Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

άγαρμπος (ο)

άκομψος, άχαρος, άσχημος. Αυτός που δεν έχει γάρμπος (κομψότητα). Λέμε: «άγαρμπο σπίτι», «άγαρμπα ρούχα» αλλά και «του τα πες άγαρμπα», «του φέρθηκες άγαρμπα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄγαρμπος -η -ο: (ἀ –  Ἰ. garbo) = ἄκομψος, ἀκαλαίσθητος, ἄσχημος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγάς (ο)

Έτσι «στόλιζαν» οι νοικοκυρές τους άντρες τους. Αφέντης, νοικοκύρης. Μτφρ. ο αυταρχικός, δεσποτικός. «Που είναι αυτός ο αγάς;»

αγγειό (το)

σκεύος ποικίλης μορφής και χρήσης. Έχει και μεταφορική έννοια, υποτιμητικά, «είσαι καλό αγγειό και λόγου σου», «αυτός είναι κακό αγγειό» = ύπουλος, καταχθόνιος. Για τα άτακτα παιδιά λέμε: «δεν κάνει τ’ αγγειό σου καλό νερό» κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αγγείον, οικιακό σκεύος, ουροδοχείο ή αλλιώς . . . Περισσότερα

αγγελοκρούζω

προξενώ σε κάποιον πόνους  το παθητικό αγγελοκρούζομαι = φοβάμαι πολύ. «Μόλις τους είδα αγγελοκρούστικα», εξού και η κατάρα, «μωρέ αγγελοκρουζμένο που ‘να μ΄ εύρει ο χρόνος». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγγελοκρούζω:  (ἄγγελος – κρούω) = προκαλῶ δριμὺν καὶ αἰφνίδιον πόνον, αἰφνιδιάζω, τρομοκρατῶ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

ἀγγελοκρουσμὸς

Ἁγγελοκρουσμὸς θάνατος. Ἡ λέξις φαίνεται ληφθεῖσα ἐκ τῆς Ἁγ. Γραφῆς (Βασιλ. Β´. Πρᾶξ. ιβ’, 23), ἢ ἐκ τῆς ἀρχαιοτάτης δοξασίας, ὅτι ὁ ἄγγελος Ἑρμῆς ἐγγίζων διὰ τῆς ῥάβδου του ἀφαιρεῖται τὰς ψυχάς· εἴτε ἐκ τῆς παρ᾿ ἡμῖν κοινῆς παραδόσεως, ὅτι ὁ ἄγγελος ἐκτελεῖ τὰ τοῦ Ἑρμοῦ ὡς μαρτυρεῖ καὶ τὸ . . . Περισσότερα

αγδίζω

αισθάνομαι αηδή γεύση, τρώγοντας ή πίνοντας κάτι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγδίζω:  (ἀηδίζω) = αἰσθάνομαι γεῦσιν μεταλλικήν, ὑπόξεινον ἤ ἀηδῆ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγένωτος -η, -ο

άγουρος. «τα σύκα είναι ακόμα αγένωτα» – «το ψωμί είναι αγένωτο», – «η σαρδέλα (της λάτας) είναι αγένωτη» κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγένωτος -η -ο:  (ἀ-γίγνομαι) = ἄωρος, ἀκατάλληλος ἀκόμη πρὸς χρῆσιν δι’ ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἐπεξεργασίας (ζυμώσεως, ἁλατισμοῦ). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγένωτος § . . . Περισσότερα

αγερικό (το) ή αερικό

τα κάθε λογής δαιμονικά και ξωτικά. Λέμε: «τον χτύπησαν τα αγερικά και έπεσε του θανατά…» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγερ(ι)κὸ:  /τὸ/ (ἀὴρ) = κακοποιὸν πνεῦμα προσβάλλον αἰφνιδίως τὴν ὑγείαν (δεισιδαίμων πρόληψις αἰτιολογοῦσα βαρείας τινὰς παθήσεις ὡς τὴν ἀφασίαν, ἴλιγγον, παραλήρημα κ.τ.τ.).  Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγερισά (η)

η εξαφάνιση κάποιου χωρίς λόγο, ξαφνικά. «Πάει στ’ ν’ αγερ(ι)σά» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγερ(ι)σὰ: /ἡ/ (ἀ-γυρόω) = ἀναχώρησις ἀνεπίστρεπτος, ἐξαφάνισις. «πάει στν ἀγερσά». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγιασμός (ο)

το βότανο, η μέντα η μυριστική και η ιαματική. «το ζουμί του να το πίνει με ξύδι, κρατεί το αίμα από κάτω, σκοτώνει τις λεβίθες». Χειρόγραφο γιατροσόφι.

