Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Δ

διάκριση (η)

η καλή συμπεριφορά, ο τρόπος του φέρεσθαι. Λέμε: «Δεν έχει διάκριση καθόλου». Δεν είναι διακριτικός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάκρ(ι)σι /ἡ/ (διὰ-κρίνω) = ἐπιλογὴ τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς, εὐγένεια τρόπων, εὐλάβεια, ἀξιοπρέπεια. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διαλ΄ έμπα μέσα σ΄

ο διάολος να μπει μέσα σου, φράση κοινή. Σχετικές φράσεις «διά΄λε πάρ΄τον ένανε», δηλ. δεν υπάρχει κανείς. Προκειμένου για φρούτα: «Επήγα στη συκιά διάλεμπαρ΄ το ΄να που ΄βρα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διά(ο)λ-ἔμπα-μέσα (διάβολος-ἐμβαίνω-μέσον) = βλασφημία καὶ ὕβρις μὲ ἐπίκλησιν τοῦ διαβόλου: «διάλεμπα μέσα του». Tα . . . Περισσότερα

διαλάπα (η)

καθαρτικό λαϊκής ιατρικής που έπαιρναν οι παλιότεροι και που έβγαινε από ρίζα βρασμένου φυτού γνωστού ως νυχτολουλουδιά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διαλάπα /ἡ/ (ἰαλάπη) = ἐμπειρικὸν καθαρτικὸν παλαιοτέρων ἐποχῶν ἐξαγόμενον ἐκ τῆς ρίζης τοῦ ποώδους φυτοῦ «θαυμασία ἡ ἰαλάπη» (νυχτολουλουδιά). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διαλέγω

εκτός από τις γνωστές σημασίες, έχει και την έννοια του μαζεύω, συρρικνώνομαι, μικραίνω στα υφάσματα. «Το πανί της κουρτίνας διαλέει χρόνο με το χρόνο». Τη φράση άκουσα από χωρική.

διαλούπι

Διαλούπι = φαγητό ἀπαίσιο στή γεύση, μεταφ. ἔφαγε τό διαλούπι (ἔφαγε τό σκασμό). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής Διαλούπι, το = το πικρό φαγητό. Α) από την πρόθ. δια + λέπι (αρχ. ρ. λέπω = ξεφλουδίζω). Λοπός ή λόπος = φλοιός (φλούδα), κέλυφος (τσώφλι). Β) μεταφορικώς από το . . . Περισσότερα

διάνα (η)

εθιμική εκδήλωση στη Χώρα για την υποδοχή του νέου χρόνου. Ξημερώματα. Ηγείται η Φιλαρμονική και ακολουθούν ατακτούντες και φωνάζοντες πολλοί άνδρες, γυναίκες, παιδιά «εν χορδαίς και οργάνοις».

διάνεμα (το)

στιγμιαία κίνηση, αντίληψη φευγαλέου περάσματος προσώπου ή ζώου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάνεμμα /τὸ/ (διὰ-νέομαι, διάνευμα) = ἁμυδρᾶ στιγμιαῖα αἴσθησις διελεύσεως ἐμψύχου, φευγαλέα σκιὰ προσώπου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το νεύμα, το γνέψιμο ή κατά τον Δημητράκο «σχήμα περίγραμμα κινουμένου τινός» και καλύτερα «μορφή . . . Περισσότερα

διανεύομαι

Διανεύομαι (διὰ-νέομαι, διάνευμα) = διάγω, διαβιῶ, περνῶ τὸν καιρόν μου.

διάξ΄φα (επίρρ.)

