Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Δ

δεκρέτο (το)

νομικός όρος = θέσπισμα εξουσίας, διάταγμα (δακρέτο). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεκρέτο /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. decreto) = ψήφισμα, θέσπισμα, διάταγμα, ὀφειλή. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δελεσὸς -α -ο

Δελεσὸς -α -ο (τελῶ -έσω), ἡμιαόριστον ἐπίθετον ὑποσημαῖνον παραλειπομένας ἀπειλὰς ἢ ὕβρεις: «τὸν ποίσο, τὸ δεῖξο, τὸ δελεσὸ» (ποιήσω, δείξω, τελέσω).

δελόγκου και δελέγκου (επίρρ.)

αμέσως, πάραυτα, χωρίς καθυστέρηση. «Να πας δελόγκου στο σπίτι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δελόγκου καί  δελέγκου/ἐπίρ./ (Ἰ. da luogo) = ἐπὶ τόπου, ἀμέσως, πάραυτα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δελέγκου = ἀμέσως ἔρχομαι δελέγκου (ἔρχομαι ἀμέσως). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής «Δε λόγγ’» = . . . Περισσότερα

δέμα (το)

μικρό, φτηνό και λεπτό εσωτερικό γυναικείο μαντήλι για τη συγκράτηση των μαλλιών. Απέξω πήγαινε το καθαυτό  μαντήλι. Το δέμα το φορούσαν οι ηλικιωμένες, που το ΄δεναν με κόμπο πίσω από τις κοτσίδες τους. Τα δέματα τα ΄διναν και προίκα. Σε προικοσύμφωνο του 1821 (Ιστορικό αρχείο της Λευκάδας, βιβλίο Μιχ. Αναγνώστου) . . . Περισσότερα

δεμάγκο (το)

εγκατάλειψη, θλίψη, διακοπή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεμάγκο /τὸ/ (Ἰ. demanco) = ἐγκατάλειψις, παῦσις, διακοπή, θλῖψις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεμάτι (το) και δεματιάζω

δέσμη ξύλων χλωρών ή ξερών που μεταφέρανε από το λόγγο οι γυναίκες, στα κεφάλια τους ή τα ζώα. Το δεμάτι το ΄λεγαν και κλαρί, όταν τα χλωρά κλαδιά προορίζονταν για τα ζώα. «Έφερα κλαρί για τις γίδες». Δεμάτια έλεγαν και τις δέσμες του σιταριού για αλώνισμα ή και του λιναριού. Βαλαωρίτης, . . . Περισσότερα

δέμπλα (η)

σκοινί τεντωμένο για το άπλωμα των ρούχων, κοινώς απλώστρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δέμπλα /ἡ/ (διεμβάλλω, διπλόη, Ἰ. devole;) = σχοινίον ἢ σῦρμα τεταμένον δι’ ἅπλωμα ἱματίων, ἁπλῶτρα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δένδρο (τό)

δρῦς. Ἠ δρῦς κυρίως καλεῖται δένδρον: Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1907.

δεντρογαλιά (η)

το φίδι δεντρογαλιά. Θεωρείται ακίνδυνο, γιατί ανήκει στα μη δηλητηριώδη φίδια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεντρογαλιὰ /ἡ/ (δένδρον-γαίω) = ὄφις ἀνιοβόλος ἐκ τῶν ὐδριδῶν, δενδρογαλῆ, δενδρόφιδο. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεντρολίβανος (ο)

το φυτό δεντρολίβανον το φαρμακευτικόν. Γιατροσόφι: «δεντρολίβανον κοπανισμένο να αλείφει το ανεμοπύρωμα και δια απόστημα» (Λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ 83). Δημοτικό τραγούδι: Ψηλή μου δεντρολιναμιά της εκκλησιάς στολίδι, χωρίς εσέ δε γίνεται γάμος και πανηγύρι» (στον παπά το λένε).

δεντρομολόχα (η)

στη βοτανική το φυτό αλθαία, η ροδανθής. Ανήκει στα θεραπευτικά βότανα. Κοπάνιζαν τα φύλλα του, τα ΄καναν ζυμάρι (μπλάστρι) και τα ΄δεναν στα σπασίματα επάνω, χεριού ή ποδιού. Επίσης ανακάτευαν τη ρίζα της με κερί, δαφνόλαδο και ανηθόλαδο και έκαναν αλοιφή «θαυμαστήν εις π΄σαν κυριότητα του ανθρώπου» (Λαϊκή ιατρική στη . . . Περισσότερα

δεσαντά (η)

η ευγένεια , η κσομιότητα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεσαντὰ /ἡ/ (Ἰ. decenza-nta) = εὐγένεια, εὐπρέπεια, κοσμιότης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεσενιάρω

υπογράφω, υποσημειούμαι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεσενιάρω (Ἰ. disegnare) = ἰχνογραφῶ, ὺπογραμμίζω, ὑπογράφω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεσένιο (το)

σχέδιο, ιχνογράφημα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεσένιο /τὸ/ (Ἰ. disegno) = σχέδιον, σκαρίφημα, σκιαγράφημα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δέσιμο αφαλού

Σε περιπτώσεις δυνατού κοιλόπονου, «λυνόταν» ο αφαλός κι έπρεπε ν΄ αποκατασταθεί στη θέση του για να σταματήσουν οι πόνοι. Αυτό όμως ήταν δύσκολη δουλειά και ήθελε τη γιάτρισσά του, που ήταν σχεδόν πάντα η μαμή. Εκείνη έστριβε με τέχνη τον αφαλό με το δάχτυλο της ή με ένα ειδικό καλαμένιο . . . Περισσότερα

δεσπέτο (το)

έκφραση δυσαρέσκειας, πείσμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεσπέτο /τὸ/ (Ἰ. dispetto) = περιφρόνησις, πεῖσμα, δυσαρέστησις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!