Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

τριαλαμπὲ(ς)

Τριαλαμπὲ(ς) /τὸ, ὁ/ = τὸ «τριλαμπές», ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία: «πρόσεξε γιατὶ θὰ στὸν ψάλλω τὸν τριαλαμπέ».

τριανέμι (το)

τόπος εκτεθειμένος στην πάλη και στα ρεύματα των ανέμων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τριανέμι /τὸ/ = τόπος διασταυρώσεως ἀνεμορευμάτων, χῶρος ἀνεμόπληκτος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

τριβέλι (το)

τρυπάνι ξυλουργών Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τριβέλ(ι) /τὸ/ (Ἰ. trivello) = τρύπανον, ἀρίδα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης τριβέλι (τό): ἀρίδα, (ΙΤ.  trivèla). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

τριβέλι ή αρίδα

εργαλείο διαφόρων επαγγελματιών, που με την περιστροφική του κίνηση τρυπάμε διάφορα αντικείμενα, ξύλα, αγριόξυλα για οικοδομές, σίδερο, πέτρες κ.λπ. Είναι συνώνυμο του τρυπάνου. Παροιμία: «Ηύρε η αρίδα το ρόζο».

τριβόλι (το)

ποώδες και ακανθώδες φυτό. Το ζιζάνιο τρίβολος ο χερσαίος. Τα σκληρά σπέρματά του κολλάνε στα ρούχα των περαστικών ανάμεσα από ακανθώδη χωράφια. Συγγενικό φυτό είναι η κολλητσίδα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τριβόλ(ι) /τὸ/ (τρίβολος) = κοινὴ ὀνομασία τραχυσπέρμων φυτῶν ὧν τὰ σπέρματα προσκολλῶνται εἰς τὸν διερχόμενον. . . . Περισσότερα

τρίγγα

Τρίγγα = ξέχειλο, τό ροΐ εἶναι τρίγγα (εἶναι ξέχειλο). βλ. και τίγκα

τριγγόνι (το)

το τρισέγγονο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τριγγόν(ι) /τὸ/ (τρὶς ἔγγονος) = τὸ τέκνον τοῦ δισεγγόνου, τὸ τρισέγγονον. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τριγγόνι = τό τρισέγγονο. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

τριγόφι (το)

καμάκι τρίδοντο τρίχαλο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τρ(ι)γόφ(ι) /τὸ/ (τρὶς-γόμφος) = τρίαινα, τρίχηλος κάμαξ, τρίχαλο καμάκι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

τριζόνι (το)

το έντομο γρύλλος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ροκάνα Γλωσσάριο Κ. Πατρίκιου

τρίμμα (η)

μικρό κομμάτι ψωμιού, ψίχουλο. μτφ.: λέγεται για πολλά πράγματα: Π.χ. «έφαγα ένα τρίμμα κρέας» – «Ένα τρίμμα φαΐ, και δεν μπορούμε να το απολαύσουμε» – «έβαλα στην πίτα ένα τρίμμα τυρί που το φύλαγα» – «δώσ΄ του κι αυτουνού ένα τρίμμα να μη ζηλεύει» ( μεταξύ παιδιών). Λεξικό του Λευκαδίτικου . . . Περισσότερα

τριμμόψιχα

η ψίχα του ψωμιού, στο ουδέτερο γένος. τα τριμμόψιχα = τα ψίχουλα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τρ(ι)μόψ(ι)χα -ψίχ(ι) /ἡ, τὸ/ (τρίβω, τρύω, ψὶξ) = ψιχίον, ψίχουλο. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

τρίο

Τρίο /τὸ/ (Ἰ. trio) = ὁ ἀριθμὸς τρία, ἡ τριὰς ἀτόμων.

τριόδα ή τρίλιζα (η)

παιδικό παιγνίδι. Σε πλάκα ή τσιμέντο χαράζουν με χρώμα ή φύλλο δέντρου ένα τριπλό ορθογώνιο. Ύστερα ενώνουν διαγώνια 3 τετράγωνα. Κατόπιν τοποθετούν λιθαράκια (οι παίχτες είναι δύο) όπου θέλει ο καθένας, προσπαθώντας αυτός να κλείσει τον άλλον, βάνοντας τα χαλίκια του στην ίδια ευθεία, να κάμει τριάρα. Πρόκειται για ένα . . . Περισσότερα

τριόλα

Τριόλα /ἡ/ = παίγνιον παιζόμενον ἐπὶ διαγράμματος διὰ τριῶν χαλίκων ὑφ’ ὲκατέρου τῶν παικτῶν. (τριγλὶς) = μπαρμπουνάκι.

τρισκατάρατος

Αποκαλούνταν έτσι ο διάβολος. Το «τρις» μπροστά από τη λέξη «επιτείνει» την έννοια της,, όπως στις «τρισάθλιος», «τρισευτυχισμένος» κ.λπ. (τρισκατάρατοι καλούνται και οι σταυρωταί του Χριστού).  

τριτάρ(ι)κος -η -ο

Τριτάρ(ι)κος -η -ο = ἀγρόκτημα διδόμενον εἰς καλλιεργητὴν ἢ συλλέκτην τῶν καρπῶν ἐπ’ ἀμοιβῇ τοῦ τρίτου τῆς συγκομιδῆς.

τρίτσα (η)

ψάθινο καπέλο ρούχο χιλιομπαλωμένο. «έγινε τρίτσα … τρίτσα» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τρίτσα /ἡ/ (Ἰ. drizzare) = ψάθινος πίλος, ψαθάκι, ψάθινο καπέλλο. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τρίτσα = ὕφασμα ἤ ροῦχα καταξεσχισμένα, φοροῦσε ἕνα φουστάνι τρίτσα (καταξεσχισμένο). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

τριτσάνα (η)

τριταίος πυρετός ελονοσίας. Θεραπευόταν απ΄ τους κομπογιαννίτες. Να μια συνταγή: «Το επίτιμον είναι βασιλικόν βοτάνι, γίνεται επάνω εις τα φρύγανα και μοιάζει ωσάν μαλλιά κόκκινα. Έχει βασιλικήν αρετήν. ιατρεύει την τριτζάνα και κουαρτάνα και πάσα θερμασιά» ( Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 131/30). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!