το πέρασμα κάποιου χωρίς να γίνεται αισθητός.»φράση: «Επέρασα διαξ΄φα από δίπλα του και δεν με κατάλαβε». (διάξφα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάξ(ι)φα /ἐπίρ./ (διὰ-ξίφος) = μετὰ προφυλάξεων, χωρὶς νὰ γίνω σαφῶς ἀντιληπτός, ἀθεάτως, (οἱονεὶ διὰ μέσου διασταυρουμένων ξιφῶν). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Διάξφα- διάξφα. . . . Περισσότερα

διάξη

Διάξη = διάθεση, ὄρεξη, δέν ἔχω διάξη γιά λόγια (δέν ἔχω ὄρεξη γιά λόγια).

διαολούπι (το)

φαρμάκι, κακό, αρρώστια. Λέγεται και ως κατάρα: «Να σ΄ γέν΄ διαολούπ΄ μέσα σ΄». ασθένεια. «Αυτό γίνεται σπυρί, άσπρο, γύρω κοκκιναδερό κι αν δεν κυβερνηθεί φέρνει το θάνατο. Αυτό γιατρεύεται να κοπανίσεις ένα χόρτο που λέγεται σασίφραγος (;) και κάνει ωσάν λουλούδια άσπρα … να τα βάνεις χλωρά απάνω εις το . . . Περισσότερα

διαορά (η)

βελτίωση της υγείας ή της ασώτου τακτικής κάποιου. φράση: «Δε βλέπω διαορά στην τσούπρα μας» = δεν αλλάζει τακτική. – «Δεν είδα καμία διαορά με τόσες ανέσες που έκαμα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διαορὰ /ἡ/ (διὰ-φορά, ραΐα) = βελτίωσις τῆς καταστάσεως νοσοῦντος. «δὲ βλέπω διαορὰ σὲ . . . Περισσότερα

διάουλος

Διάουλος = διάβουλος, ἔμπα διάουλε μέσα του (βρισιά καθαρῶς ἑπτανησιώτικη). βλ. και διαλ΄ έμπα μέσα σ΄

διάσελο

Διάσελο /τὸ/ (διὰ-σιλλὸς) = αὐχὴν τοῦ ἐδάφους, κορυφογραμμὴ μεταξὺ δύο ὑψωμάτων.

διασίδι (το)

η διαδικασία για την ετοιμασία του στημονιού που θα τυλιχτεί στο πίσω αντί του αργαλειού. Σύνεργα του διασιδιού είναι: α) η διάστρα (=σειρά από χοντρά καλάμια), β) το σκαμνί, γ) η τυλίχτρα (Το νοικοκυριό του χωριάτικου σπιτιού, σελ 132). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διασίδι /τὸ/ (διάζομαι) . . . Περισσότερα

διάτα

η διαθήκη, η διαταγή. Σε χειρόγραφο διαδίκου του 1744 (Ιστορικό αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: «ος καθός λέγη ι διάτα του σχορεμένου συγγενί μου …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάτα /ἡ/ (Ἀλ. διάτε-α) = διάταξις τελευταίας βουλήσεως, διαθήκη. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διάτανος (ο)

ο διάβολος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάτανος /ὁ/ (διὰ-τόνος; διά[βολος]-[σα]τανᾶς;) = ὁ διάβολος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Αντί διάβολος και ο «έξ(ω) από δω». Συνοδεύεται με το προτρεπτικό μόριο άει (άει στο …). Λέμε άει στο διάτανο (μαλακότερα).  Η λέξη προέκυψε «κατά συμφυρμό» (γραμματικό . . . Περισσότερα

διάφορο (το)

κέρδος, αμοιβή που βγαίνει είτε από ιδιόκτητη περιουσία είτε από μίσθωση ξένου κτήματος. Λέμε:»μας έμ΄νε και το διάφορο…»=ειρωνικά: χάσαμε και από τα δικά μας. «Αυτή η δουλειά δεν έχει διάφορο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάφορο /τὸ/ (νομ. ὅρος, διαφέρον) = ἀποζημίωσις, κέρδος, ἀμοιβή. Τα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

δίβουλος -η -ο

Δίβουλος -η -ο (δὶς-βουλὴ) = ὁ μεταβάλλων εὐκόλως ἀποφάσεις, ὁ ἄστατος, ὁ ἀλλοπρόσαλλος. «δίβουλος καὶ τρίβουλος».

