Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Β

β΄λάρι (το)

βλάρι τόπι υφάσματος του σπιτικού εργαλείου, κοινώς πέτσα, ντόπιου υφάσματος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Β(ι)λάρ(ι) /τὸ/ (Ἀλ. βιλjάρ-ι) = τόπι ὑφάσματος, πέτσα ὑφάσματος ἐγχωρίου. (βιλάρι) Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

β(ου)λιάζω

Β(ου)λιάζω (βολίζω) = καταβυθίζω -ομαι, καταποντίζω -ομαι, καταστρέφω -ομαι. (βουλιάζω) Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Βουλιάζω = βυθίζω τι (κυρ. εἰς τὸ ὕδωρ), Μέσ. § βυθίζομαι. Π. Τὸ ᾿σπίτι μας ἐβούλιαζε. Ἐκ τούτων καὶ βούλιασμα = βύθισμα. Σημ. Ἐκ τοῦ βουλίζω. Ὁ Βυζ. γρ. βουλῶ καὶ βούλημα, ὁ δὲ Βλάχος . . . Περισσότερα

β(ου)ρίζω

Β(ου)ρίζω (βριάω, βρίμη) = γονιμοποιῶ χοῖρον δι’ ἐπιβάσεως. (βουρίζω)

β(ου)ταλίδα -ι

Β(ου)ταλίδα -ι (βυθός, ἅλς) = τὸ νηκτικὸν πτηνὸν αἴθυια, βουτηχτάρι, ζαροπάπι. (βουταλίδα -ι)

β(ου)τεζίνι

Β(ου)τεζίνι /τὸ/ (Ἰ. votazza-ino) = ἀντλητήριον, σέσσουλα, ξύλινο παγοῦρι. (βουτεζίνι)

β(ου)τσέλι

Β(ου)τσέλι /τὸ/ (βυτίον, Ἰ. vaselo) = φορητὸν ὑδροδοχεῖον ἢ οἰνοδοχεῖον (βυτιοποιΐας) χρήσιμον διὰ τοὺς ἐν ὑπαίθρῳ ἐργαζομένους. (βουτσέλι)

βά(γ)ι (το)

μικρή δέσμη από διάφορα φυτά και άνθη, όπως φύλλα φοινικιάς, δάφνης και δεντρολίβανου με τα αντίστοιχα άνθη: Η σημασία του βαγιού είναι συμβολική. Τα βάγια μοιράζονται στην εορτή των Βαΐων στο εκκλησίασμα. Συνέχεια τα τοποθετούν στα εικονίσματα του σπιτιού, για όλο το χρόνο: ΒΑΛ., Κυρά Φρ., άσμα Β΄(489): «Τα βάγια . . . Περισσότερα

βαβά (η)

η γιαγιά, η βαβά. Στα χωριά επικρατέστερη είναι η προσφώνηση βαβά (η βαβά μου), στην πόλη, η προσφ. γιαγιά. Το βάβω σπανιότερο. «Και θά ‘ρθω πάλι, βάβω μου, να σ’ εύρω στη γωνία σου…» (Γερ. Γρηγ., «Επιστροφή στην ποίηση», Αθ. 1980, σελ. 95) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

βάβω

Βάβω /ἡ/ (Σλ. Σ. baba) = μάμμη, γιαγιά, καλογραῖα (εἰς τὴν κλητικήν).

βαγαπόντες -ισσα, -ικο

τυχοδιώκτης, αλήτης, κατεργάρης, κακοήθης, αγύρτης Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαγαμπόντες /ὁ/ (Ἰ. vagobondo) = τυχοδιώκτης, ἀπατεών, ἀλήτης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαγαποντιά (η)

η ιδιότητα του βαγαπόντε «Όλο βαγαποντιές κάνει» – «Με τις βαγαποντιές του τα καταφέρνει» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαγαμποντιὰ /ἡ/ (Ἰ. vagabondita) = ἀπάτη, ἀλητεία, κακοήθεια. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βαγγέλιο (το)

η λ. συντηρείται ως αστεϊσμός. Λέμε συχνά «Αυτό είναι αλλ΄νου παπά βαγγέλιο» = δηλ. γι΄αυτό που συζητάμε είναι άλλος ο ενδιαφερόμενος ή αυτό είναι άλλο ζήτημα

βαγενάς (ο)

ο τεχνίτης που φκιάνει βαγένια. Στον πληθ. βαγενάδες = οι πλανόδιοι Ηπειρώτες βαγενοποιοί, που τα καλοκαίρια γύριζαν από χωριό σε χωριό «παρέες-παρέες» και επισκεύαζαν τα βαγένια, μικρά κσι μεγάλα του χωριού, κατ΄ αποκοπήν πάντα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαγενᾶς /ὁ/ (Ἰ. vagello, vagone) = βυτιοποιός, βαρελλᾶς, . . . Περισσότερα

βαγένι (το)

