Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

(α)σφηγκοφωλιά (η)

η φωλιά της σφήγκας. (ασφηγκοφωλιά) Σχηματίζεται όπως της μέλισσας με πολυγωνικά διαμερίσματα. Η φωλιά προσκολλάται κυρίως σε πέτρες, κλαδιά δέντρων, τρύπες κατοικιών κ.λπ. μτφ.: όμιλος υπόπτων ανθρώπων, κακοποιών. στην ραπτική: πτυχώσεις απομιμούμενες το σχήμα της σφηκοφωλιάς, όπως π.χ. στις λευκαδίτικες ποδιές της «Ρωμαίικης» φορεσιάς στο σημείο που γαζώνεται το ποδοσκοίνι . . . Περισσότερα

(α)σφήκα ή σφήγκα (η)

το γνωστό ενοχλητικό έντομο, λεπτότερο απ΄τη μέλισσα που της μοιάζει πολύ. Το τσίμπημά της είναι επώδυνο και επικίνδυνο. πρόγνωση καιρού: «Όταν βλέπεις πολλές σφήκες το καλοκαίρι, περίμενε βαρύ χειμώνα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσφῆκα /ἡ/ = σφὴξ ἡ κοινή, ὑμενόπτερον λεπτότερον τῆς μελίσσης κιτρινωπὸν κεντρίζον ὀδυνηρῶς. . . . Περισσότερα

(γ)ήπατα (τα)

γήπατα ήπατα, η δύναμη, η αντοχή, το ψυχικό θάρρος, το κουράγιο. Λέμε: «Μου κόπηκαν τα (γ)ήπατα, όταν το έμαθα». Οι γέροι και οι ασθενείς λένε: «Δεν έχω, γιε μου, (γ)ήπατα για τέτοια». Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Α’ «…και στην αλετροπόδα μου έλειωσαν τα ήπατά μου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

(ο)κνεύομαι

κνεύομαι, (οκνεύομαι) είμαι οκνός, βαριέμαι. φράση: «Εσύ κνεύεσαι, παιδάκι μ΄, άσε να πούμε σε κανέναν άλλο να μας βοηθήσει».

(ο)λοίσθια

Γνωστή φράση στο χωριό, για κάποιον που «είναι στα τελευταία του». Ήρτε (ή έφτασε) στα ολοίσθια, να πεθάνει. Η προέλευση της αρχαίας (πνέει τα λοίσθια – ψυχορραγεί). Την ετυμολογούμε γιατί είναι συνηθέστατη και ιδιωματική, όπως ακούγεται. Και γιατί δείχνει πως η γλώσσα μας είναι ενιαία και εν χρήσει μέχρι τις . . . Περισσότερα

(ο)ν(υ)χομάντεμα

έτσι λέει ο λαός τη γνωστή μαγγανεία της ονυχομαντείας = μαγγανευτική τελετουργία με βάση τα νύχια των κοριτσιών, για να «ιδούν την τύχη τους». Η κοπέλα ξύνει καλά, γυαλιστερά το νύχι του δεξιού της αντίχειρα, το αλείφει με λάδι κι ύστερα κάθεται στον ήλιο και απλώνει για κάμποση ώρα το . . . Περισσότερα

(οι ελιές πήγαν) κβελόπιντες

μέτρο σύγκρισης της απόδοσης της ελιάς ήταν η λάτα και το καρτούτσο. Μια οκά λάδι ισοδυναμεί με δυόμιση καρτούτσα. Οι ελιές που μαζεύονταν πρώιμα έδιναν, σε κάθε λάτα-μέτρο, 2-3 καρτούτσα λάδι. Το μέτρο το ΄λεγαν και κουβέλι. Έτσι αν ένα κουβέλι έβγανε 4 καρτούτσα, δηλ, μια πίντα, έλεγαν πως «οι . . . Περισσότερα

(Σε δυο) μποσούς

Δηλαδή σε δυο ποσότητες, μέρη. Προέρχεται από την αρχαία λέξη ποσό(ν), που κατά την γραμματική, είναι ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της αόριστης επιθετικής αντωνυμίας ποσός -ή -όν (αντίστοιχης της ερωτηματικής), η ποσότητα. Η μηχανή της γλώσσας έπλασε τον (αδόκιμο γραμματικά) τύπο στον πληθυντικό (μ)ποσούς, με την προσθήκη σε μας του -μ- (από . . . Περισσότερα

(τα ΄βγαναν) ξεκολλωτά

τα ξερίζωναν. Για το πώς έβγαζαν τα όσπρια από τα χωράφια. Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη

Ἄ. ἐπίρρ. παρακελ. §ἄγε. Π. ἄ νὰ φύγουμε = ἄγε φύγωμεν. Σημ. 1. Οἱ Λευκάδιοι λέγουσι καὶ ἄε ἀντὶ ἄ. Π. ἄε νὰ φύγουμε· ὅπερ ἐγένετο ἀφαιρέσει τοῦ Γ ἐκ τοῦ ἄγε (ἴδε Συλλαβ. 3)· ὥστε ἔχομεν ἄγε, ἄε καί, ἐκ τούτου ἄ. (Σύλλαβ. 5). Σημ. 2. Δὲν ἤθελε σφάλει . . . Περισσότερα

α (επιφων.)

