Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

΄γκιάζω

᾿Γγιάζω, § ἐγγίζω. Σημ. Εἰς πολλὰ τῶν εἰς ιζω ῥημάτων ἡ δημοτικὴ προσθέτει α πρὸ τοῦ χαρακτηριστικοῦ, οἷον λογιάζω κτλ. Ὁ Βυζ. γρ. ἐγγίζω.

΄γκλουβισάνος (ο)

ο κάτοικος του χωριού Εγκλουβή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γκλουβ(ι)σᾶνος -α = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Ἐγκλουβῆ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

΄κώχη

᾿Κώχη, § ἄκρα κοπτερή, ἀκμή, αἰχμή. Π. ἡ ᾿κώχη τῆς μαχαίρας = ἡ ἀκμή. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀκωκή.

΄μπροστόμι

῾Μπροστόμι (προστόμιον)· λίθος ἢ κέραμος τιθέμενος πρὸ τοῦ στομίου τοῦ φούρνου διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν φλόγα.

΄νίλα

Νίλα, § μόρ. εὔχρ. ἐν τῇ φρ. ὁ χορὸς πάει ᾿νίλα, δηλ. γίνεται ἀδιάκοπος καὶ ζωηρός. Σημ. Μήπως σχετίζεταί πως πρὸς τὸ ἀνιλεῶς;

΄ξεστραβόνω

᾿Ξεστραβόνω, § κάμνω τινὰ νὰ ἴδῃ τι, ὅπερ δὲν ἔβλεπεν ἕνεκα ἀπροσεξίας, ὄθεν καὶ ἡ ἐπίπληξις ᾿ξεστραβόσου = πρόσεξε νὰ ἰδῇς. Μ. § φωτίζω τὸν νοῦν τινος. Π. Ἐκεῖνος μ᾿ ἐξεστράβωσε καὶ ᾿ξέρω τώρα καὶ γράφω τ᾿ ὄνομά μου. Σημ. Τὸ ὀμματόω τῶν ἀρχ. εἶχε τὴν αὐτὴν σημασίαν.  

΄πίμυτα

᾿Πίμυτα, § πρινιδόν. Π. ἔπεσε ᾿πίμυτα = ἔπεσε πρηνής, οἱονεὶ ἐπὶ τῆς μύτης (ῥινός). Σημ. Ὁ Βυζ. γρ. προύμυτα (ἐν λ.), οἱ δὲ Μήλιοι λέγ. προύμουντα (ἐφ. Φιλομ. ἀρ. 792), οἱ δὲ Κρῆτες μπούμπουρα (Φιλίστ. Δ΄ 520).

΄ποδόχη

᾿Ποδόχη, § ἡ ὀριζόντιος πλὰξ ἡ κειμένη πρὸ τοῦ στομίου τοῦ κλιβάνου καὶ ὡρισμένη νὰ δέχηται τὰ θράκια. Σημ. Ἐκ τοῦ ὑποδοχή.

΄ραθυμάω

Ῥαθυμάω § Μέσ. ὀρέγομαι (κυρ. ἔδεσμά τι). Π. ἡ ἀγγαστρωμένη ἐρραθύμησε πῆτα. βλ. καί  ξεραθ(ι)μάω και ξερραθυμάω

΄ραΐζω

Ῥαΐζω, § ῥήγνυμι· παθ. ῥαΐζομαι = ῥήγνυμαι. Π. ῥαΐζει᾿ ἡ καρδιά μου = συγκινεῖται, συμπαθεῖ, συντρίβεται. ΚΝ. Σημ. Οὕτω λέγ. καὶ οἱ Κρῆτες (Φιλίστ. Δ’. σ. 522).

΄ροβολάω

Ῥοβολάω § τρέχω τὸν κατήφορο τοῦ ὄρους. Ἐκ τούτου καὶ ῥόβολο = ὁ κατήφορος. Σημ. Ἴσως ἐκ τοῦ βάλλω ἐμαυτὸν ἀπὸ τοῦ ὄρους, ὥστε πλῆρες εἶνε ὀροβολάω.

΄ρουθοῦνι

Ῥουθοῦνι § ῥώθων. Φ. δὲν ἄφησε ῥουθοῦνι = τοὺς κατέστρεψεν ὅλους (κυρ. ἐπὶ ἀνθρώπων). Σημ. Ὁ Βυζ. ἀγνοεῖ τὴν φράσιν.

΄ρουκανάω καὶ ῥουκανίζω

Ῥουκανάω καὶ ῥουκανίζω § τρώγω ξηρόν τι ἔδεσμα, ὡς παξημάδια κτλ. Ἐκ τούτου καὶ ῥουκάνισμα = τὸ ῥουκανίζειν. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ ῥυκανάω, ῥυκανίζω. Ὁ Αἰνιὰν γρ. ῥοκανίζω (Ἀθ. σ. 96).

