Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

ασφελαγγνιά (η)

Ασφελαγγνιά, η: ο ιστός της αράχνης και ασφάλαξ, σφάλαξ, το σφελάγγι (η αράχνη). σφελγγ΄νιά

ἀσφελαχτὸς

Ἀσφελαχτὸς /ὁ/ = ὁ ἀσπάλαθος, σφαλαχτός, σπάλαθρον (ἀκανθώδης θάμνος). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το φυτό ασπάλιθος, ακανθώδες. «Εκ του φλοιού της ρίζης του οποίου παρασκευάζετο ευώδες έλαιον» (Δημητράκος). Βαλαωρίτης (Διάκος): «Το θρούμπι, την αλιφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα» (σελ. 268). Ως αγακθωτό, κατάλληλο για φράκτες. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα . . . Περισσότερα

ασφραγκελωνιά (η)

θαμνώδες φυτό με σκληρό φύλλο και ακανθώδες βλαστούς. Δημ. τραγ.: «Κόψε ξύλο φκιάσε Γιάννη, κι ασφραγκελωνιά Βασίλη».

άσωστος

μισοφτιαγμένος, ατελείωτος, μτφ. για πολύ κοντούς και αδύνατους ανθρώπους

ατάλικος -η -ο

ο αδύνατος, ο λίγο καχεκτικός. «Το παιδί είναι ακόμα ατάλικο για την ώρα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀτάλ(ι)κος -η -ο (ἀτάλλω-ἀταλὸς) = τρυφερός, εὐπαθής, εὔθραστος, χωρὶς ἀντοχήν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀτάλικος = ἀδύνατος, λεπτοκαμωμένος, εὐπαθής. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ατζάρδο (το)

ριψοκίνδυνη πράξη, παράτολμη, θαρραλέα: «Θα κάμω το ατζάρδο» κι ο,τι βγει πέρα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀτζάρδο /τὸ/ (Ἰ. azzardo, acerbo) = θάρρος, ριψοκινδυνότης, ἀφοβία. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ατζαρδόζος -α -ο

ο ριψοκίνδυνος, ο αποφασιστικός «Πολύ ατζαρδόζος άνθρωπος» – «Αυτό ήταν μεγάλο ατζάρδο, που έκαμε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀτζαρδόζος -α -ο (Ἰ. azzardo, acerbo) = θαρραλέος, ριψοκίνδυνος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ατζιόνε (η)

πράξη, ασχολία, άνθρωπος δραστήριος, ευκίνητος, ενεργητικός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀτζιόνε /ἡ/ ἀρχ. (Ἰ. azione) = ἔργον, πρᾶξις, ἀσχολία, μετοχή, δικαίωμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ατλάζι (το)

είδος γυαλιστερού και σκληρού υφάσματος από καθαρό μετάξι ή ανακατωμένο με μαλλί και λινό.

ατονάω

αδυνατώ, υποφέρω, καταπονούμαι. «Ατόνησα να ανεβάσω το σακί απ΄τη σκάλα», «Ατόνησα να τον πείσω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀτονάω (ἀ-τόνος) = ἀτονῶ, καταπονοῦμαι, ἀποκάμνω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀτονάω = ἀποδυναμώνομαι, ἔχω ἀτονίσει (ἔχω χάσει τή δύναμή μου). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ατούρα (η)

συνήθης αδιαθεσία στην εγκυμοσύνη. «Έχει ατούρες φαίνεται», λέγεται και ως αστεϊσμός μεταξύ αρρένων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀτοῦρα /ἡ/ (Ἰ. atturire) = ἐνόχλημα ἐγκυμοσύνης, ἀδιαθεσία συνήθης εἰς τὰς ἐγγύους, δυσφορία. «ἔχει ἀτοῦρες». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ατόφιος (ο)

ο μονοκόμματος, ο μη τεμαχισμένος, ο ακέραιος. Έπεσε μια κολόνα ατόφια». αλλιώς: «ατόφιο χρυσάφι» (καθαρό). «ατόφιος άνθρωπος» = ακέραιος, τίμιος.

