Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Α

αρρεβωνίσα (τα)

οι αρραβώνες. Σε χργρ. του 1757 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαάζομε: » … εξόδευσα και δια τον γάμον της θυγατρός μου Παρασκευής σε αρεβονίσα και στεφανόματα, ήγουν σε μέλια, καφέδες, ζάχαρες, κουφέτα και άλλα, μονέδα λ.(ίρες) 1136″.

αρρωστολόγος (ο)

πεταλουδίτσα που μπαίνει στα σπίτια τους ζεστούς μήνες και γυροφέρνει παντού. Κατά τη λαϊκή αντίληψη η είσοδός της προμηνύει αρρώστια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρρωστολόγος /ὁ/ (ἄρρωστος-λέγω) = ἡ νυκτόβιος ψυχὴ κλώστειρα, καντηλοσβύστης, ταξειδιάρης. (Θεωρούμενος εἰς τὰ χωρία τῆς Λευκάδος ὡς προάγγελος νόσου). Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

αρταίνομαι

δεν κρατάω Σαρακοστή, τρώγω Πασκάτικα (=μη νηστίσιμα) στη διάρκεια νηστειών.

αρταίνω

αρχ.: αρτύω. βάζω στο φαγητό διάφορα αρτύματα για να γίνει πιο νόστιμο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρτένω § καρυκεύω· παθ. ἀρτένομαι = μολύνω τὴν τεσσαρακοστὴν διὰ τροφῆς ἀπηγορευμένης. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀρτύνω (Σύλλ. 30). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

άρτζενο (το)

χαντάκι, ανάχωμα, μεγάλο αυλάκι. Αναχώματα γερά που χωρίζουν τη θάλασσα από τα τηγάνια (αλοπηγεία) των Αλυκών Λευκάδας. το μεγάλο χαντάκι των Αλυκών προς την πόλη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄρτζενο /τὸ/ (Ἰ. argine) = πρόχωμα, ἀνάχωμα, ἐπίχωμα. (τὸ χωρίζων τὰ ἄκρα τῶν ἁλυκῶν ἀπὸ τὴν θάλασσαν). . . . Περισσότερα

αρτίκολο πρίμο (το)

το πρώτο άρθρο του νόμου. Η φράση λέγεται σαν αστεϊσμός στην αρχή μιας συζήτησης. φράση: «Λοιπόν, ακούστε αρτίκολο πρίμο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρτίκολο /τὸ/ (Ἰ. articolo) = ἄρθρον, θέμα, ζήτημα. «πρίμο, σεγκόντο κ.ο.κ.». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

άρτσα (η)

ναυτ. παράγγελμα για ομαδική προσπάθεια στην κωπηλασία. Αυτό λέγεται κυρίως στις τράτες. φράση: «Άρτσα όλοι παιδιά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄρτσα /ἡ/ (αἵρω, ἄρσις) = ἡ ἀνέγερσις πράγματος, ἡ ἀνύψωσις, παράγγελμα ὁμαδικῆς προσπαθείας «ἄρτσα οὖλοι». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

άρτσα-πάγκος (ο)

σύνθημα για σύγχρονη κωπηλασία στις τράτες. Πάγκος: το σανίδωμα που κάθονται οι κωπηλάτες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄρτσα-πάγκος /ὁ/ (ἄρσις –  Ἰ. banco) = ὁ σελμός, τὸ μαδέρι ὅπου κάθηνται οἱ κωπηλατοῦντες. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

αρτσίκλι (το)

τα πόδια του ανθρώπου, ιδίως των ψηλών. φράσεις: «Μάζεψε τις αρτσίκλες σου, δα …» – «Άπλωσες τις αρτσίκλες σου σαν αγάς». και αρτσίκλα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρτσίκλι /τὸ/ (Ἰ. articolo) = ἄρθρον τοῦ σώματος, μέλος, σκέλος. «μάζωξε τ’ ἀρτσίκλια σου». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης . . . Περισσότερα

αρτυμή (η)

