Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Β

βακέττα (η)

δέρμα βοδινό με το οποίο κατασκευάζονται τα συνήθη γυναικεία και ανδρικά παπούτσια καθημερινής χρήσης.

βάκρα

Βάκρα /ἡ/ (Ἀ.Τ. βάκρ) = διακριτικὸν ὄνομα προβατίνας.

βαλαντώνω

Στενοχωρώ -μαι. Το χρησιμοποιούμε πολύ (χωρίς να είναι δικό μας. Ίσως από το αρχαίο βαλ(λ)άντιον. Η γραφή με δύο λλ, νεότερη. Ο Μπαμπινιώτης πιθανολογεί «Η σημασιολογική μεταβολή της λέξης, οφείλεται στη στενοχώρια που προκαλούν οι οικονομικές δυσχέρειες, δηλ. η έλλειψη βαλλαντίου.». Στα Επτάνησα πάντως έχει ευρύτερη σημασία αν κρίνουμε από . . . Περισσότερα

βαλαώρα (η)

ογκώδες φορτίο. «Φόρτωσε το κάρρο με σανό, κι έχει μια βαλαώρα…, φοβάμαι μήπως μπατάρει». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαλαώρα /ἡ/ (Ἰ. vallore) = ὄγκος ἢ ὕψος φορτίου, ποσότης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαλτζαμί (το) και βαρτζαμί

ορθότερα βαρτζαμί (Ιτ. barzamino). Ποικιλία μαύρου μικρόρογου σταφυλιού οινοποιήσιμου, που καλλιεργούνταν σε μεγάλη έκταση στη Λευκάδα. Είναι το κατ΄ εξοχίν λευκαδιτικο σταφύλι,που πιθανότατα έφεραν εδώ οι Βενετσάνοι, όταν κατάλαβαν το νησί το 1684 (έμειναν μέχρι το 1797). Η ποικιλία βαρτζαμί καλλιεργείται και σήμερα στη Β. Ιταλία, περιοχές Πάντοβας – Βενετίας . . . Περισσότερα

βάλτος

Βάλτος /ὁ/ (Σλ. Bόλτο, Ἀλ. bάλτι -α, bάλjτε -α) = λάσπη, πηλός, ἔδαφος πολτῶδες, τέλμα.

βαλτώνω

βυθίζομαι σε βαλτώδες έδαφος μτφ περιέρχομαι σε αμηχανία, σε δύσκολη θέση. «Εβάλτωσα στα χρέη», «βαλτώσαμε» = είμαστε σε αδιέξοδο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαλτώνω (Σλ. Bόλτο, Ἀλ. bάλτι -α, bάλjτε -α) = βυθίζομαι εἰς τέλμα, ἐμπίπτω εἰς βόρβορον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαμμένος -η -ο

ο φαντασμένος, ο πικρόχολος, ο αιμοβόρος. «Είναι βαμμένος άνθρωπος και αγύριστο κεφάλι» βαμμένα χαρακτηρίζονται τα γεωργικά εργαλεία κ.α. σιδερικά, που, αφού τα πυράκτωναν καλά στο καμίνι οι σιδηρουργοί (χάβροι), τα εβάπτιζαν κατόπιν σε κρύο νερό για να ατσαλώσουν (=σκληρύνουν). το βάψιμο των εργαλείων παλιότερα λεγόταν και βούλωμα (το).

βάντακα (η)

στίβα ρούχων για πλύσιμο ή και πλυμένων ακόμα. «Έχω μια βάντακα σκουτιά για πλύσιμο, θα βραδιάσω» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαντάκα /ἡ/ (Ἰ. vandaggio) = δέμα λευχειματίων (ἀσπρορρούχων) πρὸς πλῦσιν ἢ μόλις πλυθέντων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Βαντάκα = στιβάδα ρούχων πρό, ἤ μετά τό . . . Περισσότερα

βαντακιάζω

κάνω βαντάκα: τυλίγω τα ρούχα που έχω να πλύνω ή εκείνα που έπλυνα σ΄ ένα μεγάλο ρούχο, πχ σεντόνι, και τα δένω σταυρωτά ήγουν τα βαντακιάζω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαντακιάζω (Ἰ. vandaggio) = στοιβάζω, περιτυλίγω εἰς δέμα ἀσπρόρρουχα προσφάτως πλυθέντα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαντιέρα (η)

δίσκος σπιτικός για σερβίρισμα, κυρίως, αλλά και για άλλες ποικίλες χρήσεις Στη βαντιέρα βάνουν τα κεριά και το στεφανοσκέπασμα του γάμου, την ημέρα του μυστηρίου στην βαντιέρα μετρούσαν τα χρήματα, που τυχόν έπαιρνε για προίκα μια νέα, κι αυτό γινόταν πριν από το στεφάνωμα ενώπιον όλων των παρευρισκομένων. Στη βαντιέρα . . . Περισσότερα

