Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Δ

δένδρο (τό)

δρῦς. Ἠ δρῦς κυρίως καλεῖται δένδρον: Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1907.

δεντρογαλιά (η)

το φίδι δεντρογαλιά. Θεωρείται ακίνδυνο, γιατί ανήκει στα μη δηλητηριώδη φίδια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεντρογαλιὰ /ἡ/ (δένδρον-γαίω) = ὄφις ἀνιοβόλος ἐκ τῶν ὐδριδῶν, δενδρογαλῆ, δενδρόφιδο. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεντρολίβανος (ο)

το φυτό δεντρολίβανον το φαρμακευτικόν. Γιατροσόφι: «δεντρολίβανον κοπανισμένο να αλείφει το ανεμοπύρωμα και δια απόστημα» (Λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ 83). Δημοτικό τραγούδι: Ψηλή μου δεντρολιναμιά της εκκλησιάς στολίδι, χωρίς εσέ δε γίνεται γάμος και πανηγύρι» (στον παπά το λένε).

δεντρομολόχα (η)

στη βοτανική το φυτό αλθαία, η ροδανθής. Ανήκει στα θεραπευτικά βότανα. Κοπάνιζαν τα φύλλα του, τα ΄καναν ζυμάρι (μπλάστρι) και τα ΄δεναν στα σπασίματα επάνω, χεριού ή ποδιού. Επίσης ανακάτευαν τη ρίζα της με κερί, δαφνόλαδο και ανηθόλαδο και έκαναν αλοιφή «θαυμαστήν εις π΄σαν κυριότητα του ανθρώπου» (Λαϊκή ιατρική στη . . . Περισσότερα

δεσαντά (η)

η ευγένεια , η κσομιότητα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεσαντὰ /ἡ/ (Ἰ. decenza-nta) = εὐγένεια, εὐπρέπεια, κοσμιότης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεσενιάρω

υπογράφω, υποσημειούμαι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεσενιάρω (Ἰ. disegnare) = ἰχνογραφῶ, ὺπογραμμίζω, ὑπογράφω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεσένιο (το)

σχέδιο, ιχνογράφημα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεσένιο /τὸ/ (Ἰ. disegno) = σχέδιον, σκαρίφημα, σκιαγράφημα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεσπέτο (το)

έκφραση δυσαρέσκειας, πείσμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δεσπέτο /τὸ/ (Ἰ. dispetto) = περιφρόνησις, πεῖσμα, δυσαρέστησις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δετόρος (ο)

ο γιατρός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δετόρος /ὁ/ (Ἰ. dottore) = διδάκτωρ Πανεπιστημίου, ἰατρός, ἐπίσημος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δευτεριάτικη (η)

η ελονοσία, επειδή έπιανε ο πυρετός τον άρρωστο κάθε δεύτερη μέρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δευτερ(ι)άτικη /ἡ/ = ἐλονοσία εἰσβάλλουσα ἀνὰ δευτέραν ἡμέραν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

δεφέτο

Δεφέτο /τὸ/ (Ἰ. difetto) = ἐλάττωμα, ἀδυναμία, νόσημα, ἀτύχημα, χρεία.

δια

Διὰ τὸ χαρακτηριστικὸν μόριον τῶν Λευκαδίων, πολυτρόπως καὶ ἐν ἀφθονίᾳ χρωμένων = ἀμιά, τῶν Κερκυραίων, – ἀμά, τῶν Κεφαλλήνων, – γιαμά, τῶν Ζακυνθίων.

διαγουμίζω

Διαγουμίζω (διακομίζω) = διασκορπίζω, διασπαθίζω, κατασπαταλῶ, ἐξαφανίζω.

διάζομαι

τακτοποιώ το νήμα του αργαλειού βάζοντας το σε παράλληλες γραμμές. Ετοιμάζω το στημόνι για να μπει στον αργαλειό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διάζομαι (διάζομαι) = εὐθετῶ τὸ νῆμα εἰς παραλλήλους γραμμάς, ἑτοιμάζω τὸ στημόνι διὰ τὸν ἀργαλειόν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Και διασίδι. Απλώνω . . . Περισσότερα

διάζωσι (η)

η γυναικεία ζώνη της παλιάς φορεσιάς: «… μια διάζωση εσημένια» (καταγραφή 1718, Νο 3 – Ιστορικό Αρχείο της Λευκάδας)

διακονεύω

ζητιανεύω, γίνομαι επαίτης Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διακονεύω (διὰ-κονέω -ῶ) = ἐπαιτῶ, ζητιανεύω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ζητιανεύω. Οι δύο έννοιες, που σχετίζονται με τις λέξεις διακονώ και διακονεύω διαφέρουν ως προς τη σημασία τους. Η πρώτη σημαίνει υπηρεσία (εξ ού και διάκος) ενώ . . . Περισσότερα

διακονιά (η)

η ζητιανιά, μεγάλη φτώχεια. «Θα βγούμε στη διακονιά σε λίγο» Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Γ΄: «Τα ΄μαθα από ένα Φλάρη, / που βγαίνει τάχα διακονιά και που τον τρώγ΄ η ζήλια, …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Διακονιὰ /ἡ/ (διὰ-κονέω -ῶ) = ἐπαιτεία, ζητιανιά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

διακονιάρης -ισσα

ο ζητιάνος. Λέμε: «Μ΄ έκανες διακονιάρη» – με φτώχυνες. «Θα γίνουμε διακονιαραίοι με τα μυαλά που φορείς». – «Βλέπεις πώς κατάντησε; Τον έκαμε ο τζόγος διακονιάρη». Βαλαωρίτης, Φωτεινός Α΄: «Προσκύνα τον αφέντη σου ξεσκαλιάρη διακονιάρη». Στα χωριά της Λευκάδας δεν έβγαιναν τόσο διακονιαραίοι για ζητιανιά όσο διακονιάρες, που μάζευαν ξεροκόμματα, . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!