διάφορα καρυκεύματα για το νοστίμισμα του φαγητού. φαγητό απαγορευμένο στη Σαρακοστή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρτυμὴ § ἄρτυμα, καρύκευμα. Μ. φαγητὸν ἀπηγορευμένον κατὰ τὴν τεσσαρακοστήν. Π. ἔφαγα ἀρτυμὴ = φαγητὸν δι᾿ οὗ ἐμόλυνα τὴν τεσσαρακοστήν. Σημ. ἐκ τοῦ ἀρτύω. βλ. καί ἀμολυφή Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

αρύ (το) και αριό

αραιά υφασμένο πανί. (αρύς – αρειά – αρύ). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρῦς -υὰ -ῦ (αἴρω) = ἀραιός, ἀνάριος, ἀγανός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἄς

Ἂς § ἄφες. Π. ἄς τους καὶ δὲν ᾿ξέρουν τί κάνουν = ἄφες αὐτοῖς οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι. Σημ. Ἐκ τοῦ ἄφες κατ᾿ ἀποκοπὴν ἄφς. Π. ἄφς τονε νὰ πάῃ· καὶ δευτέρᾳ ἀποκοπῇ ἄς.

ασδιάλεγος -η -ο

ο αδιάλεχτος, ο αμάζευτος (επί προϊόντων, π.χ). φράση: «Έχομε κάτι ελιές και τις αφήκαμε ασδιάλεχτες καταγής. Δεν έχομε χέρια, βλέπεις!».

ἄσε

Ἄσε § ἄφες. Π. ἄσε τον νὰ φύγῃ. Σημ. Ἐκ τοῦ ἄφες κατὰ μετάθεσιν ἄφσε καὶ ἀποκοπῇ ἄσε

ασενιάρω

προσδιορίζω, ταχτοποιώ, προσαρμόζω. και ασενιατζιόν = χορήγηση, παραχώρηση. Σε χργρ. Νο 175 (χωρίου Βαυκερή) (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας), διαβάζομε: » … και θέλοντας να της ασενιάρομεν δια τον άνοθεν κρέδιτό της …» (=ενέχειρο, δάνειο). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσενιάρω (Ἰ. assegnare) = προσδιορίζω, προσαρμόζω, εὐθετῶ δύο ἢ . . . Περισσότερα

ασένιο (το)

το σύνθημα, σύγχρονα με κάτι. Μόλις δοθεί το σύνθημα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσένιο /ἐπίρ./ (Ἰ. a segno) = μὲ τὸ σύνθημα, συγχρόνως, ταιριαστά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ἀση(ι)διὰ

Ἀση(ι)διὰ /ἡ/ (ἀσκὸς) = σκεῦος ἀντλήσεως ὕδατος ἀπὸ ἐγχώριον δέρμα.

ἀσηκόνω

Ἀσηκόνω καὶ άσκόνω σηκόνω καὶ σκόνω = ἐπαίρω, ἀνυψῶ, μετεωρίζω. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ σηκόω (Σύλλ. Ι. ΙΙ.). Ὁ Βυζ. μόνον τὸ σηκόνω σημειοῖ· ὁ δὲ Βλάχος μόνον τὸ ἀσικόνω (γρ. ἀσηκόνω).

ασίγιστος -η -ο

αυτός που δεν ησυχάζει, που κινείται και εργάζεται πολύ, αυτός που μιλάει πολύ. Τα παιδιά που παίζουν και φωνάζουν αδιαφορώντας για την ησυχία των άλλων. Εξ ου και οι φράσεις: «κάτσε καλά, μωρέ ασίγιστο» – «ασίγιστος νοικοκύρης» – «ασίγιστη δουλεύτρα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσίγ(ι)στος -η . . . Περισσότερα

ασίκης -ισσα

ο εύσωμος, ο λεβέντης, ο θελκτικός. Δημ. τραγ. :»Ασίκης, είσαι μάτια μου, κι ασίκικα διαβαίνεις / κι ασίκικα πατάς στη γη, και κουρνιαχτό δεν παίρνεις».

Click to listen highlighted text!