το κρασοβάρελλο. Ανάλογα με το μέγεθος του και η ονομασία του. Βαγένι, βαγενόπουλο, καράτελλο, βαρελόπουλο. Μέσα έβαναν κρασί ή ξίδι. Στα μεγάλα πάντα έβαναν κρασί. Σε κατγρ. του 1724 Νο 60 διαβάζομε «βαγένι 17 σταμνιών», 1697 «πατοβάγενο ένα» και «φουντοβάγενο σταμνιών εικοσιπέντε». (Ιστ. Αρ. Λ.) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος . . . Περισσότερα

Βαγιοφόρα (η)

η μικρή χάρτινη εικονίτσα που έβαναν παλιότερα στα βάγια και παρίστανε τον Ιησού Χριστό. «καθήμενον επί πώλου όνου». Οι παλιότεροι στο νησί έπαιρναν κλαδί μαυρολιάς, αλιφασκιάς, δεντρολίβανον, δάφνης και μαζί ένα φοινικόφυλλο, στο οποίο έδιναν το σχήμα σταυρού και έκαναν τη λεγόμενη βαϊοφόρα, την οποία πήγαιναν την παραμονή των Βαΐων . . . Περισσότερα

βάδια (η)

η απόφαση του Βενετού Προνοητή που επικυρώνει την απαίτηση αγωγής: «Επήγαμε εμείς οι κάτωθι γραμμένοι δια να εξετιμόσωμεν το ληγάτο όπου περιέχει γεγραμμένον εις την βάδιάν της …» (Ιστ. Αρ. Λ.)

βαδιμόνιο

(βεν. vadimonio) = καταγραφή-καταμέτρηση περιουσίας, σε περιπτώσεις χηρείας, διαζυγίου κλπ.

βαζασταρούδι

Βαζασταρούδι = τό κάθε θηλάζον μικρό πού μεγαλώνει μέ τό γάλα τῆς μάνας του. (Σημείωση: Στο «Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος του Π. Κοντομίχη , στα «Τα Λευκαδίτικα» του Χρ. Λάζαρη και στα «Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα» του Δημήτρη Κατωπόδη, αναφέρεται ως βυζασταρούδι (το)

βάζο (το)

όλα τα μικρά δοχεία που έβαζαν μέσα καφέ, ζάχαρη, τσάι κτλ.. τα ΄λεγαν βάζα. Ο κυκλικός τοίχος των ανεμόμυλων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης βάζο (τό): δύο μακρυά καί χονδρά ξύλα (συνήθως κορμοί) στό μῆ­κος περίπου τοῦ καϊκιοῦ, ἑνωμένα μεταξύ τους μέ ξύλα ἤ σίδερα κάθετα σέ . . . Περισσότερα

βαζόγαλο (το)

το τυποποιημένο γάλα, Βλάχας, Νουνού κλπ. «Του δίνω βαζόγαλο και πίνει, γιατί εγώ δεν το χορταίνω». Βαζόγαλο λέμε επίσης και ο άδειο κουτί γάλακτος.

βαζούρα (η)

λιποθυμιά, αναισθησία, σβήσιμο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαζούρα /ἡ/ (Ἰ. basire) = ζάλη, μετ’ ἐμβοῶν, καρηβαρία, λιποψυχία. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

βάζω

Βάζω, § φωνάζω μεγάλως. Σημ. Ἐκ τοῦ βαύζω καὶ βάζω.

βαθρακάκι ή βαθρακοκύλα

το φυτό βατράχιον και αγριοσέλινο ή βαθρακόχορτο. Σε χειρόγραφο γιατροσόφι του λαϊκογιατρού Θ. Κατωπόδη διαβάζουμε: «Τα βαθρακάκια είναι πέντε λογιών βότανα και έχουσι και τα πέντε μιαν δύναμιν» , και γίνονται εις τα νερά … και κάνουσι λουλούδια κίτρινα. Αυτά τα βότανα, τα φύλλα τους και τα λουλούδια τους …ν΄ . . . Περισσότερα

βάϊ

Βάϊ! εἶνε ἐπιφώνημα τῶν χωρευτῶν, ὅταν δίδοντες ἀνάπαυλάν τινα εἰς τὸν ρυθμὸν προσεπιφωνῶσι βάϊ! καὶ κλίνουσι πλαγίως ἢ πρὸς τὰ ὀπίσω, π.χ. «Τὸ γουργὰ… βάϊ… τὸ γουργάρικο χορὸ» κτλ.

βαΐζω

λυγίζω, γέρνω μπρος τα εμπρός λόγω ηλικίας ή λόγω ασθένειας γέρνω σκόπιμα και συχνά με χάρη όπως οι λυγερόκορμες κοπέλες, «αι λυγίζουσαι, αι θλώσσαι την μέσην των εν τω περιπατείν ή ορχείσθαι» (Γ.Χ.Μαρ.) στα δέντρα: «Οι ελιές αβάισαν από το βάρος του καρπού» – «Εβάισαν οι πορτοκαλιές, και τους έβαλα . . . Περισσότερα

βαϊφόρα

Βαϊφόρα /ἡ/ (βάϊον-φέρω) = εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ εἰσερχομένου ἐπὶ ὄνου εἰς Ἱεροσόλυμα προσαρμοζομένη εἰς τὰ βάϊα.

Click to listen highlighted text!