Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Δ

δραγάτης

Δραγάτης /ὁ/ (Ἀλ. Β. drega, δράσσω; ἄνδρα ἄγω;) = ὁ συλλαμβάνων παρανόμως βόσκοντα ζῷα ἢ ἀγροκλέπτας ἀγροφύλαξ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Δραγάτης = ἀγροφύλαξ. ΚΝ. Σημ. Ἐν Τσακονίᾳ λέγεται δεργάτης (ἴδε δραγάτα). Κακῶς δὲ ὁ Δάρβαρης παράγει τὴν λέξιν ἐκ τοῦ ἐργάτης (Γραμμ. σ. 410). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

δραγκ(ου)λιάζω

Δραγκ(ου)λιάζω (Ἰ. tracollare) = ἡ αὐτόματος θλαστικὴ περιπλοκὴ σχοινίου, νήματος, σύρματος κ.τ.ὁ. (τσάκισμα), βερίνα. δραγκουλιάζω / δραγκλιάζω

δραγκαρέλα (η)

σύνεργο ψαρικής για χταπόδια, αποτελούμενο από 3-4 αγκίστρια ενωμένα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δραγκαρέλα /ἡ/ (Ἰ. tranare-ellare) = δέσμη 3-4 ἀγκίστρων διὰ τῆς ὁποίας ἁλιεύονται οἱ ὀκτάποδες. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δράγκωμα

Δράγκωμα, § κεντραύρωμα, ἡ ἐκ πόνου ἀκινησία μέλους τινὸς τοῦ σώματος. Ἐκ τούτου καὶ ῥ. δραγκόνομαι. Σημ. Ἐκ τοῦ δράξ, ὡσανεὶ δρασσόμενον ὑπὸ τοῦ πόνου τὸ μέλος ἐκεῖνο καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀκινητοῦν.

δράκοντας

Δράκοντας /ὁ/ (δράκων) = μυθικὸν (ὑπερφυσικὸν) τέρας σχεδὸν ἀπαραίτητον εἰς τὰ λαϊκὰ παραμύθια.

δρακοντιά (η)

βότανο ιαματικό με βολβώδεις πικρές ρίζες. Λέγεται και φιδόχορτο. «Εις σπασμόν ανθρώπου. Ρίζα δρακοντιάς με μέλι ή με άλλον γλυκόν, επειδή γείνει πολύ πικρό, και ας τρώγει πολλές μέρες και γαίνει. (από παλιό γιατροσόφι). Άγγελος Σικελιανός, Αλαφροΐσκιωτος, στ. 1096 (η αδερφή): «Κι εσύ τη δρακοντιάν εβύζαξες, …». Λεξικό του Λευκαδίτικου . . . Περισσότερα

δράκος (ο)

το μωρό (το αρσενικό) ως τη βάφτιση του το ΄λεγαν δράκο, ευχή να γίνει δυνατός σα δράκος. Δράκος για το λαό είναι ον με υπεράνθρωπες δυνάμεις του κακού. Ο θηλυκός δράκος – δράκαινα – Λάμια, τέρας που φωλιάζει στους βράχους. Το αβάπτιστο κορίτσι το ΄λεγαν κοτσόρω. Στο αβάπτιστο σερνικό έδιναν . . . Περισσότερα

δράμι

Δράμι /τὸ/ (Τ. ντρὰμ) = τὸ 1/400 τῆς ὀκᾶς, τὸ εἰδικὸν μέτρον χωρητικότητος δι’ οὗ γεμίζονται τὰ ἐμπροσθογεμῆ ὅπλα ἢ τὰ φυσίγγια τῶν ὀπισθογεμῶν.

δραμιάρα

Δραμιάρα /ἡ/ (Τ. ντρὰμ) = μολύβδινον βλῆμα κυνηγετικοῦ ὅπλου προοριζόμενον διὰ θηρία (ἀγριοχοίρους, λύκους κ.τ.τ.).

δράμω

Δράμω (τρέχω, δραμοῦμαι) = τρέχω, προστρέχω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Δράμω = προστρέχω, θά δράμω (θά προστρέξω νά βοηθήσω). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

δρασκελίζω καὶ ἀδρασκελίζω

Δρασκελίζω καὶ ἀδρασκελίζω, § ἀνοίγω τὰ σκέλη καὶ διαβαίνω ἄνωθέν τινος (προσώπου). ΚΝ. Σημ. Πιθανώτερον ἐκ τοῦ ἀδρασκελίζω, ἢ ἐκ τοῦ διασκελίζω (Σύλλ. 1. 37).

