Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ε

ε (επίρρ.)

να, ιδού. – Ε, ο Γιάννης ήρθε. Ε, η θάλασσα. – Ε, καημένε; Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔ, ἐπίρ. δεικτ. Π. ἔ᾿ ὁ ἄνθρωπος, ᾿ποῦ ζητᾷς = ἰδὲ ὃ αἰτεῖς ἄνθρωπον. Κι᾿ ὁ χάρος ἒ ᾿ποῦ ᾿πλάκωσε ᾿ς τοὺς κάμπους καββαλάρης (ᾆσμ. 27). Ἐπὶ τῆς αὐτῆς σημασίας . . . Περισσότερα

έγε δ΄ έτσι (επίρρ.)

Φράση που σημαίνει, μόλις, με το παραμικρό, με ελάχιστη προσπάθεια. «Έγε δ΄ έτσι του έκαμα κι έπεσε» «Πώς είναι ο άρρωστός μας;» , Απάντηση: ‘Έγε δ΄΄ έτσ΄ είναι.» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔγε δ’ ἔτσι β.λ. ἔδε. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Εδε-(γ)έτσ(ι). Αυτό το . . . Περισσότερα

ἐγεδέτοι καί ἐδεδέτοι

’Εγεδέτοι καὶ ἐδέδετοι, ἐπίρ. δεικτ. τρόπον. § οὕτω πως. Π. τὸν ἐβάρεσα ἐδεδέτοι οὕτω πως, § οὕτως, ὅπως ὁ ἄρρωστος εἶνε ἐγεδέτοι οὕτως εἶεν, ὅπως ἦτον. Σημ. Τὸ μόρ. τοῦτο συντίθεται ἐκ τῶν δεικτ. ἐγ᾿, ἐδ᾿ (ἅπερ ἰδὲ) καὶ τοῦ τροπικοῦ ἔτσι (πρβλ. Φιλίς. Α΄. 287). Ὁ Βυζ. παραλ. τὴν . . . Περισσότερα

έγκαψη (η)

επιθυμία, πρόθεση, πόθος. «Τι μπα κι έχω έγκαψη;» – «Δεν έχω έγκαψη να τόνε γιδώ». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔγκαψι /ἡ/ (ἐν-καίω, καῦσις) = διακαὴς πόθος, σφοδρὰ ἐπιθυμία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Σφοδρή επιθυμία για κάτι. Από την πρόθεση εν και το ρήμα καίω. . . . Περισσότερα

έγκλειση (η) και ἔγκληση

πλατύ μεμβρανώδες ξίγκι που συνδέει τα έντερα των σφαγίων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔγκλ(ει)ση /ἡ/ (ἐν-κλείω) = ὁ μεμβρανολιπώδης σύνδεσμος τῶν ἐντερικῶν ἑλίκων τῶν σφαγίων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἔγκληση = τό φαγώσιμο ἀδενῶδες μέρος πού περιβάλει τά ἐντόσθια τῶν σφαγίων. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας . . . Περισσότερα

ἐγκολέθ(η)κε

Ἐγκολέθ(η)κε (ἐν-ἐκολλήθη) = κατέλαβέ τινα δυσμενὴς κατάστασις διαρκείας, κατατρύχει τινὰ ἐπίμονος δυσμένεια. «ξέρω κι’ ἐγὼ τὶ τὸν ἐγκολέθκε κι’ ἔχει τόσον καιρὸ ἄρρωστος».

εγκρεμής -ής -ές

εκτεθειμένος, στα χαμένα, χωρίς λύση, η υπό συζήτηση ή διαπραγμάτευση υπόθεση. – «Η δουλειά είναι εγκρεμής ακόμα» – «Τα άφησε όλα εγκρεμή κι έφυγε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐγκρεμὴς /ὁ, ἡ, τὸ/ = ἀνέκβατος, ἐξηρτημένος, ἐκκρεμής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

εγκρεμός (ο)

γκρεμός, απότομη κατηφοριά. Δημοτικό τραγούδι: «Μηλιά μ΄ που ΄σαι στον εγκρεμό τα μήλα φορτωμένη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐγκρεμὸς /ὁ/ = κρημνός, ἀπότομος κατωφέρεια, βάραθρον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἔγνοια

Ἔγνοια § φροντίς, μέριμνα. ΚΝ. Σημ. Ὁ Βυζ. γρ. ἔννοια. Ἡ τροπὴ τοῦ ν εἰς γ πρὸ ἑτέρου ν φαίνεται ὅτι εἶναι λείψανον τῆς Αἰολικῆς διαλέκτου, διασωθὲν ἐν πολλοῖς μὲν εἰς τὴν Λατινίδα φωνήν, ὡς εἶνε τὰ cognomen, cognosco, cognobilis, κτλ. ἀντὶ con-nomen, con-nosco, con-nobilis, ἐν ὀλίγοις δὲ καὶ παρὰ . . . Περισσότερα

εδαφονομή (η)

η παραχώρηση κτήματος για καλλιέργεια έναντι ετήσιου μισθώματος (Ιδιωτικός Κώδικας)

έδε (επίρρ.)