διβωλίζω και διβολίζω

οργώνω για δεύτερη φορά το χωράφι, για να σπάσω τους βώλους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διβωλίζω καί διβολίζω (δὶς-βῶλος) = σκάπτω ἐκ δευτέρου, διχοτομῶ τοὺς βόλους. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Διβωλλίζω, § ἰδ. βῶλος. Σημ. Οἱ Μήλιοι λέγ. βωλοσύρνω (ἐφ. Φιλομ. ἀρ. 742). Οἱ δὲ Κύπριοι καὶ Κρῆτες . . . Περισσότερα

δικάει (απρόσ.) και δικάω

φτάνει, αρκεί, επαρκεί. φράση: «με δικάει αυτό». «Το ψωμί που έχομε δεν μας δικάει». Δημ. τραγούδι: » … Κι α δε δικήσουνε κι αυτά, δίνω και το σαγιά μου …» (Ι.Ν. Σταματέλος, Σύλλαβος Λευκαδίτικης Διαλέκτου, σελ 408). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δικάω (δικαιόω-ῶ) = ἱκανοποιῶ, ἐπαρκῶ, . . . Περισσότερα

δίκαρο

Παλιό ευτελές νόμισμα, εικοσάλεπτο. Μια δεκάρα (τρύπια) ισοδυναμούσε με 10 λεπτά της δραχμής. Δύο δεκάρες ,ένα δίκαρο.

δικριάνι (το)

δίχαλο αλωνιστικό σύνεργο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δικριάνι /τὸ/ (δὶς-κρᾶνον, κάρηνον) = τὸ γεωργικὸν ἐργαλεῖον δίχαλον, λιχνιστῆρι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Δικριάνι = εἶδος ξύλινης πηρούνας πού ἀνακατεύουν τά θερισμένα σπαρτά κατά τό ἁλώνισμα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

δίλιτρο (το)

μέτρο βάρους 2 λίτρων. 1 λίτρο=144 δράμια. δεν ισχύει σήμερα. Η λίτρα ήταν επτανησιακό μέτρο βάρους και αντικαταστάθηκε απ΄ το κιλό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δίλ(ι)τρο /τὸ/ (δὶς-λίτρα) = ἑπτανησιακὸν μέτρον βάρους (2 λιτρῶν). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διμαρέλια (τα)

δίδυμα αδέρφια, δίδυμα καρύδια, σύκα κλπ. «Μοιάζουν σαν δίδυμα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(υ)μαρέλι καί δ(ι)μαρέλι /τὸ/ (δί-δυμον, ἑκ συγκοπῆς τοῦ δι-) = δίδυμον τέκνον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τα δίδυμα. Διδυμαρέλια. Εκφραστικός αναδιπλασιασμός του δύο (Μπαμπινιώτης) μας δίνει το δίδυμος. Εμείς προσθέσαμε το χαϊδευτικό -ρέλια . . . Περισσότερα

διμήνι (το)

ποικιλία σταριού προς σποράν. Ωριμάζει σ΄ ένα δίμηνο και σπέρνεται όψιμα κατά το Μάρτη και θερίζεται σε 2-3 μήνες. Τα χωράφια που σπέρνουν διμήνια τα λεν διμηνίστρες. Μια παράδοση λέει πως το πρώτο όνομα του χωριού Κατωμέρι του Μεγανησίου ήταν Διμηνίστρες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(ι)μῆνι . . . Περισσότερα

δίμιτος (ο)

χοντρό μάλλινο ύφασμα του αργαλειού, άλλως τσουκνί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(ί)μιτο /τὸ/ (δὶς-μῖτος) = ἐγχώριον ὕφασμα ἐκ διπλοῦ νήματος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!