Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

ασκάντσο (επίρρ.)

όταν προστατεύει κανείς κάποιον και τον απαλλάσσει από ταλαιπωρίες. Τότε λέμε τη φράση: «Την πήρε ασκάντσο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσκάντσο /ἐπίρ./ (Ἰ. scansare, a scanso) = προστατευτικὴ συνοδεία, ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ταλαιπωρίας. «τὸν πῆρ’ ἀσκάντσο». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ασκί (το)

κατεργασμένο δέρμα τράγου, ολόσωμο, ατόφιο, για τη μεταφορά κρασιού, λαδιού, νερού κ.λπ. δερμάτινοι σάκοι αδιάβροχοι για τη μεταφορά πατημένων σε λίνους, σταφυλιών.

ασκιδιά (η)

δερμάτινος κουβάς για την εξαγωγή νερού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης αποτελούνταν από το μπροστινό μέρος του δέρματος (μόνο γιδίσιο) που αφού έδεναν το λαιμό με σπάρτο ή σχοινί, το επάνω μέρος το γύριζαν προς τα έξω ράβοντας το και περνούσαν ένα ξύλο  και από το ξύλο ένα . . . Περισσότερα

άσμα (το)

άσθμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἆσμα /τὸ/ (ἀάζω, ἆσθμα) = δύσπνοια παθολογική, ᾆσθμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ασπέρδικο

πιθανόν πρόκειται για το φυτό ασπερδούκλα ή σπερδούκλι Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

άσπρα

ασημένια Βυζαντινά ή Τούρκικα νομίσματα (50 άσπρα = 1 δουκάτο) Γλωσσάριο Ελένης Γράψα ποικιλία σύκων Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

ασπραγκαθιά (η)

το ιαματικό φυτό ασπάλαθος ο λαχναίος. Σε χργρ. γιατροσόφι του τόπου μας διαβάζομε: «Εις σπάσιμον, έπαρε τον σπόρον του ασπραγκαθίου και τρίψε τον και ένωσον αυτόν με μέλι απαφρισμένον και ας τρώγει ο ασθενής, ήγουν ο σπασμένος (=αυτός που έχει σπασμένη κήλη ή όρχεις, άλλως κατεβασμένο) ημέρας 40 ταχύ και . . . Περισσότερα

Ασπρογερακιώτης (ο)

ο κάτοικος του χωριού Ασπρογερακάτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσπρογερακιώτ(ης) -σα = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Ἀσπρογερακᾶτα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ασπροκούκια (τα)

ποικιλία κουκιών, πλατειά σε χρώμα υπόλευκο μέχρι καφέ. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

ασπρόπρασα (η) και ἀσπροπρασιά

αγριόχορτο, που φυτρώνει σε αυλές και ξέρες, αλλά δεν το τρώνε τα ζώα, το μυρίζουν και φεύγουν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσπροπρασὰ /ἡ/ (ἄσπορος-πράσιον) = τὸ χειλανθὲς φυτὸν πράσιον, φασόχορτον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀσπροπρασιά = ξερόβιο φυτό μεταξύ χόρτου καί θάμνου πού φυτρώνει κοντά . . . Περισσότερα

αστάλωτος -η -ο

ο μη σταλωμένος, το φυτό ή  καρπός του φυτού που δεν έχει ακόμα σκληρύνει είναι τρυφερός. «Το σιτάρι είναι αστάλωτο ακόμα, αγένωτο». Μτφ.: «Το παιδί δεν στάλωσε ακόμα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστάλωτος -η -ο (ἀ-σταλίς, στελεχῶ) = μήπω σκληρυνθείς, τρυφερὸς (λέγεται ἐπὶ καρπῶν καὶ λαχανικῶν). . . . Περισσότερα

ασταχυά (η)

διακοσμητικό πλέγμα από καλαμιές σιταριού μαζί με τα στάχυα τους. Το σχήμα τους είναι συνήθως τριγωνικό ή, περίπου, τραπεζίου. Τις ασταχυές τις κρεμούν στους τοίχους.

