Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Δ

διασίδι (το)

η διαδικασία για την ετοιμασία του στημονιού που θα τυλιχτεί στο πίσω αντί του αργαλειού. Σύνεργα του διασιδιού είναι: α) η διάστρα (=σειρά από χοντρά καλάμια), β) το σκαμνί, γ) η τυλίχτρα (Το νοικοκυριό του χωριάτικου σπιτιού, σελ 132). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διασίδι /τὸ/ (διάζομαι) . . . Περισσότερα

διάτα

η διαθήκη, η διαταγή. Σε χειρόγραφο διαδίκου του 1744 (Ιστορικό αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: «ος καθός λέγη ι διάτα του σχορεμένου συγγενί μου …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάτα /ἡ/ (Ἀλ. διάτε-α) = διάταξις τελευταίας βουλήσεως, διαθήκη. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διάτανος (ο)

ο διάβολος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάτανος /ὁ/ (διὰ-τόνος; διά[βολος]-[σα]τανᾶς;) = ὁ διάβολος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αντί διάβολος και ο «έξ(ω) από δω». Συνοδεύεται με το προτρεπτικό μόριο άει (άει στο …). Λέμε άει στο διάτανο (μαλακότερα).  Η λέξη προέκυψε «κατά συμφυρμό» (γραμματικό . . . Περισσότερα

διάφορο (το)

κέρδος, αμοιβή που βγαίνει είτε από ιδιόκτητη περιουσία είτε από μίσθωση ξένου κτήματος. Λέμε:»μας έμ΄νε και το διάφορο…»=ειρωνικά: χάσαμε και από τα δικά μας. «Αυτή η δουλειά δεν έχει διάφορο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάφορο /τὸ/ (νομ. ὅρος, διαφέρον) = ἀποζημίωσις, κέρδος, ἀμοιβή. Τα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

δίβουλος -η -ο

Δίβουλος -η -ο (δὶς-βουλὴ) = ὁ μεταβάλλων εὐκόλως ἀποφάσεις, ὁ ἄστατος, ὁ ἀλλοπρόσαλλος. «δίβουλος καὶ τρίβουλος».

διβωλίζω και διβολίζω

οργώνω για δεύτερη φορά το χωράφι, για να σπάσω τους βώλους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διβωλίζω καί διβολίζω (δὶς-βῶλος) = σκάπτω ἐκ δευτέρου, διχοτομῶ τοὺς βόλους. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Διβωλλίζω, § ἰδ. βῶλος. Σημ. Οἱ Μήλιοι λέγ. βωλοσύρνω (ἐφ. Φιλομ. ἀρ. 742). Οἱ δὲ Κύπριοι καὶ Κρῆτες . . . Περισσότερα

δικάει (απρόσ.) και δικάω

φτάνει, αρκεί, επαρκεί. φράση: «με δικάει αυτό». «Το ψωμί που έχομε δεν μας δικάει». Δημ. τραγούδι: » … Κι α δε δικήσουνε κι αυτά, δίνω και το σαγιά μου …» (Ι.Ν. Σταματέλος, Σύλλαβος Λευκαδίτικης Διαλέκτου, σελ 408). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δικάω (δικαιόω-ῶ) = ἱκανοποιῶ, ἐπαρκῶ, . . . Περισσότερα

δίκαρο

Παλιό ευτελές νόμισμα, εικοσάλεπτο. Μια δεκάρα (τρύπια) ισοδυναμούσε με 10 λεπτά της δραχμής. Δύο δεκάρες ,ένα δίκαρο.

δικριάνι (το)

δίχαλο αλωνιστικό σύνεργο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δικριάνι /τὸ/ (δὶς-κρᾶνον, κάρηνον) = τὸ γεωργικὸν ἐργαλεῖον δίχαλον, λιχνιστῆρι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Δικριάνι = εἶδος ξύλινης πηρούνας πού ἀνακατεύουν τά θερισμένα σπαρτά κατά τό ἁλώνισμα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

δίλιτρο (το)

μέτρο βάρους 2 λίτρων. 1 λίτρο=144 δράμια. δεν ισχύει σήμερα. Η λίτρα ήταν επτανησιακό μέτρο βάρους και αντικαταστάθηκε απ΄ το κιλό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δίλ(ι)τρο /τὸ/ (δὶς-λίτρα) = ἑπτανησιακὸν μέτρον βάρους (2 λιτρῶν). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διμαρέλια (τα)

δίδυμα αδέρφια, δίδυμα καρύδια, σύκα κλπ. «Μοιάζουν σαν δίδυμα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(υ)μαρέλι καί δ(ι)μαρέλι /τὸ/ (δί-δυμον, ἑκ συγκοπῆς τοῦ δι-) = δίδυμον τέκνον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τα δίδυμα. Διδυμαρέλια. Εκφραστικός αναδιπλασιασμός του δύο (Μπαμπινιώτης) μας δίνει το δίδυμος. Εμείς προσθέσαμε το χαϊδευτικό -ρέλια . . . Περισσότερα

διμήνι (το)

ποικιλία σταριού προς σποράν. Ωριμάζει σ΄ ένα δίμηνο και σπέρνεται όψιμα κατά το Μάρτη και θερίζεται σε 2-3 μήνες. Τα χωράφια που σπέρνουν διμήνια τα λεν διμηνίστρες. Μια παράδοση λέει πως το πρώτο όνομα του χωριού Κατωμέρι του Μεγανησίου ήταν Διμηνίστρες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(ι)μῆνι . . . Περισσότερα

δίμιτος (ο)

χοντρό μάλλινο ύφασμα του αργαλειού, άλλως τσουκνί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(ί)μιτο /τὸ/ (δὶς-μῖτος) = ἐγχώριον ὕφασμα ἐκ διπλοῦ νήματος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δίμπρατσο (το)

μέτρο μήκους δύο μπράτσα(=πήχεων). «δίμπρατσο ύφασμα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δίμπρατσος -η -ο (δὶς – Ἰ. braccia) = ὁ ἔχων μῆκος ἢ πλᾶτος δύο πήχεων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διπλάρι (το)

μπαμπακερό ή λινό ύφασμα του αργαλειού, διπλοστήμονο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(ι)πλάρι /τὸ/ (διπλοῦς-αἵρω) = ἐγχώριον βαμβακερὸν ὕφασμα μὲ διπλὸ στημόνι (ὑφαίνεται μὲ τέσσαρα μιτάρια). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Διπλάρι = λινό ὑφαντό ὕφασμα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής και διπλαρένιο

δίπλες

τις έφτιαχναν σε μεγάλες γιορτές. Ήταν από ανοιχτά φύλλα ζύμης και τις πότιζαν με μέλι και κανέλα

διπλολίθι (το)

ξερότοιχος διπλός, χωρίς λάντζα ή τσιμέντο. Βαλαωριτης, Φωτεινός, Β΄: «πλατύς καθάριος οβορός ζωσμένος διπλολίθι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(ι)πλολίθι /τὸ/ (διπλοῦς-λίθος) = ξηρότοιχος διπλοῦς ὡς ἡ τοιχοποιΐα τῶν οἰκοδομῶν (ἄνευ συνδετικῆς ὕλης). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης διπλολίθι (τό): ξερότοιχος διπλός, χωρίς συνδετική ὕλη. Λεξικό Ιδιωματικών . . . Περισσότερα

διπλολιθιά

Διπλολιθιά = διπλή ξερολιθιά πού γίνεται μόνον ἀπό πέτρες εἴδους τοίχου χωρίς λάσπη. βλ. και διπλολίθι (το)

Click to listen highlighted text!