντογιά, (νάτο, δέστο). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

έντονε -ηνε, -να ή έντοσε -ντηνε

νάτος – νάτη ή νάτονε – νάτηνε Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔντονε -ηνε -ονε β.λ. ἔντοσε -ηνε -ογια. Ἔντοσε -ηνε -ογια (αἵ, αἶ-τός, ὅς, ἥ, τό, Σ. -ἔτο) = ἰδοὺ αὐτός, ἰδοὺ αὕτη, ἰδοὺ τοῦτο, νάτος, νάτη, νάτο. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εντουκα(τ)σιόν (η)

αγωγή, ανατροφή, καλός τρόπος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐντουκατσιὸν /ἡ/ (Ἰ. educazione) = ἀγωγή, ἀνατροφή, μόρφωσις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εντράδα (η)

το εισόδημα, η σοδειά, η είσπραξη. Μεταφορικά: φαγητό από λαχανικά και κρέας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐντράδα /ἡ/ ἀρχ. (Ἰ. entrata) = πρόσοδος, εἰσόδημα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!