Δρίμες

οι 3, και κατ΄ άλλους οι  6 πρώτες μέρες του Μαρτιού ή του Αυγούστου κατά τις οποίες τριγυρνούν δαιμονικά και καταστρέφουν ρούχα, ξύλα κι ό,τι άλλο βρουν μπροστά τους. Τις μέρες αυτές, κατά τη λαϊκή παράδοση – δεν κάνει να πλένουν οι γυναίκες, γιατί τότε τα ρούχα διαλύονται – τα . . . Περισσότερα

δριμόνι (το)

είδος κόσκινου με πυθμένα από λάτα (=λευκοσίδερο) ή τσίγκο ή και από δέρμα, με τρύπες κατά διαστήματα. Με το δριμόνι κοσκινίζουν κυρίως τα όσπρια και τις σταφίδες. Το χρησιμοποιούσαν όμως και στο αλώνισμα – τώρα δεν αλωνίζουν πια. Μέσα σ΄ αυτό έτριβαν με τις παλάμες τους τα στάχυα που ξέμεναν . . . Περισσότερα

Δριμόχολο (το)

ξαφνικός ΒΔ άνεμος. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος Γ΄: «Δριμόχολο, τρομάρα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δριμόχολο /τὸ/ (δριμὺς-χόλος) = Βορειοδυτικὸς αἰφνίδιος ἄνεμος κατὰ τὸν χειμῶνα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δριμόχολος (ὁ)

αἰφνίδιος, ὁρμητικώτατος βορειοανατολικός ἄνεμος, (ΑΡΧ. δριμύς – χόλος). Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διᾶκο, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1907.

δρόγκος (ο)

ψάρι όμοιο με χέλι Ο δρόγκος λέγεται και μουγκρί. Ζει σε σπηλαιώδη μέρη του βυθού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δρόγκος /ὁ/ (Ἰ. grongo) = γόγγος ἢ μόγκρος, μουγκρί, ἰχθῦς ὅμοιος πρὸς ἔγχελυν διαιτώμενος εἰς ὀπὰς σπηλαιωδῶν βυθῶν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Δρόγγος (γόγγρος) χέλι χονδρόν. Γλωσσάριον . . . Περισσότερα

δρολάπι (το)

βροχή με δυνατούς ανέμους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δρολάπι /τὸ/ (ὑδρολαίλαψ) = καταρρακτώδης βροχὴ μετὰ θυέλλης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δρομάρι

Δρομάρι /τὸ/ (δραγμεύω, δραγμὸς) = ἀκατέργαστον στέλεχος κλάδου μικροῦ πάχους (ὅσον περιλαμβάνεται εἰς τὴν δρᾶκα ἀνθρώπου) τοποθετούμενον ὁριζοντίως ὡς δοκὸς πρὸς ὑποστήριξιν κληματαριᾶς, ἰσκιάδος, ὀροφῆς κλαδοκαλύβης κ.τ.τ.

δρομάρι (τό)

πᾶν ἐπίμηκες ξύλον ἐν εἴδει λεπτῆς δοκοῦ. Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διᾶκο, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1907.

δρομὴ

Δρομὴ /ἡ/ (δρόμος, διαδρομὴ) = μικρὰ ἐσπευσμένη διαδρομή, τρεχάλα: «ἄειντε νιὰ δρομή….». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Δρομὴ καὶ πιδρομή. Βίαιον τρέξιμον. Φρ. τρέξε μιὰ δρομὴ = (ὕπαγε δρομαίως)· – γιὰ ᾿πιδρομὴ τόπος, (ἡ ἀπόστασις ἣν ἤθελέ τις δυανύσει ἐφορμῶν κατά τινος), – σὲ μιὰ δρομὴ τὸν ἔπιασα. Γλωσσάριον – . . . Περισσότερα

δροπ(ι)κιάζω

Δροπ(ι)κιάζω (ὕδρωψ, ὑδροπικία) = πάσχων ὕδρωπα, γίνομαι διαβητικός, πίνω ἀκορέστως ὕδωρ. δροπικιάζω / δροπκιάζω  

δροπίκι (το)

δρωπίκι, υδροπικιάση, διαβάτης. Κατάρα: «Να ΄σ΄ γέν΄δρωπίκι μέσα σου …». δυσώδες υγρό που βγαίνει από πληγή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δροπίκι /τὸ/ (ὕδρωψ, ὑδροπικία) = ὕδρωψ, ὑδροπικίασις, διαβήτης, δρόπικας. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Γνωστή υβριστική λέξη από σχετική κατάρα. «να σου γίνει δρωπίκι». Είναι . . . Περισσότερα

δρούγα (η)

το χοντρό αδράχτι που χρησιμοποιούν όταν γνέθουν χοντρό νήμα, μάλλινο ή λινό κροκιδίσιο. Τη δρούγα την περιστρέφουν σε οριζόντια θέση. Σε καταγραφή του 1724: «τέσσαρα αδράχτια» Δημ. σκωπτικό άσμα: «Πέντε μήνες, πέντε αδράχτια / πότε τα ΄γνεσε η κοράφτρα.» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης   Tα Λευκαδίτικα . . . Περισσότερα

Δρυμωνιώτης -σσα

ο κάτοικος του Δρυμώνα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δρυμωνιώτ(η)ς -σα = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Δρυμῶνας (Κάτω Ἐξάνθεια). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δυόσμος (ο)

το αρτυματικό και ευώδες φυτό ηδύοσμος ο μακρόφυλλος. Χρησιμοποιείται και στη λαϊκή θεραπευτική: «Όταν τρέχει αίμα από τον πάτον του ανθρώπου, να πίνει ηδυόσμο με το ξίδι». (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ 143).

δωδεκάρικο (ύφασμα)

όταν κατά την ύφανση βάνουν στο χτένι του αργαλειού 600 ζευγάρια κλωστές. Σε καταγραφή του 1718, Νο 3 (Ιστορικό αρχείο της Λευκάδας) διαβάζομε: «κεφαλόμπολες 4 … η μια δωδεκάρικη¨.

Click to listen highlighted text!