Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ἕλισο

Ἕλισο /ἡ/ = ἅλυσις, ἁλυσσίδα.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


‘Ελ(υ)σο (η). Την παίζαμε παλιά τυλίγοντάς την με νάζι και πόζα στο δείκτη του χεριού μας. κατέληγε σ΄ ένα κρίκο, που μπορούσε κανείς να κρεμάσει τα κλειδιά του.
Μεσαιωνικά, αλυσίδα – αλυσίδιν και μεταγενέστερα αλυσίδιον ή αλύσιον, υποκοριστικό του αρχαίου άλυσις -έως (Μπαμπινιώτης). Σε μας κατάντησε (εξέπεσε) έλσο (το -υ- ίσα που ακούγεται) με μετατροπή του αρχικού -α- σε -ε-. Ο Λάζαρης την καταγράφει, ο Κοντομίχης όχι.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!