Μπαίνεις σε ποικίλες φραστικές αποχρώσεις, πχ. άβαθος=ρηχός, πηγάδι άβαθο, λαγκάδι άβαθο κλπ.

α ή άε ή χάει (επιφών. παρακελευστικό)

Από το αρχαίο «άγε  = εμπρός, έλα». «Χάει νυφούλα μ΄, στο καλό και να σε ιδούν καληώρα». (δημ.). 2) δηλωτικό απειλής. φρ. «άει φύγε από δω γιατί, θα φας ξύλο». 3) δηλωτικό κατάφασης. φρ. «Μήπως είδες τ΄άλογο μου; – Χάει το είδα». 4) υποθετικό = εάν, αν, αποβάλει όμως το . . . Περισσότερα

α-κόντο

η καταβολή έναντι χρέους λογαριασμού, έναντι δόσης. Σε χργρ. (λογαριασμός εσόδων-εξόδων) του 1744 κατοίκου της Χώρας διαβάζομε: «έδοσα ακόντο δια την ρόγα (=μισθός υπηρέτη) της αυτής (δουλεύτρα) μονέδα …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκόντο:  (Ἰ. acconto) = ἐπὶ λογαριασμῷ, προσθέτως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

α-λα-σκάγια (επίρρ.)

με αναρριχτό το πανωφόρι ή το σακάκι στον έναν ώμο: «Έριξε τη χλαίνη α-λα-σκάγια κι έφυγε» – «έβαλες το σακάκι σου, βλέπω, α-λα-σκάγια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλασκάγια:  /ἐπίρ./ (ἀλύσκω, ἀλυσκάδην) = ἀνάρριχτα, ἐπὶ τῶν ὤμων. «ἔρξε τὸ σουρτοῦκο τ’ ἀλασκάγια καὶ πάει». Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

α-μέντε (επίρρ.)

το ΄χω στο μυαλό μου, το σκέπτομαι: «Το ΄βαλα αμέντε». – «Πάρε τ΄ αμέντε σου» = πρόσεξε καλά. – «Βάνω τ΄ αμέντε μου …» κ.λπ. (βλ. μέντε). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμέντε:  /ἐπίρ./ (a mente) = εἰς τὸν νοῦν, ὑπ’ ὄψιν, ἐν σκέψει. «τὤχει ἀμέντε». Tα . . . Περισσότερα

α-προπόζιτο (a proposito)

η απόφαση, η πρόθεση. (απροπόζιτο) Η λέξη προτάσσεται κάποιας συζητήσεως, κάποιου θέματος, π.χ. ας έρθουμε στο θέμα μας τώρα.

α, μπα (επίρρ.)

ρωτάμε με επιφυλακτικότητα – και συμπληρώνουμε με το όχι: «Θα πας στη συναυλία; – Αμπά …» – «Ήσουνα κι εσύ εκεί που έγιναν τα επεισόδια; Α-μπα, όχι».

α(γ)πανωθιός (ἀπανωθιὸ(ς)) (επίρρ.)

επάνω, από πάνω του στέκει με πολλή στοργή και ελπίδα εκείνος που φορτικότατα, ενοχλητικά στέκει δίπλα (πάνω) από τον άλλο. «Πήγαινε, παιδάκι μου, και λίγο πιο πέρα, τι στέκεσαι αγπανωθιός μου!». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπανωθιὸ(ς):  /ἐπίρ./ = ἐπάνωθεν, μετὰ στοργῆς, τὸ προστατεύειν τινὰ μετ’ ἀδιαπτώτου . . . Περισσότερα

α(ε)γγαστρωμένη, η

Α(ε)γγαστρωμένη, η: (μτχ. παθ. παρακ. του α(ε)γγαστρώνω) = η εγγαστρωμένη (εν γαστήρ). Επίσης (εν +κύω) = εγκύμων = έγκυος, εγγαστρωμένη. Ετυμ. ρίζα κυ-, εξ ου κύλιξ, κύαθος, κύκαρη, κύμα, κύτος =κοιλότης, κ.λ.π. αγγαστρωμένη

Click to listen highlighted text!