΄σε

’Σὲ § εἰς. Π. ἦρτε σὲ κακὰ μέτρα. Σημ. Ἐγένετο ἐκ τῆς εις κατ’ ἀφαίρεσιν τοῦ ει καὶ προσθέσει τοῦ ε (Σύλλ. 5) καὶ οὐχί, ὥς τινες θέλουσι, κατὰ μετάθεσιν ἐκ τῆς ες, διότι ἐν Λευκάδι μεταχειριζόμεθα καὶ τὸ πλῆρες εἰσέ. Π. ὅντας θὰ ν’ πᾷς εἰσὲ χοροὺς καὶ εἰσὲ . . . Περισσότερα

΄σκαντάλι

᾿Σκαντάλι. (σκάνδαλον)  τὸ μικρὸν σίδηρον τῶν πυροβόλων, ὅπερ κινηθὲν ῥίπτει τὸν λύκον.

΄στρείδι

’Στρείδι § εἶδος ὀστρακοδέρμου. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ Ὄστρειον (Σύλλ. 38). Ἡ δὲ κατάληξις είδι(ον) ἀντὶ ειον ἐγένετο κατὰ τὸ βιβλίον, βιβλίδιον, νησίον, νησίδιον, ὀψάριον, ὀψαρίδιον (Μ. ἐτυμ. ἐν λ. νησίδιον). Εἶναι δὲ ἄξιον νὰ σημειωθῇ ὅτι αἱ καταλήξεις τῆς δημοτικῆς γλώσσης πρέπει νὰ γίνωσιν ἰδιαίτερον ἀντικείμενον μελέτης, νὰ συνταχθῶσιν . . . Περισσότερα

᾿φλοκαλίστρα

᾿Φλοκαλίστρα, § σάρωθρον· ἰδ. ᾿φλόκαλον. Σημ. Παρὰ Κυπρίοις λέγ. ᾿φρουκάλα καὶ ᾿φρουκαλίζει τὸ καθαίρειν τὰ ᾿φλόκαλα.

᾿ψώνι

᾿Ψώνι § τὸ ὤνιον. Ἐκ τούτου ᾿ψωνίζω = ὠνοῦμαι, ἀγοράζω καὶ ᾿ψωνιστὴς ὁ ἀγοραςής. Σημ. Ἐκ τοῦ ὀψώνιον (Σύλλ. 38).

’ξυνὸς καὶ ’ξινὸς

’Ξυνὸς καὶ ’Ξινὸς § ὀξύς. Σημ. Ὁ Βυζ. πάντα τὰ ἐκ τῆς λ. ταύτης παραγόμενα γράφει διὰ τοῦ οι ὡς ’ξοινάδα, ξοινίζω κτλ. ἐνῷ ἡ παραγωγὴ αὐτῶν εἶναι φυσικωτάτη ἐκ τοῦ ὀξὺς ἢ ὀξίνης (ἴδ. ’ξυγγιά). Ὀρθῶς δὲ γρ. ὁ Αἰνιὰν μορόξυνον (= ὑπόξυνον) (Ἀθην. σ. 79).

’φουμιὰ

’Φουμιὰ § κόσμημα, τὸ πρόξενον ἀγαθῆς φήμης. Σημ. Ἐκ τοῦ εὐφημία.

«άει στον κόρακα»

«Άει στον κόρακα» εκ του «ες κόρακα», αυτούσιος αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός, και ρ. «σκορακίζω = στέλλω τινά ες κόρακα», σε ξαποστέλλω όπως τα αποφάγια προς βρώσιν στο κόρακα. (Λεξ. Αρχ. Ελλην. Ιωαν. Σταματάκου). Λέγεται ως η πλέον ανώδυνη βρισιά «άει στον κόρακα…», και ο κόραξ –κος, όπως εύκολα συμπεραίνεται, είναι ηχομιμητική . . . Περισσότερα

(α)΄παντέχω

ελπίζω, αναμένω. «Δεν έχω καμιά παντοχή» ή «Έχω την απαντοχή στο Θεό». παροιμία: «Όπου απαντέχει να φάει , δε πεινάει» – «Άνεπάντεχα μου ΄ρθε αυτό το καλό χαμπέρι«. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπαντέχω: (ἐπί, ὑπό, ἀντὶ-ἔχω) = προσδοκῶ, ἐλπίζω, ἀναμένω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

(α)σφηγκοφωλιά (η)

η φωλιά της σφήγκας. (ασφηγκοφωλιά) Σχηματίζεται όπως της μέλισσας με πολυγωνικά διαμερίσματα. Η φωλιά προσκολλάται κυρίως σε πέτρες, κλαδιά δέντρων, τρύπες κατοικιών κ.λπ. μτφ.: όμιλος υπόπτων ανθρώπων, κακοποιών. στην ραπτική: πτυχώσεις απομιμούμενες το σχήμα της σφηκοφωλιάς, όπως π.χ. στις λευκαδίτικες ποδιές της «Ρωμαίικης» φορεσιάς στο σημείο που γαζώνεται το ποδοσκοίνι . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!