Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

χίλια-μόδια

ευχή που δινόταν κατά την περίοδο του αλωνίσματος σε κείνους που αλώνιζαν ή επρόκειτο να αλωνίσουν. Κι αυτό είναι κατάλοιπο της εποχής που χρησιμοποιούσαν ως μέτρο βάρους το ρωμαϊκό μόδιο, χωρητικότητας 15 οκάδων. Το μόδι, ( ο μόδιος) ήταν ξύλινο μέτρο με σταυροειδή λαβή. Το «χίλια μόδια» έμεινε και ως . . . Περισσότερα

χιλιόποδο (το)

σκωληκοειδές ζωύφιο με πολλά πόδια, άλλως μαμούνι. Έχει ιαματικές ιδιότητες. Σε χργφ. γιατροσόφι, διαβάζομε: «Ετούτα τα μαμούνια τα λέγουσι χιλιόποδα και ευρίσκονται από κάτω εις τες πέτρες, και ωσάν πάρει η μέρα,, αυτά να τα μαζώξει κάμποσα, να τα ζουλήσει και να τα βάλει εις ένα ροδόφυλλο και να βάλει . . . Περισσότερα

χιλιόφυλλο (το)

το βοτάνι του κριού. Είναι από τα βότανα που χρησιμοποιούσαν οι κομπογιαννίτες γιατροί σε πολλές περιπτώσεις ασθενειών. «Κριός – Μάρτιος – το χιλιόφυλλον. Του κριού το βοτάνι είναι το χιλιόφυλλο. Τούτο έχει δύναμιν θαυμαστήν. Τον ζουμόν αυτού σμίξον αυτό μετά ροδελαίου. Όταν κυριεύει αυτό το ζώδιον και πληγήν θανάσιμον δια . . . Περισσότερα

χιονίστρα ή νεροκονίδα

η διόγκωση των δακτύλων του χεριού και ποδιού ή της μύτης και των αυτιών λόγω ψύξεως. Είδος κρυοπαγήματος. «έχω χιονίστρες στα πόδια»

χλεμπόνα (η)

αρρωστημένη γυναίκα, κίτρινη από ελονοσία ή άλλη ασθένεια «Είναι χλεμπονιάρω, ο,τι κι αρρωστάει» χλεμπονιάζω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλεμπόνα /ἡ/ (χλόη-πονέω; Σ. χλὲb) = πρασινοκίτρινη, ἀρρωστιάρα, ἑλοπαθής, «χαμένο ψωμί». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χλεμπόνα § τὰ πολλὰ ὥριμον ἀγγούριον καὶ ἑπομένως κύτρινο. ΚΝ. Σύλλαβος – . . . Περισσότερα

χλεμπονιάζω

Χλεμπονιάζω (χλόη-πονέω; Σ. χλὲb) = πρασινοκιτρινίζω ἀπὸ ἑλονοσίαν, γίνομαι νωθρὸς καὶ ἀδρανής. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χλεμπονιάζω § Μέσ. εἰμὶ κύτρινος, ὡς ἡ χλεμπόνα, ἑπομένως καχεκτικός. Ἐκ τούτου καὶ χλεμπονιάρης = ὁ ἀρρωστιάρης. Σημ. Περὶ τῆς καταλ. –άρης ἰδ. ᾿Ξυπολιάρης. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου καί  χλεμπόνα (η)

χλεμπονιάρω

«Είναι χλεμπονιάρω, ο,τι κι αρρωστάει» βλ. χλεμπόνα (η)  χλεμπονιάρης και χλεμπονιασμένος χλεμπονιάζω

χλέπα

Χλέπα /ἡ/ (Ἰ. qleba, Σ. χλὲb-ὰκ) = ἀνώμαλον ὑπόλειμμα ἄρτου, πήλινον δοχεῖον ραγισμένον.

χλημητίζω

Χλημητίζω § λέγεται ἐπὶ τῶν ἵππων, ὅταν ἀναφωνῶσιν. ΚΝ. Σημ. Αὐτὸ τὸ ἀρχαῖον χρεμετίζω (Σύλλ. 7).

χλιαίνω

ζεσταίνω ελαφρά το νερό. Δημ. τραγ.: «Βάλτε να χλιάνει το νερό και φέρτε το σκαφίδι / φέρτε μεσάλι καθαρό και κόκκινο μαντήλι / και φέρτε μεξόσητα κι αλεύρι σιμιγδάλι / για ν΄  αναπιάσομε κι εμείς της νύφης το προζύμι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλιαίνω (χλίω) = . . . Περισσότερα

χλιατζώνω

Χλιατζώνω (ἠχητ. χυλός, χυτλόῳ) = ἐπαλείφω μὲ βόρβορον ἢ ἄλλην παχύρρευστον ἀκαθαρσίαν.