αγιόκλημα (το)

φυτό αναρριχώμενο του κήπου και του αγρού. Αναδίνει εξαίσια και λεπτή ευωδιά, βγάζοντας άνθη άσπρα, κυρίως, αλλά και κόκκινα. Δεν λείπει από κανέναν περιποιημένο κήπο ή περιβόλι στην Λευκάδα, με παράδοση αιώνων, όπως και πολλά άλλα «παραδοσιακά λουλούδια». «όπου επρασίνιζε πυκνός ο νύλακας, το μύρτο/τ΄αγίκλημα, η μελετινή…» Αρ. Βαλαωρίτης – . . . Περισσότερα

αγιομαυρίτης -ισσα

ο κάτοικος της Αγίας Μαύρας (Λευκάδα). βλέπε «μπουρανέλλος» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁγιομαυρίτ(η)ς -σα:  = ὁ ἐκ τῆς πόλεως Ἁγίας Μαύρας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αγιούλι (το)

το φυτό ίον το εύοσμον. Δημοτικό τραγούδι: «αγιούλια είν΄τα μαλάκια σου κι όθε και αν πας μυρίζουν όθε περάσεις και σταθείς, αντρόγενα χωρίζουν» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Άγιοῦλι:  /τὸ/ = ἴον, μανουσάκι, μενεξές. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγιοῦλλι § τὸ ἴον. Σημ. Ἐγένετο ἐκ τοῦ . . . Περισσότερα

αγιουλιά (η)

το φυτό που παράγει τ’ αγιούλια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγιουλιὰ:  /ἡ/ = τὸ φυτὸν ποὺ παράγει τὸ «ἀγιούλι». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἀγιουλίζω ἢ ἀϊουλίζω

Ἀγιουλίζω ἢ Ἀϊουλίζω § στίλβω, λάμπω. Π. ἀγιουλιάζουν τὰ ῥοῦχά σου = λάμπουσι. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀρχ. αἰολίζω. Τί δὲ εἰπεῖν περὶ τῆς διαλύσεως τῆς διφθόγγου Ἄϊ; Ταύτην ἀπαντῶμεν καὶ εἰς ἄλλας λέξεις, οἷον χαϊδεύω, γάϊδαρος κτλ. (ἰδ. Ϊ ἡδύφ.), εἰς ἃς φαίνεται ὅτι τὀ Ι παρενεβλήθη λόγὼ ἡδυφωνίας, καθότι . . . Περισσότερα

αγιουλίσιος -α, -ο

έχει το χρώμα του αγιουλιού. «μελάνη αγιουλίσια». «αγιουλιά εσαλεύανε του λιναριού τα πεύκια (υφαντά) κάτω» Άγγελος Σικελιανός: Αλαφροΐσκιωτος, 824

αγιουτάρω (ἀϊτάρω) και ἀγιοῦτο (ἀϊοῦτο)

βοηθώ και αγιούτο = βοήθεια. «δώστε του ένα αγιούτο να ξελασπώσει το κάρο» – «δώστε του ένα αγιούτο μη λάχει και αλλάξει δρόμο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀϊτάρω:  (Ί. aiutare) = βοηθῶ αὐτοπροσώπως εἰς ἐργασίαν. Ἀγιοῦτο (ἀϊοῦτο):  /τὸ/ (Ί. aiuto) = αὐτοπρόσωπος καὶ ἄμεσος βοήθεια, συναρωγή, . . . Περισσότερα

αγκαθός (ο)

κομμάτι καρβελιού, αγκαθωτό και από γωνία. «φάγε αγκαθό να σ’ αγαπάει η πεθερά σου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκαθὸς:  /ὁ/ (ἀ – κανθός, ἄκανθα) = τεμάχιον ἄρτου «καρβελιοῦ» κοπτόμενον ἐλλειψοειδῶς ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν περιφέρειαν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Από την αρχαία λέξη κανθός με . . . Περισσότερα