βαρ(υ)γομάω

βαρυγομάω έχω παράπονο, αγανακτώ, δυσφορώ: «Μη μου βαρ΄γομάς» – «Έχω μεγάλη βαρ΄γόμια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρ(υ)γομάω (βαρὺς-γομόω, γνώμη;) = παραπονοῦμαι, δυσφορῶ κατά τινος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Βαργομάω (βαρυγνωμῶ) βαρυθυμῶ. φρ. νὰ μὴ βαργωμήσῃς – Ἂ᾿ δὲν ἔρτῃς θὰ βαργωμήσω. Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

βάραγγας (ο)

η κλίση του εδάφους, τέτοια που να κρατάει ολοχρονίς πολλά νερά. (αρχ. φάραγξ: φαράγγι, φάραγγας) – Λόμπος, λάκκος. Ο βάραγγας χρησίμευε κυρίως στο πότισμα των ζώων καθ΄ οδόν προς τα κτήματα ή στην επιστροφή, αλλά και για το φκιάσιμο ορισμένων φυτοφαρμάκων επί τόπου, πχ το χαλκό για ράντισμα. Λεξικό του . . . Περισσότερα

βαραμέντε ή βεραμέντε (επιρρ)

αλήθεια, πράγματι. Συχνά λέγεται και ειρωνικά: «Βαραμέντε μη δε πάρομε ποσσέσο;», δηλ κατοχή. «Ναι, βαραμέντε μη χάσομε … το γαμπρό; χαρά στονε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βεραμέντε καί βαραμέντε /ἐπίρ./ (Ἰ. veramente) = ἀληθῶς, τῷ ὄντι, ἐν τοσούτῳ, μάλιστα, ἀλλά. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Στ΄ αλήθεια. . . . Περισσότερα

βάρδα (επιφών)

προσέχετε, κάντε στην πάντα: «βάρδα να διαβούμε» – «βάρδα, λερώνει», «βάρδα, θα σκάσει φουρνέλλο»

βάρδα πάγκος (ο)

το δοκάρι πάνω στο οποίο πατούν οι κωπηλάτες πάνω στις τράτες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βάρδα πάγκος /ὁ/ (Ἰ. guardare-panca) = ἡ δοκὸς ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζουν τὰ πέλματα οἱ κωπηλᾶται εἰς τὸ τρατοκάϊκον, τὸ ὑπόσελμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαρδάρι

Ξύλινο εξάρτημα στην αλεστική μηχανή νερόμυλων – ανεμόμυλων. Είναι ένα σκληρό «ξυλάκι» που περισσεύει κάτω από το καρίκι (=μικρό ξύλινο κουτί), που ρυθμίζει να πέφτει το σιτάρι από την κοφινάδα (=μεγάλο ξύλινο πυραμοειδής σκεύος, που μέσα ρίχνουν τον προς άλεση καρπό) λίγο λίγο στα λιθάρια. Το βαρδάρι χτυπάει ρυθμικά και . . . Περισσότερα

βαρδάρω

μεριάζω, κάνω στην πάντα να περάσει κάτι ή κάποιος: «βάρδα να περάσει το κάρο» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρδάρω (Ἰ. guardare) = παραμερίζω, προφυλάσσομαι, προσέχω. «βάρδα νὰ διαβῇ τὸ μλάρ». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαρδάτσα (η)

ποικιλία μεγάλου δαμάσκηνου, σε πράσινο χρώμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρδάτσα /ἡ/ (Ἰ. verdezza) = εἶδος εὐμεγέθους δαμασκήνου πρασίνης ἀποχρώσεως, ρεγκλότο. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βάρδια (η)

Σκοπός, φρουρά, φρ.: «Είμαι βάρδια σήμερα να φυλάξω τα παιδιά μου» Ομάδες εργατών εναλλακτικού ωραρίου Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βάρδια /ἡ/ (Ἰ. guardia) = φρουρά, σκοπός, ἀναμονή. «φλάω βάρδια» = περιμένω καταπονητικῶς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαρδιάνος (ο)

ο σκοπός, ο φύλακας Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρδιᾶνος /ὁ/ (Ἰ. guardiano) = φρουρός, σκοπός, φύλαξ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαρέλλα (η)

Ξύλινο βυτίο μικρού μάλλον μεγέθους μέσα στο οποίο οι κοπέλλες του χωριού μετέφεραν νερό από τη βρύση ή τα πηγάδια. Μέτρο χωρητικότητας υγρών (οκάδες 52). Γυναίκα παχύσαρκη Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρέλλα /ἡ/ (Ἰ. barile) = ξύλινον βυτίον μετρίου μεγέθους πρὸς μεταφορὰν ἢ διατήρησιν ὕδατος εἰς . . . Περισσότερα

βαριά (η) και βαρειὰ

μεγάλη σιδερένια «σφύρα», που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο μεγάλων λιθαριών και τον τεμαχισμό (σε σχίζες) χοντρών ξύλων με τη βοήθεια σιδερένιων σφηνών. Χρησιμοποιείται επίσης από τους σιδηρουργούς (=γύφτους, χάβρους) για την επεξεργασία εργαλείων. Γενικά η χρήση της βαριάς είναι ποικίλη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρειὰ /ἡ/ . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!