Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

αχρόνιαγος -η -ο

αυτός που δεν χρόνιασε. κατάρα: «μωρέ αχρόνιαγο, να μη σ΄ εύρει ο χρόνος». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀχρόνιαγος -η -ο (ἀ-χρόνος) = ὁ μὴ συμπληρώσας ἔτος, λέγεται καὶ ὡς κατάρα: «μωρὲ ἀχρόνιαγο» = βρὲ ποὺ νὰ μὴ συμπληρώσης ἔτος ζωῆς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Αχρόνιαγο, . . . Περισσότερα

ἀχώνη -ι

Ἀχώνη -ι /ἡ, τὸ/ (ά-χοάνη, χώνη) = ἀχόρταγος, ἀκόρεστος, ἄπληστος.

αψιδιά (η)

ιαματικό φυτό, κοινώς αψ΄διά. Σε συνταγή από γιατροσόφι λαϊκογιατρού βλέπομε: «Πάρε αψιδιά και βράσε τη με κρασί και δος της να πίνει και πέφτει το παιδί ευθύς» (Περί γυναικός όταν απεθαίνει το παιδί και δεν μπορεί να το γεννήσει). (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα σελ 68 και 124). Λεξικό του . . . Περισσότερα

αψύς (ο)

ο ευέξαπτος, ζωηρός. «Αυτός είναι αψύς, είναι παλικαράς». Κάποτε λέγεται και ειρωνικά. φράσεις: «Το ξίδι είναι πολύ αψύ» – «μην αστειεύεσαι με τ΄ άλογο γιατί είναι αψύ». παροιμία: «Είναι αψύς και θα σκάσει». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀψὺς (αἶψα, ἅπτομαι) = ὀξύς, δριμύς, ζωηρός, ἀτίθασος. (τὸ . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!