Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγάλια (επίρρ.)

σιγά – σιγά, αργά, ήσυχα «αγάλια αγάλια θα τον ανεβούμε τον ανήφορο», «πήγαινε αγάλια – αγάλια και θα σε φτάσω», » αγάλια – αγάλια, μη βιάζεστε». Έχουμε απ’ αυτό και τις γνωστές παροιμίες «αγάλια – αγάλια γίνεται και η αγουρίδα μέλι», » αγάλια – αγάλια κότα μου και εγώ σε μαγειρεύω» κ.α.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!