χλιβερὸς -ὴ -ὸ

Χλιβερὸς -ὴ -ὸ (θλίβω) = θλιβερός, λυπημένος, ἀτυχής, συμπαθής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χλιβερὸς § θλιβερός, δυστυχής. Ἐκ τούτου καὶ ἐπίρρ. χλιβερά. Π. θέλω νὰ κλάψω χλιβερὰ καὶ παραπονεμένα. Σημ. Ἐκ τοῦ θλιβερὸς κατὰ τὰ Δωρ. ὄρνιχα ἀντὶ ὄρνιθα· χρῶνται δὲ τῇ λ. οἱ χωρ. Ὁ Βυζ. π. τὸν . . . Περισσότερα

χλιμάρα (η)

λύπη, πένθος, να λυπάται η ψυχή σου «Μην τα ρωτάς, είναι μια χλιμάρα!». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλ(ι)μάρα /ἡ/ (θλίβω) = θλῖψις, λύπη, πένθος, κατήφεια, δυσθυμία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χλιός -ά -ό

χλιαρός, λίγο ζεστός Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλιὸς -ὰ -ὸ (χλίω) = χλιαρός, μετρίως θερμός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χλίψη (η)

θλίψη Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλίψ(ι) /ἡ/ = θλῖψις, μελαγχολία, λύπη, δυσθυμία. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χλώρη (η) και χλώρα

ποικιλία επιτραπέζιου σταφυλιού λευκού Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλώρα /ἡ/ (χλωρὸς) = ποικιλία λευκῆς ἐγχωρίου σταφυλῆς μὲ πρασινίζουσαν ἀπόχρωσιν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χλώρα καί φλώρα = λευκό ἐπιτραπέζιο σταφύλι (ποικιλία σταφυλιοῦ). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χνάρι, το

Χνάρι, το: το ίχνιον = σημείον ποδιού, ίχνος = βήμα, εκ του ρ. ιχνεύω, ανιχνεύω.

χνίπα ή σκνίπα (η)

«Είναι σκνίπα στο μεθύσι» – θόλωσε το μυαλό του. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χνίπα /ἡ/ = σκνίψ, σκνίπα (κνέφας, γνόφος) = διάνοια συνεσκοτισμένη ἐκ μέθης, κατάστασις βαρείας μέθης. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χόβολη (η)

στάχτη ανακατεμένη με αναμμένα κάρβουνα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χόβολ(η) /ἡ/ (χοῦς-βάλλω, χοό-βολη, Ἰ. covile) = ἀνθρακιά, τέφρα μὲ ὑπολείμματα ἀναμμένων ἀνθράκων. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χοιροβοσκός (ο)

βότανον κενταύριον το μέγα. Έχει ιαματικές ιδιότητες: «Το κενταύριον λέγεται και κοινά χοιροβοσκός. Η ρίζα του ωφελεί τους σπασμένους. Είναι δια τα κόκαλα τα τζακισμένα. Δια τον παλαιόν βήχα …».

χολάτο (το)

τρυφερό βλαστάρι, εύρωστη καταπράσινη σπορά. «Χολάτα λάχανα» ΒΑΛ. Φωτεινός, Α΄:»Και τώρα που προβαίνει / σγουρό, χολάτο από τη γη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χολᾶτος -η -ο (χολὴ) = βαθυπράσινος, εὔβλαστος (ἐπὶ χόρτων καὶ φυτῶν). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χολάτος = εὔρωστος βλαστός, χολάτο σπαράγγι (τρυφερό . . . Περισσότερα

χολιάζω

θυμώνω, οργίζομαι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χολιά(ζ)ω (χολόω -ῶ) = ὀργίζομαι, θυμώνω, δυσαρεστοῦμαι (παθητικῶς). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χολοσκάω

Στο χωριό συνηθέστατο. Μη χολοσκάς, καημένα μ» Νιώθω μεγάλη στενοχώρια. Ιατρικά: υπερεκχυλίζει η χολή. Το αρχαίο χολάω (από τη χολή) θα πει μαίνομαι, οργίζομαι, «σκάω από το κακό μου» . Παρακάμπτω τους αρχαίους για να αναφερθώ στο Ιωάννου 7, 23 (της Καινής Διαθήκης) «εμοί χολάτε ότι όλον άνθρωπον υγιή εποίησα . . . Περισσότερα

χολοταράζομαι

Χολοταράζομαι § ταράσσομαι, ἐνοχλοῦμαι. Π. ἡσύχασε καὶ μὴ χολοταράζεσαι. Σημ. Ἐκ τοῦ χόλος καὶ ταράσσομαι, περὶ τῆς τροπῆς τῶν σσ εἰς ζ ἰδ. ἀνωτ. ἐν λ. συντάζω. Ὁ Βυζ. παρ. τὴν λ.

Click to listen highlighted text!