ἀστενομία

Ἀστενομία /ἡ/ = ἀστυνομικὴ δύναμις, χωροφυλακή, ἀστυνομικὸν κατάστημα. «τὸν ἔπιασ’ ἡ ἀστενομία», «τὸν πήγανε στν ἀστενομία».

ἀστενόμος

Ἀστενόμος /ὁ/ = ἀστυνόμος, διοικητὴς ἀστυνομικῆς δυνάμεως, ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς.

αστοχάω και ξαστοχάω

λησμονώ, ξεχνώ, αποτυγχάνω: «Το ξαστόχησα». «Αστόχησα να σου φέρω το βιβλίο σου». «Μην αστοχήσεις να πας». Στα φυτά: «Κέντρωσα τόσες αχλαδιές και καμιά δεν αστόχησε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστοχάω (ἀστοχέω) = λησμονῶ, ξεχνῶ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αστράφτω

εκτός από την κοινή σημασία του ρήματος, σημαίνει τοπικά και χαστουκίζω. «Θα σ΄ αστράψω κανένα χαστούκι για να μάθεις» – «Του άστραψε έναν τάμφαρο …» – «Θα σου δώσω μια ν΄ αστράψει η άλλη σου η πάντα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστράφτω = ἐκπέμπω ἀστραπάς, λάμπω, . . . Περισσότερα

αστραψά (η)

η αστραπή. Άγγ. Σικ. Αλαφρ.: «και βυθίστηκα ξάφνου σε τρίσβαθες /αστραψές και σε μύρια σκοτάδια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστραψὰ /ἡ/ = ἀστραπή, αἰφνιδία λάμψις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αστρίτης (ο)

το φίδι, οχιά,, οχέντρα. ΒΑΛ. Κατσαντώνης, στ. 7: «Μαχαίρι να του γένη / η κοινωνιά που του ΄βαψε τ΄ αφορισμένο στόμα, / θηλιά κι αστρίτης στο λαιμό τ΄ άγιο του πετραχήλι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀστρίτης /ὁ/ (ἄστρον, ἀστερίας, Ἀλ. καστρίκι) = ἔχιδνα ἡ ἀσπίς, ὀχιά. . . . Περισσότερα

ασυναύλιαστος

ο ακοινώνητος, ο ιδιόρρυθμος – ο αποφεύγων σχέσεις. «Είναι άνθρωπος ασυναύλιαστος». Σ΄ ένα δημ. σατυρικό τραγ. της Λευκάδας, που χαρακτηρίζει τους κατοίκους όλων των χωριών: «Κοντάραινα ασυναύλιαστοι και λασποκυλισμένοι». (Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας, σελ. 209). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσ(υ)ναύλιαστος -η -ο (ἀ-σὺν-αὐλίζω) = ἀκοινώνητος, ἐκκεντρικός, . . . Περισσότερα

ασυφταγιά (η)

βιασύνη, λαιμαργία, ανυπακοή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσ(υ)φταγιὰ /ἡ/ (ἀ-σὺν-φθάνω) = ἀπροφθασιά, βιασύνη, σπουδή, λαιμαργία. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ασύφταγος -η -ο

ο ασυμπαθής, ο βιαστικός, ο ταραχοποιός – ο μη δεχόμενος συμβουλές και συστάσεις. «Μωρέ ασύφταγο, που να μην ιδείς καλό» – «Δεν πας στον ασύφταγο;» = στο διάολο. Κάτι που δεν φτάνει ή κάτι που δεν έχει προκοπή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσύφταγος -η -ο (ἀ-σὺν-φθάνω) . . . Περισσότερα

ασφάκα (η)

το ιαματικό φυτό ασφάκα, φλομίς ή θαμνώδης, είδος ελελίφασκου. Λέγεται και γαϊδουρόσφακα. Βγάζει σκληρά στακτώδη φύλλα και κίτρινα λουλούδια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσφάκα /ἡ/ = σφάκος, σφάγνος, έλελίφασκος ὁ καλυκώδης, σφάκα, ἀγριοσφακιά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!