ἀτράκου

Ἀτράκου /ἐπίρ./ (ἀτρεκῶς, Ἰ. a traccia) = ἐπακριβῶς, ἐπὶ ταυτό, ἐν ἀπροσδοκήτῳ συναντήσει. «ἐπέσαμ’ ἀτράκου».

άτσαλα (επίρρ.)

άτακτα, ακατάστατα, άσχημα – «χτύπησε άτσαλα» – «τον έδειρε άτσαλα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄτσαλα /ἐπίρ./ (ἀτάσθαλος, Ἀλ. ἀdshαλjὲ) = ἀτάκτως, ἀκαταστάτως, δεινῶς. «τὸν ἐβάρεσ’ ἄτσαλα». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ατσάλι (το)

ο χάλυβας – με πολλές σημασίες και χρήσεις: «Έχει καρδιά ατσάλι» – «στέκει ατσάλι» (=είναι σκληρός και άκαμπτος) – «στέκομαι στ΄ ατσάλι» (=είμαι πανέτοιμος). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀτσάλι (τό): xάλυβας, ΒΕΝ. azzàl. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου  

ατσαλιά (η)

ακαταστασία, ακαθαρσία, αναστάτωση. «Μου ΄καμες μεγάλη ατσαλιά» – «Φέραμε λάδι από το λιτρουβειό και κάναμε ατσαλιά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀτσαλιὰ /ἡ/ (Ἀλ. adshaλjὲ) = ἀτασθαλία, ἀκαταστασία, ἀταξία, ρυπαρότης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης  

άτσαλος (ο)

ακατάστατος, άτακτος, αδιάφορος, ατημέλητος και ακάθαρτος. «Είναι πολύ άτσαλος στις δουλειές του. – «Είναι ατσαλόστομος» – «Έχει άτσαλη γλώσσα» – «Άτσαλη είμαι ατσαλιές δε θέλω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄτσαλος -η -ο (ἀτασθαλία ; ἀdshαλjὲ) = ἄτακτος, ἀκατάστατος, ἀνεπιτήδειος, κακός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἄτσαλος . . . Περισσότερα

ατσάραντος -η -ο

το ωδικό πουλί χλωρίων, κοινώς φλώρος, χρώματος ωχροπράσινου, για να μοιάζει με την χλωρίδα. Άγγ. Σικ. Αλαφρ. : «Ως τ΄ άγριο τ΄ αχνοπράσινου / του ατσάραντου μεθύσι / που το λαρύγγι, απ΄ το βαθύ / κι ακράτητον ανάβρυσμα / λογιάζεις πως θα σκίσει». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

ατσιδέντε (το)

απρόοπτο συμβάν, ατύχημα. «Για κάθε ατσιδέντε, βάλε και λίγα λεπτά στην άκρη». Από έγγραφη αναφορά του 1711: «Μαγίου πρώτη: Το τραύμα ήταν ατσιδέντε». (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας, Protocolo1709-11). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀτσιδέντε /τὸ/ (Ἰ. accidente) = συμβάν, περιστατικόν, ἀπρόοπτον, ἀτύχημα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

άτσιντο (το)

το ξίδι, κοινώς γλυκάδι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄτσιντο /τὸ/ (Ἰ. acido, aceto) = ὀξύ, ὄξος, ξῦδι, γλυκάδι, ξυνὸ (κιτρικὸν ὀξύ). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης  

άττο (atti)

πράξη, ενέργεια, έγγραφο με νομική υπόσταση (δικογραφία), συμβολαιογραφική πράξη. Στον πληθυντικό οι πράξεις, τα πρακτικά, το Αρχείο. (Atti dell congresso = πρακτικά συνελεύσεως). (αρχειοθέτηση εγγράφων εκ του Ιταλικού στο Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄτο /τὸ/ ἀρχ. (Ἰ. atto) = πρᾶξις, ἐνέργεια, ἔγγραφον, δρᾶμα. . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!