δεν πηγαίνει μόνη της η λέξη, πάντα προσδιορίζει ή συμπληρώνει την έννοια μιας άλλης: «εδεδώ» -«έδεκεί» – «εδαυτού». Προσδιορισμός τόπου: εδώ ακριβώς εκεί ακριβώς – «έδε τόσο»= τόσο δα, «εδεπά»=εδώ που είμαστε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔδε (ᾦδε), συναντᾶται σύνθετον εἰς τοὺς τύπους: ἔδ’ ἀπάνου, ἔδε . . . Περισσότερα

εδεκεί

Εδεκεί: για έμφαση στο εκεί, όπως και το εδεδώ, για έμφαση στο εδώ, (αρχ. ηδέ +…). βλ. εδέ

ειδίσματα

(πάντα στον πληθυντικό): είδη ατοικά ή οικικακής και εξωοικιακής χρήσης

είδος – ειδίσματα (πληθ.)

τα είδη, τα υπάρχοντα του σπιτιού, του ατόμου. «Έχασα το είδος μου» – «Ετακτοποίησα τα ειδίσματά μου». Παροιμία: «Χάνει κανείς το είδος του, χάνει και την ψυχή του» = Όταν δεν ξέρομε ποιος μας έκλεψε ένα είδος και υποψιαζόμαστε κάποιον, χωρίς βεβαιότητα.

εινόρατα (τα)

είνορο στη δημοτική (και στο χωριό) είναι αντί της λέξεως όνειρο. Τα λέγανε έτσι παλιά τα όνειρα. Το δημ, τραγούδι λέει: «Μαλλάμο, τα εινόρατα (κατά τα ονείρατα)  / ΄ς το νου σου μην τα βάνης, /  τα είνορα είναι ψέμματα / και μην τα συλλογιέσαι» (Π. Αραβαντινού, Ηπειρώτ. Τραγ. σ. . . . Περισσότερα

εἰσὲ

Εἰσὲ § εἰς Π. ἤρτανε εἰσὲ κακὰ μέτρα. Σημ. ἰδ. ΄σε .

εκειός -είνη -ειό

εκείνος -η -ο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐκειὸς -είνη -ειὸ (ἐκεῖ-ός, ἑκεῖ-ἥ, ἐκεῖ-ὅ) = ἐκεῖνος -η -ο. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Η δεικτική αντωνυμία, εκείνος – η – ο με ιδιωματικό πληθυντικό «εκειά» (εκείνα) και το γνωστό ιδιωματικό «εκειός εκεί». Παρεμφερές και το μεσαιωνικό . . . Περισσότερα

έκοψε (του κόβω)

Ο αόριστος χρησιμοποιείται με τις εξής σημασίες: «Έκοψε το αυγό» της σούπας, ‘έκοψε το κρασί» = ξίνισε, «έκοψε το γάλα» = χάλασε, ξίνισε. «Έκοψε το μουλάρι» = έκοψε το σκοινί του κι έφυγε. Έκοψε δρόμο κ.α. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔκοψε (κόπτω, «κόβω»). λέγεται πρὸς δήλωσιν . . . Περισσότερα

ἔλα, ἐλάτε

Ἔλα, ἐλάτε, § ἐλθέ, ἔλθετε. ΚΝ. Σημ. Ἐγένετο ἐκ τοῦ ἐλθέ, ἔλθετε, τροπῇ τοῦ ε εἰς α (Συλλ. 1) καὶ ἀφαιρέσει τοῦ θ κατὰ τὰ Δωρικὰ ἐσλὸς ἀντὶ ἐσλθός. Ἔλα § ἐλθέ. Π. ἔλα ᾿ς τὸ σπίτι. § ἄγε· ἔλα νὰ πᾶμε = ἄγε ἴωμεν. § φέρε· ἔλα νὰ ἰδοῦμε . . . Περισσότερα

ελετζιόνε (η)

ελευθερία εκλογής και σκοπού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐλετζιόν(ε) /ἡ/ ἀρχ. (Ἰ. elezione) = ἐκλογή, προορισμός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης βλ. και ελετζέρω

ἕλισο

Ἕλισο /ἡ/ = ἅλυσις, ἁλυσσίδα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    ‘Ελ(υ)σο (η). Την παίζαμε παλιά τυλίγοντάς την με νάζι και πόζα στο δείκτη του χεριού μας. κατέληγε σ΄ ένα κρίκο, που μπορούσε κανείς να κρεμάσει τα κλειδιά του. Μεσαιωνικά, αλυσίδα – αλυσίδιν και μεταγενέστερα αλυσίδιον ή αλύσιον, υποκοριστικό του . . . Περισσότερα

ελλέβορος (ο)

το φυτό αγκλέορας. «Ο ελλέβορος λέγεται και σκάρφη και είναι βοτάνι βασιλικόν. Έπαρε την ρίζαν του ελλεβόρου και βάλε μέσα εις το πονεμένο και κουφό αυτί και την αλλάζεις ταχύ και βράδυ και υγιαίνει. (Λαϊκή Ιατρική της Λευκάδας, σελ 128).

ελόγου σου

ή του λόγου σου ή ετουλόγου σου (απαντά και στα τρία πρόσωπα – ενικού, πληθυντικού – ένδειξη αβροφροσύνης ή και ειρωνείας). «Ετουλόγου σου επήγες στη Χώρα σήμερα;», δηλ. εσείς πήγατε στη Χώρα σήμερα; «Ελόου μου, δεν πήγα» Πάνος Ροντογιάννης, Απολογία Σωκράτους (μεταγλώττιση) κεφ. 1: «θα ομολογούσα, βέβαια, πως είμαι ρήτορας, . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!