Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Β

βροντάω

χτυπώ εύηχα αντικείμενα και προκαλώ θόρυβο. «Βρόντησε την πόρτα και θα σου ανοίξουν» –  «Μη βροντάς παιδί μου, μας εκούφανες» μεταφορικά: «άστραψε και βρόντησε», δηλ. θύμωσε υπερβολικά. Παροιμία: «στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα» – «όταν βροντάει ακούεται, όταν χιονίζει ασπρίζει» – «Τα βρόντησε όλα κι έφυγε», δηλ, εχρεοκόπησε, . . . Περισσότερα

βροντή (η)

το μπουμπούνισμα , μπουμπουνηταριό. Παροιμία: «βαθειά βροντή, σιμά βροχή, μακριά αστραπή, σιμά βροχή» – «άμα ακούς πολλές βροντές, βροχή μη φοβάσαι».

βρούβα (η)

αυτοφυές φυτό, αγριολάχανο εδώδιμο, αλλά ευτελές, άνοστο. Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, Δ¨, σημειώσεις στο άσμα Δ΄, στ. 177: «βρακανίδα, αγριολάχανον περιφρονούμενον, ως και η βρούβα». φράση:  «αυτός πάει για βρούβες», δηλ, ανοηταίνει, πάει στα χαμένα. Βρισιά: «Άει για βρούβες κι άσε μας». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βροῦβα . . . Περισσότερα

βρουβαλιά (η)

το φυτό αγριοδαμασκηνιά, κατάλληλο κυρίως για φράχτης στα σύνορα περιβολιών, επειδή είναι οπλισμένο με αγκάθια. Ο καρπός της, τα βρούβαλα, έχει το μέγεθος του βύσσινου και είναι νοστιμότατος. Τα βρούβαλα δεν είναι εμπορεύσιμα φρούτα, παρ΄ ότι αποτελούν  για τα παιδιά ιδιαίτερη νοστιμιά. Φράση: » Άσ΄τον να πάει για βρούβαλα», δηλ. άφησε . . . Περισσότερα

βρουτσαλάω

παίζω με τα νερά, πετώντας έτσι ενοχλητικές σταγόνες σε άλλους. Φράση: «σταμάτα, τώρα, γιατί μας βρουτσιλάς» – «Μη, παιδί μου, και βρουτσιλάς τον τοίχο» – «μου βρουτσίλησες το φόρεμα, θα σε δείρω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βρουτσ(ι)λάω (Ἰ. prizzare, procellare) = ἐκτινάσσω μόρια ὑγροῦ οἱουδήποτε. Tα . . . Περισσότερα

βροχίδα (η)

δέσμη γυναικείων μαλλιών για πλέξιμο πρόσθετης ή φυσικής κοτσίδας. Συνήθως οι βροχίδες είναι τρεις. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βροχίδα /ἡ/ (βρόχος -ὶς) = βόστρυχος γυναικείας κόμης, ἑκάστη τῶν δεσμῶν τῆς πλεξίδος (κοτσίδας). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βρυτσούλα (η) και βροτσίλα

μικρό εξάνθημα (κορφούλα) αλλεργικής ή άλλης αιτίας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βρυτσοῦλα /ἡ/ (βρύον, βρύσις) = ἱδρωτικὸν ἐξάνθημα, δρωτσίλα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Βρυτσούλα, βροτσίλα = ἐξάνθημα, ἑστία ἀπό μικρά σπυράκια πού σχηματίζεται στό σῶμα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

βρωμάω

Βρωμάω § οὐδ. ὄζω. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ βρῶμος. Χρόνους τινὰς δανείζεται ἐκ τοῦ βρωμεύω, οἷον ἐβρώμεψε, θὰ βρωμέψῃ, ἀντὶ ἐβρώμησε, θὰ βρωμήσῃ βλ. κατελώνω και ζέχνω

βρωμεύω

Βρωμεύω § ῥυπόω, λερόνω. Σημ. Ἐκ τοῦ βρωμεύω (Σύλλ. 19). βλ. ζέχνω καί βρωμάω

βρώμη (η) και βρώμι (το)

το γνωστό δημητριακό που σπέρνεται (εν αντιθέσει με το αγριόβρωμο) και αλωνίζεται όπως το σιτάρι. Ο καρπός του είναι άριστη τροφή για τα ζώα του σπιτιού. Το άχυρο της βρώμης λέγεται βρωμίστρα και μ΄ αυτήν οι φτωχοί του νησιού γέμιζαν τα στρώματά τους, τα λεγόμενα παγερίτσα. Το βρώμι χρησιμοποιείται και . . . Περισσότερα

βυζασταρούδι (το)

το βρέφος που θρέφεται πάντα με το γάλα της μάνας του, άλλως βυζανιάρικο. Βυζασταρούδια λέμε και τα -ομοίως τρεφόμενα – αρνοκάτσικα. «Αρνί βυζασταρούδι» – Βαλαωρίτης, Αθανάσιος Διάκος, Β΄»φεύγουν στα πλάγια να κρυφτούν με τα βυζασταρούδια» ( η έννοια εδώ είναι μεταφορική). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βυζασταροῦδι . . . Περισσότερα

βυζοπιάνω

θηλάζω για πρώτη φορά το αρνί ή το κατσίκι, το βάνω να βυζάξει στη μάνα του. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Β(υ)ζοπιάνω (μυζάω-πιάζω) = κάμνω τὸ ἀρτιγέννητον βρέφος νὰ προσκολληθῇ εἰς τὴν μητρικὴν θηλὴν καὶ θηλάσῃ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Βυζοπιάνω = πρωτοθηλάζω, βυζοπιάνω τό νεογέννητο . . . Περισσότερα

βύσαλο (το)

εσφαλμένη γραφή της λατινικής (besalis) και μεσαιωνικής λέξης βήσαλο = τούβλο, «οπτή πλίνθος» που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ως ιδιωματική λέξη και σημαίνει κεραμίδι, κομμάτι κεραμιδιού ή τούβλου. Μεταφορικά: κάθε πράγμα του σπιτιού (αορίστως) ή αγροτικού προϊόντος σε περιπτώσεις καταστροφής από σεισμό, πυρκαγιά, θεομηνία ή κλοπή. Απ΄ αυτό και η σχετική . . . Περισσότερα

βωλοδέρνει

Βασανίζεται (κάποιος), ταλαιπωρείται. Από το βώλος (του οργανωμένου χωραφιού, ο σβώλος του Φωτεινού του Βαλαωρίτη) και το ρήμα δέρνω. Εικόνα από τη δύσκολη γεωργική ζωή. Σχετικό, μάλλον ανάλογο, και το βωλοκοπώ.

βῶλος

Βῶλος, § ὄγκος χώματος μὴ συντριφθέντος ὑπὸ τοῦ ἀρότρου, ὅθεν καὶ τὸ ῥ. Διβολίζω = ἀροτριῶ τὴν γῆν σταυροειδῶς ὅπως συντριβῶσιν οἱ βῶλοι. Ὁ ὄγκος οὗτος καλεῖται καὶ σβῶλος. Σημ. Ἡ λ. διέσωσε καὶ σχηματισμ. καὶ σημ. ἀρχαίαν

Click to listen highlighted text!