ἀγκαστρώνω

Ἀγκαστρώνω:  (ἐν-γαστήρ, γαστρόω) = γονιμοποιῶ θῆλυ (τὸ κάμνω ἔγκυον). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγγαστρόνω § ἔγγυον ποιῶ. Κ.Ν. Σημ. Ἐκ τοῦ ἐγγαστρόω (Σύλλ. Ι. ΙΙ.). Ὁ Βυζάντιος γράφει ἐγγαστρόνω καὶ Γκαστρόνω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

ἀγκελοκρούζω

Ἀγκελοκρούζω:  (ἀκίς, ἀγκύλη) = πλήσσω διὰ νύσσοντος ὀργάνου, κεντρίζω μὲ βελόνην, ἄκανθαν κ.τ.ὅ.

ἀγκελοκρούξιμο

Ἀγκελοκρούξιμο =Βίαιο καί ὀδυνηρότατο κέντρισμα, ὅπως ἀπό σκορπιό, ἀλλά καί ἀπό ὁποιοδήποτε αἰφνίδιο πλῆγμα.

αγκελώνω ή αγκυλώνω

κεντώ κάποιον με μυτερό αντικείμενο, βελόνι, αγκάθι κλπ. «πήγα να κόψω ένα τριαντάφυλλο και αγκελώθηκα», «έκοβα βάτα και αγκελώθηκα». Μεταφορικά: «τα λόγια αγκέλωσαν την καρδιά μου», «τα αγκάθι που αγκελώνει δεν φαίνεται (για τους ύπουλους που μας κάνουν κακό αναπάντεχα και αιφνίδια)», «η αγάπη είναι αγκάθι π’ αγκελώνει την καρδιά . . . Περισσότερα

αγκερίδι (το)

μικρή βελόνα πλεξίματος με αγκιστροειδή άκρη (αιχμή). Με το αγκερίδι, πλέκουν δαντέλες, μπέρτες κ.α. πλεκτά ενδύματα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκερίδι:  /τὸ/ (ἀγκυρίδιον) = βελονάκι κεντήματος μὲ κυρτὴν αἰχμήν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγκερίδι = βελονάκι κεντήματος. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

αγκίδα (η)

βελονοειδής, μικρή σκίζα ξύλου που απρόβλεπτα μας τραυματίζει. «μου τρύπησε το δάχτυλο μια αγκίδα στο πάτωμα» Μεταφορικά: ο πονηρός, ύπουλος και ραδιούργος, που μας ρίχνει σε έριδες. «είναι κακή αγκίδα ελόγου του». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκίδα:  /ἡ/ (ἀκίς) = ἄκανθα, αὶχμή, ἄνθρωπος ραδιοῦργος προκαλῶν διενέξεις. . . . Περισσότερα

αγκινάρα (η)

το γνωστό φυτό και το άνθος του. «Αγκινάρα με τ’ αγκάθια και με τα πολλά σου τ’ άνθια» Δημοτικό τραγούδι Με την αγκινάρα οι παλιές Λευκαδίτισσες έκαναν διάφορες μαγγανείες, για ν΄ ανοίξει η μοίρα τους. Έτσι για να ανοίξει η μοίρα ενός κοριτσιού παίρνει μια αγκινάρα, την βάζει κρυφά πάνω . . . Περισσότερα

ἀγκίστρι (τό)

κατακόρυφα μεγάλα σίδερα μήκους ἑνός περίπου μέτρου καί πλάτους 10 –12 ἑκ., πού ἐτοποθετοῦντο κάθετα πρός τόν τοῖχο, στήν ἐξωτερική πλευρά τοῦ τοίχου μεταξύ τῶν ἀνοιγ­­μά­των καί παραθύρων. Ἀγκίστρωναν καί συγκρα­τοῦ­σαν τά πατωμάτερα τοῦ α΄ ὀρόφου μέ τήν λίθινη ὑποδομή τοῦ ἰσο­γείου. Λέγονταν καί λάμες.

Click to listen highlighted text!